Αρθρο Ιωάννη Π. Τρουγκάκου στην Κ: Τι (δεν) κάναμε μετά το 2021

Πριν από πέντε χρόνια, στις 14 Αυγούστου 2021, εν μέσω των τότε καταστροφικών πυρκαγιών, η «Καθημερινή» της Κυριακής φιλοξένησε άρθρο μου με τίτλο «Να ιδρυθεί Εθνικός Οργανισμός Αντιπυρικού Σχεδιασμού και Προστασίας». Τώρα, πέντε χρόνια και αντίστοιχες αντιπυρικές περιόδους μετά, ας ξαναδούμε εκείνες τις θέσεις δίπλα στη σημερινή πραγματικότητα.

Το γεγονός παραμένει απλό: για ένα ώριμο μεσογειακό πευκοδάσος το ερώτημα δεν είναι αν θα καεί, αλλά πότε.

Καύσιμη ύλη

Η φωτιά είναι μέρος του οικολογικού κύκλου του πευκοδάσους, αφού τα κουκουνάρια συνήθως παραμένουν κλειστά για χρόνια και ανοίγουν, απελευθερώνοντας τους σπόρους τους, κυρίως έπειτα από έντονη θέρμανση, όπως συμβαίνει σε μια πυρκαγιά. Ταυτόχρονα, η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η αστικοποίηση και η σημαντική μείωση της παραδοσιακής βόσκησης, της υλοτομίας και της συλλογής καυσόξυλων/ρητίνης έχουν οδηγήσει στην αύξηση της δασοκάλυψης, αλλά και της θαμνώδους και ποώδους βιομάζας (καύσιμη ύλη).

Αυτό δημιουργεί πυκνά «κάθετα στρώματα» καύσιμης ύλης, που μετατρέπουν μια έρπουσα πυρκαγιά σε καταστροφική πυρκαγιά κορυφής. Τα δεδομένα το επιβεβαιώνουν: η δασοκάλυψη στην Ελλάδα αυξήθηκε (έως το 2010 και σταθεροποιήθηκε έκτοτε) έναντι της συνολικής επιφανείας της χώρας, από περίπου 25,6% (1990) σε περίπου 30,3% σήμερα – δηλαδή από ~3,30 σε ~3,90 εκατ. εκτάρια [πηγές: FAO Global Forest Resources Assessment 2020, Forest Information System for Europe (FISE)].

Η τεχνολογία δεν αρκεί – Η φωτιά δεν «νικιέται» μόνο με τεχνολογική ισχύ, προλαμβάνεται και (εάν είναι δυνατόν) τιθασεύεται με σεβασμό και ταπεινότητα στους φυσικούς κύκλους των οικοσυστημάτων.

Περαιτέρω διευκρινίσεις κάνουν την εικόνα πιο ανησυχητική. Πρώτον, ο δείκτης «δάσος» του FAO αφορά κάλυψη κόμης ≥10%· οπότε αν προστεθούν οι μερικώς δασοσκεπείς/θαμνώδεις εκτάσεις, το εκτός αστικής δόμησης κατάφυτο τοπίο είναι σχεδόν το 50% της χώρας. Δεύτερον, η σταθεροποίηση του ποσοστού μετά το 2010 δεν σημαίνει σταθεροποίηση της βιομάζας: ακόμη κι εκεί που τα όρια του δάσους δεν μετακινούνται, η πυκνότητα της κόμης και ο υπώροφος πυκνώνουν. Το φορτίο καύσιμης ύλης ανά εκτάριο εκρήγνυται, αν και ο δείκτης δασοκάλυψης μένει φαινομενικά σταθερός. Τρίτον, στη χώρα μας έχει δημιουργηθεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μείγμα: εκτεταμένα πευκοδάση υψηλής ευφλεκτότητας δίπλα σε πυκνή ανθρώπινη παρουσία, αυθαίρετη ή διάσπαρτη (συχνά εντός του πευκοδάσους) δόμηση και ένα κλίμα που γίνεται ολοένα θερμότερο και ξηρότερο.

Ανίκητος κίνδυνος

Οι μέγα-πυρκαγιές που αναφέραμε πριν από 5 έτη είναι εδώ. Το καλοκαίρι του 2026 η χώρα αντιμετώπισε –μέχρι τώρα– δεκάδες ταυτόχρονα πύρινα μέτωπα. Σε ευρωπαϊκή κλίμακα, μόνο στην Ισπανία και στη Γαλλία έχουν καεί εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα δάσους. Οση επίγεια και εναέρια ισχύ κατάσβεσης και να διαθέσουμε, πύρινα μέτωπα τέτοιας έντασης δεν σβήνουν εγκαίρως. Αργά ή γρήγορα, όπως είχαμε προβλέψει, μπροστά σε πύρινα μέτωπα αυτής της κλίμακας, η επιχείρηση θα καταλήγει αναγκαστικά σε παθητική προστασία των ανθρώπινων ζωών και, μόνο σε δεύτερο χρόνο, σε κατάσβεση.

Και εδώ κρύβεται μια βαθύτερη πλάνη. Οσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη φύση, τόσο πιο εύκολα υποκύπτουμε στην ανόητη ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να δαμάσουμε τις δυνάμεις της φύσης με τεχνολογικά μέσα. Τα επίγεια/εναέρια μέσα, οι δορυφόροι και τα μοντέλα κινδύνου είναι εξαιρετικά πολύτιμα – αλλά ως εργαλεία υποστήριξης, όχι ως υποκατάστατο της πρόληψης. Η φωτιά δεν «νικιέται» μόνο με τεχνολογική ισχύ, προλαμβάνεται και (εάν είναι δυνατόν) τιθασεύεται με σεβασμό και ταπεινότητα στους φυσικούς κύκλους των οικοσυστημάτων. Μια επιπλέον παρανόηση. Το γνωστό μήνυμα των ΜΜΕ «Ακραίος κίνδυνος πυρκαγιάς – Κατάσταση Συναγερμού (κατηγορία κινδύνου 5)» είναι λανθασμένο. Το ορθό είναι «Ακραίος κίνδυνος ταχείας διάδοσης ή επέκτασης πυρκαγιάς – Κατάσταση Συναγερμού (κατηγορία κινδύνου 5)». Η διάκριση δεν είναι σχολαστικισμός: οι πυρκαγιές δεν ξεκινούν από τους καύσωνες ή τα μελτέμια. Ξεκινούν από τη φύση (π.χ. κεραυνοί), από την ανοησία (υπαίθριες εργασίες παρουσία καύσιμης ύλης) και από το έγκλημα (εμπρησμός). Ο καύσωνας και ο άνεμος απλώς μετατρέπουν μια ανάφλεξη σε ανεξέλεγκτο πύρινο μέτωπο.

Ευάλωτοι οικισμοί

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα. Το ουσιαστικό πρόβλημα, πέραν φυσικά των διάσπαρτων κατοικιών εντός του δάσους, είναι κυρίως οι οικισμοί ή/και πιο αστικές περιοχές που ουσιαστικά είναι συνέχεια ή τμήμα του δάσους. Οι περιοχές αυτές συνδυάζουν τρία εξαιρετικά επικίνδυνα στοιχεία ταυτόχρονα: μέγιστο φορτίο καύσιμης ύλης, σχετικά υψηλή πυκνότητα πληθυσμού και ελάχιστο χρόνο ή διόδους (δεδομένης της ταχύτητας εξάπλωσης του πύρινου μετώπου) για εκκένωση. Οπως είχαμε αναφέρει προ πενταετίας, οι παλαιότεροι στα χωριά, που φυσικά δεν είχαν ούτε πυροσβεστική ούτε Canadair, το ήξεραν: «…αν το χωριό μας δεν είναι καθαρό από βλάστηση, με την πρώτη φωτιά καήκαμε». Το ξεχάσαμε, αφήνοντας δάσος και οικιστικό ιστό να γίνουν ένα συνεχές.

Ας φανταστούμε το παρακάτω σενάριο. Πόσο αποτελεσματικότερη θα μπορούσε να είναι η αντιμετώπιση μιας μεγάλης δασικής πυρκαγιάς εάν οι επίγειες και εναέριες δυνάμεις μπορούσαν να επικεντρώσουν το σύνολο των επιχειρησιακών δυνατοτήτων τους στην αναχαίτιση και την κατάσβεση του ίδιου του μετώπου, γνωρίζοντας ότι οι κατοικημένες περιοχές είναι επαρκώς προστατευμένες; Σήμερα, μεγάλο μέρος των δυνάμεων πυρόσβεσης δεσμεύεται αναγκαστικά στην προστασία οικισμών, κατοικιών και κρίσιμων υποδομών. Η ανάγκη αυτή είναι απολύτως κατανοητή, όμως έχει ως αποτέλεσμα τη διασπορά των διαθέσιμων πόρων. Ενα σύστημα ολοκληρωμένης πυροπροστασίας, όπου οι οικισμοί διαθέτουν ζώνες προστασίας, κατάλληλη διαχείριση βλάστησης, ασφαλείς οδούς διαφυγής και κτίρια με αυξημένη ανθεκτικότητα, θα επέτρεπε στην Πυροσβεστική να επιχειρεί με διαφορετική στρατηγική: όχι κυρίως για να προστατεύσει κάθε μεμονωμένη κατοικία την ώρα της κρίσης, αλλά για να ελέγξει και να περιορίσει την εξάπλωση της φωτιάς στο φυσικό περιβάλλον. Η πραγματική αλλαγή παραδείγματος είναι η μετάβαση από ένα μοντέλο «διάσωσης την τελευταία στιγμή» σε ένα μοντέλο «πρόληψης και ανθεκτικότητας», όπου η κοινότητα, ο χώρος και οι υποδομές έχουν διαμορφωθεί έτσι ώστε η φωτιά να μη μετατρέπεται αυτομάτως σε ανθρωπιστική κρίση.

Καθαρισμός οικοπέδων

Ο καθαρισμός οικοπέδων έγινε θεσμοθετημένη υποχρέωση με ετήσια προθεσμία δήλωσης, λίγες εβδομάδες μετά το 2021 συστάθηκε το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και η διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών έγινε επιχειρησιακή πρακτική. Παράλληλα, η χώρα αναβαθμίστηκε, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά, σε τεχνολογικά μέσα (επίγεια και εναέρια), τα οποία ελέγχει ένα σύγχρονο κέντρο συντονισμού – με άλλα λόγια, για να είμαστε δίκαιοι, όντως υπάρχει πρόοδος. Εκκρεμεί όμως το ουσιώδες: δεν υπάρχει ακόμη μακροχρόνιος αυτοτελής εθνικός αντιπυρικός κανονισμός.

Η διαχείριση του τοπίου – Η πυροπροστασία δεν αφορά μόνο το ίδιο το κτίριο. Αφορά πρωτίστως τη σχέση του κτιρίου με το ευρύτερο τοπίο-οικοσύστημα, αλλά
και τη διαχείριση του ίδιου του τοπίου.

Τι πρέπει να γίνει – με άμεση προτεραιότητα στα περιαστικά δάση:

1. Ζώνες διαχείρισης καύσιμης ύλης. Γύρω από κάθε οικισμό και περιαστικό δάσος, όχι απλή αντιπυρική ζώνη, αλλά επιπλέον ενεργή αραίωση υπωρόφου, κλάδεμα και απομάκρυνση ξερών σε βάθος εκατοντάδων μέτρων.

2. Εντός των οικισμών: Υποχρεωτικός καθαρισμός με ουσιαστικό έλεγχο. Η υποχρέωση υπάρχει, λείπει η συστηματική επιβολή, ιδίως στη ζώνη μείξης δάσους – κατοικίας. Στόχος η ελαχιστοποίηση της καύσιμης ύλης.

3. Καμένες εκτάσεις: προστασία και φυσική αναγέννηση. Απαγόρευση βόσκησης, έμφαση σε αντιδιαβρωτικά/αντιπλημμυρικά έργα – τα υπόλοιπα θα τα κάνει η φύση.

4. Περαιτέρω θωράκιση μνημείων. Για πολλά μνημεία της χώρας μας, παραμένει πέντε χρόνια μετά χωρίς απάντηση η ερώτηση: «Τι θα γίνει σε περίπτωση πυρκαγιάς;».

5. Εθνικός αντιπυρικός κανονισμός κατ’ αναλογίαν με τον αντισεισμικό. Με επιστημονικά κριτήρια για τον χωρικό σχεδιασμό, ειδικά στη διεπαφή δάσους (ή κατάφυτων εκτάσεων) – οικισμού/αστικής περιοχής. Με τόση καύσιμη ύλη παντού γύρω μας, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, τα πράγματα απλώς θα χειροτερεύουν, μέχρι να θρηνήσουμε κάποια νέα εθνική τραγωδία σαν το Μάτι.

Οι προτάσεις

1. Πολιτικό κόστος και αναγκαία αλλαγή προσέγγισης του προβλήματος. Το πολιτικό κόστος είναι υπαρκτό, αλλά σε βάθος χρόνου μπορεί να καταστεί διαχειρίσιμο, εφόσον η ανάγκη και τα οφέλη μιας τέτοιας αλλαγής επικοινωνηθούν με σαφήνεια στην κοινωνία. Η εμπειρία από τον αντισεισμικό σχεδιασμό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ίδρυση του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ) το 1983 δημιούργησε το θεσμικό και επιστημονικό υπόβαθρο για μια συνολική αναθεώρηση της σεισμικής πολιτικής της χώρας, η οποία οδήγησε σε σύγχρονους αντισεισμικούς κανονισμούς και στον διαχωρισμό της Ελλάδας σε ζώνες σεισμικής επικινδυνότητας. Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εφαρμοστεί και για τον κίνδυνο των δασικών πυρκαγιών. Η χώρα μπορεί να αποκτήσει ένα εθνικό σύστημα ζωνών επικινδυνότητας δασικών πυρκαγιών, βάσει επιστημονικών κριτηρίων, όπως η βλάστηση, η καύσιμη ύλη, το κλίμα, η μορφολογία του εδάφους, η ιστορικότητα των πυρκαγιών και η γειτνίαση με οικισμούς. Οι ζώνες αυτές θα πρέπει να συνδέονται με αντίστοιχους κανόνες χωροταξικού σχεδιασμού, δόμησης και πρόληψης. Η αρχή έχει ήδη γίνει με τον Κανονισμό Πυροπροστασίας Ακινήτων εντός ή πλησίον δασικών εκτάσεων (ΦΕΚ 3475/Β/2023), ο οποίος εισάγει τη λογική της αξιολόγησης κινδύνου σε επίπεδο ακινήτου. Ωστόσο, το μεγάλο κενό παραμένει ότι η πυροπροστασία δεν αφορά μόνο το ίδιο το κτίριο. Αφορά πρωτίστως τη σχέση του κτιρίου με το ευρύτερο τοπίο-οικοσύστημα, αλλά και τη διαχείριση του ίδιου του τοπίου. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ «ατομικής προστασίας» και ενός πολυπαραγοντικού «Εθνικού Αντιπυρικού Κανονισμού Τοπίου».

2. Διακομματική προσέγγιση. Ας ανοίξει δημόσιος διάλογος προκειμένου να καταθέσουν τα κόμματα τις επιστημονικά τεκμηριωμένες απόψεις τους όσον αφορά στη σύσταση ενός μακροχρόνιου εθνικού αντιπυρικού κανονισμού.

Σε μια χώρα με σταθερό ετήσιο κύκλο δασικών πυρκαγιών, το ζητούμενο είναι πλέον η εφαρμογή ριζικών αλλαγών στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Ελπίζω να μην ξανασυναντηθούμε σε πέντε χρόνια με μοναδικό συμπέρασμά μας τη μοιρολατρία εκείνου του γνωστού ρεφρέν που έκαναν διάσημο οι Bloodhound Gang («Fire Water Burn», 1996): την πανηγυρική παραίτηση του να κοιτάς τη στέγη σου και να αποφασίζεις ότι δεν αξίζει καν να φέρεις νερό – ας κάνει η φωτιά τη δουλειά της. Αυτό το άρθρο γράφτηκε για να υπερασπιστεί ακριβώς το αντίθετο: ότι το «νερό» –δηλαδή η πρόληψη, η διαχείριση της καύσιμης ύλης και ο σχεδιασμός προστασίας κατοικημένων περιοχών ειδικά στη διεπαφή δάσους (ή κατάφυτων εκτάσεων) οικισμού/αστικής περιοχής– εξακολουθεί να έχει νόημα όσο δεν έχουμε ακόμη αποφασίσει να σιγοτραγουδάμε το παραπάνω ρεφρέν, μοιρολατρικά, μπροστά στα καιόμενα δάση μας.

*Ο κ. Ιωάννης Π. Τρουγκάκος είναι καθηγητής στο Τμήμα Βιολογίας του ΕΚΠΑ.