Φόρτωση Text-to-Speech…
«Η φωτιά άναψε ακόμη περισσότερο την πίστη, τη θέληση και το όραμά μας». Αυτά ήταν τα λόγια που έγραφε το πανό το οποίο είχε αναρτηθεί στις εγκαταστάσεις της Κρι Κρι στις Σέρρες, μπροστά από το εργοστάσιο της εταιρείας, ή μάλλον της άμορφης μάζας στην οποία είχε μετατραπεί από την καταστροφική πυρκαγιά που ξέσπασε την Παραμονή των Χριστουγέννων του 2013. Πράγματι, μέσα σε μόλις οκτώ μήνες η σερραϊκή γαλακτοβιομηχανίααξιοποίησε πλήρως την ενίσχυση που έλαβε από τον αναπτυξιακό νόμο και κατασκεύασε νέο εργοστάσιο με διπλάσια μάλιστα παραγωγική ικανότητα, μετατρέποντας την κρίση σε ευκαιρία. Ισως ήταν το «ηπειρώτικο κεφάλι» του Παναγιώτη Τσινάβου, ίσως ήταν η γρήγορη στήριξη από την τότε κυβέρνηση εν μέσω οικονομικής κρίσης, ίσως ήταν το γεγονός ότι η εταιρεία δεν σταμάτησε ποτέ να λειτουργεί, και χάρη στις σχέσεις που είχε χτίσει μέχρι τότε προχώρησε άμεσα στη σύναψη συμφωνιών με τρίτους έτσι ώστε στις παραγωγικές τους μονάδες να συνεχισθεί η παραγωγή των κωδικών της Κρι Κρι.
Το καθοριστικό βήμα, ωστόσο, είχε γίνει 13 χρόνια πριν, το 2003, όταν ο επικεφαλής της Κρι Κρι έλαβε την απόφαση να βάλει την εταιρεία στην παράλληλη αγορά του ΧΑΑ και με τα 6 εκατ. ευρώ που προήλθαν από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου επένδυσε σε νέο εξοπλισμό για την παραγωγή γιαουρτιού«ευρωπαϊκού τύπου», κοινώς για την παραγωγή στραγγιστού γιαουρτιού. Η είσοδος της Κρι Κρι στην κατηγορία του γιαουρτιού, του παραδοσιακού όμως, είχε γίνει το 1991, όταν έγινε αντιληπτό ότι το παγωτό απέφερε έσοδα μόνο το καλοκαίρι. Μέχρι τότε η εταιρεία δραστηριοποιούνταν αποκλειστικά στην παραγωγή παγωτού, το προϊόν από το οποίο είχε ξεκινήσει την εταιρεία το 1954 ο πατέρας του Παναγιώτη Τσινάβου, Γιώργος.
Η 6η Αυγούστου 2003 ήταν η πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης της μετοχής της Κρι Κρι στο ΧΑΑ, η οποία έκλεισε στο 1,60 ευρώ, ενώ τον Νοέμβριο του 2011 ξεκίνησε η διαπραγμάτευση της μετοχής της εταιρείας στην κύρια αγορά. Τα επόμενα χρόνια η τιμή της μετοχής παρέμεινε σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα, ενώ η οικονομική κρίση σε συνδυασμό με την πυρκαγιά είχαν αρνητική επίπτωση. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, και ειδικά φέτος η μετοχή της Κρι Κρι έχει σταθερά ανοδική πορεία, με το ιστορικό υψηλό να καταγράφεται στα τέλη Ιουνίου, όταν η τιμή της έφτασε τα 30,70 ευρώ. Η σερραϊκή γαλακτοβιομηχανία δεν είναι πλέον μία «περιφερειακή εταιρεία», αλλά έχει κεφαλαιοποίηση που προσεγγίζει πλέον το 1 δισ. ευρώ. Μέσα σε μια πενταετία η τιμή της μετοχής έχει αυξηθεί κατά 238,34%, ενώ μόλις σε ένα χρόνο έχει αυξηθεί κατά 50,46%. Μόνο τους τελευταίους τρεις μήνες η μετοχή «τρέχει» με ρυθμό 23,27%, ενώ πριν από λίγες ημέρες η Piraeus Securities ανέβασε την τιμή-στόχο στα 34 ευρώ από 24 ευρώ προηγουμένως.
Με κεφαλαιοποίηση που προσεγγίζει πλέον το 1 δισ. ευρώ, μέσα σε μια πενταετία η τιμή της μετοχής έχει αυξηθεί κατά 238,34%.
Πού οφείλεται το ράλι της μετοχής της Κρι Κρι, ράλι το οποίο συνεχιζόταν και τις τελευταίες ημέρες με την τιμή της να καταγράφει την Πέμπτη το μεσημέρι τη μεγαλύτερη άνοδο (3,40%); Το μόνο βέβαιο είναι πως δεν πρόκειται για «φούσκα». Η Κρι Κρι μεθοδικά έχει εξελιχθεί σε ηγέτη της κατηγορίας του γιαουρτιού: σχεδόν ένα στα δύο γιαούρτια που καταναλώνονται στην Ελλάδα παράγονται από τη σερραϊκή γαλακτοβιομηχανία, καθώς α) το επώνυμο γιαούρτι της κατέχει τη δεύτερη θέση με μερίδιο αγοράς μεταξύ των επώνυμων γιαουρτιών (13%) και β) παρασκευάζει γιαούρτια ιδιωτικής ετικέτας για τις περισσότερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα.
Η μεγάλη δύναμη ωστόσο της Κρι Κρι προέρχεται από την εξωστρέφειά της, με τον Παναγιώτη Τσινάβο να αντιλαμβάνεται εγκαίρως το θετικό μομέντουμ για το ελληνικό γιαούρτι ακολουθώντας στον δρόμο που χάραξε η ΦΑΓΕ. Πλέον, το 75% της δραστηριότητας των γαλακτοκομικών πραγματοποιείται εκτός Ελλάδος, καταγράφοντας το α΄ τρίμηνο του 2026 ανάπτυξη 54,3%, με τη μεγάλη ώθηση να προέρχεται από τις αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου (αύξηση 74%) και της Ιταλίας (αύξηση πωλήσεων 36% το α΄ τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2025). Η Κρι Κρι και στις αγορές του εξωτερικού ακολούθησε τον ίδιο δρόμο με αυτόν της εγχώριας αγοράς: εξάγει και δικά της επώνυμα προϊόντα, αλλά παράγει και γιαούρτια ιδιωτικής ετικέτας για λογαριασμό ξένων αλυσίδων. Σημαντικός μοχλός περαιτέρω ανάπτυξης είναι και το Greek Frozen Yogurt, με την Κρι Κρι να στοχεύει στην είσοδο μεγάλων και μακρινών αγορών (ΗΠΑ, Κίνα), καθώς το εν λόγω προϊόν έχει μεγάλη διάρκεια ζωής.

Η ζήτηση σε γιαούρτι, πάντως, είναι πλέον τόσο μεγάλη, που η εταιρεία αποφάσισε να προχωρήσει στη μεγάλη στρατηγική επένδυση με την κωδική ονομασία «Greek Yogurt Dynamo». Πρόκειται για επένδυση προϋπολογισμού 52,2 εκατ. ευρώ για την κατασκευή νέων παραγωγικών μονάδων με στόχο τον διπλασιασμό της παραγωγικής δυναμικότητας. Η νέα επένδυση αναμένεται να είναι έτοιμη στο τέλος του 2027, ενώ η εταιρεία έχει ήδη «στα σκαριά» έτοιμο σχέδιο περαιτέρω επενδύσεων για τη διετία 2028-2030 άλλων 50 εκατ. ευρώ.
Το 75% της δραστηριότητας των γαλακτοκομικών πραγματοποιείται εκτός Ελλάδος, καταγράφοντας το α΄ τρίμηνο ανάπτυξη 54,3%.
Το άλμα της μετοχής της Κρι Κρι συνοδεύεται φυσικά από συνεχή ανάπτυξη του τζίρου και της κερδοφορίας. O τζίρος της την τελευταία δεκαετία έχει σχεδόν πενταπλασιαστεί, από τα 67 εκατ. ευρώ το 2015 σε 329 εκατ. ευρώ το 2025 και για το 2026 η διοίκηση της εταιρείας εκτιμά ότι οι πωλήσεις θα ξεπεράσουν τα 390 εκατ. ευρώ, ενώ μεσοπρόθεσμος στόχος, μετά την ολοκλήρωση του project Dynamo, είναι το μισό δισεκατομμύριο ευρώ.
Στην κορυφή της Ευρώπης το ελληνικό γιαούρτι
Κοντά στα 400 εκατ. ευρώ υπολογίζεται ότι είναι ο τζίρος της εγχώριας αγοράς γιαουρτιού, κατηγορία που ακολουθεί σταθερή πορεία ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια. Το 2025 ο όγκος πωλήσεων γιαουρτιού ήταν υψηλότερος κατά 32,5% σε σύγκριση με το 2020, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών αγοράς Circana, ενώ η αξία πωλήσεων ήταν υψηλότερη κατά 44,3%, καθώς στη διάρκεια της πενταετίας η μέση τιμή αυξήθηκε κατά 11,9%.
Στις τρεις πρώτες θέσεις σε ό,τι αφορά τα επώνυμα γιαούρτια βρίσκονται η ΦΑΓΕ, η Κρι Κρι και η Ολυμπος (Ελληνικά Γαλακτοκομεία) και ακολουθούν η ΔΕΛΤΑ, η ΜΕΒΓΑΛ, η FrieslandCampina (Νουνού), η Ροδόπη και η Δωδώνη (σήματα, τα δύο τελευταία επίσης των Ελληνικών Γαλακτοκομείων). Βεβαίως, το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς έχουν τα γιαούρτια ιδιωτικής ετικέτας, μερίδιο που προσεγγίζει το 22% σε αξία πωλήσεων και είναι πολύ μεγαλύτερο σε ό,τι αφορά τον όγκο πωλήσεων. Το 2020 το μερίδιο αγοράς (σε αξία) του γιαουρτιού ιδιωτικής ετικέτας ήταν 15,9%.
Αυτό, όμως, που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για το ελληνικό γιαούρτι είναι οι εξαγωγές, η αξία των οποίων πλέον υπερβαίνει αυτή της εγχώριας αγοράς και έφτασε το 2025 τα 559 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για αύξηση της αξίας πωλήσεων σε σύγκριση με το 2024 κατά 42,49%, ενώ ο όγκος εξαγωγών ενισχύθηκε κατά 41,77%, στοιχείο ακόμη πιο σημαντικό.
Οι ελληνικές εξαγωγές γιαουρτιού από μόλις 91.000 τόνους το 2019 φέτος αναμένεται να φτάσουν στους 331.000 τόνους.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, οι ελληνικές εξαγωγές γιαουρτιού από μόλις 91.000 τόνους το 2019 φέτος αναμένεται να φτάσουν στους 331.000 τόνους. Αυτός, μάλιστα, ο σχεδόν τετραπλασιασμός των εξαγόμενων ποσοτήτων δεν συνοδεύεται από μείωση τιμής, καθώς το ελληνικό γιαούρτι διατηρεί σημαντικό premium τιμής της τάξης του 30% έναντι Ευρωπαίων ανταγωνιστών.
Σχεδόν το σύνολο της αύξησης προήλθε από τη Δυτική και τη Νότια Ευρώπη (Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία και Γαλλία), οι οποίες απορρόφησαν το 97% των πρόσθετων όγκων και αναπτύχθηκαν παράλληλα με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 20%. Η αύξηση αυτή ήταν τέσσερις φορές ταχύτερη από την αντίστοιχη των συνολικών ευρωπαϊκών εξαγωγών γιαουρτιού, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά περίπου 5% ετησίως. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές εξαγωγές γιαουρτιού αυξήθηκε σε 20% το 2026, από μόλις 7% το 2019. Την ίδια περίοδο, το μερίδιο της Γερμανίας, της παραδοσιακά ηγετικής εξαγωγικής χώρας, περιορίστηκε σε 24% από 38% το 2019, με υποχώρηση όγκων της τάξης του 2% ετησίως. Ετσι, η Ελλάδα έχει πλέον προσεγγίσει αισθητά την κορυφή της ευρωπαϊκής αγοράς.
To ελληνικό γιαούρτι κατακτά ακόμη και πιο μακρινές αγορές, όπως για παράδειγμα αυτή της Νότιας Κορέας. Η Ελλάδα αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο προμηθευτή της ασιατικής χώρας σε γιαούρτι μετά τις ΗΠΑ, με το μερίδιό της να ανέρχεται το 2025 σε 16,1%. Ποια είναι, βεβαίως, η μεγαλύτερη απειλή για το ελληνικό, το στραγγιστό γιαούρτι. Η ευρεία κυκλοφορία στην αγορά προϊόντων γιαουρτιού ελληνικού τύπου (greek style) που παράγονται εκτός Ελλάδος, καθώς το ελληνικό γιαούρτι δεν αποτελεί προϊόν κατοχυρωμένο ως προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (ΠΟΠ) ή ως προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (ΠΓΕ).