Αναζητώντας τη χαμένη αυθεντικότητα

Φόρτωση Text-to-Speech…

Τέτοιες μέρες ποιος έχει διάθεση να διαβάσει πολιτικά κείμενα! Η χαλαρότητα και το άδειασμα του μυαλού από σκοτούρες και υποχρεώσεις είναι το γνώρισμα του νωχελικού Αυγούστου. Είναι η απαραίτητη ανάσα πριν από την επιστροφή στην καθημερινότητα. Παλαιότερα, αυτές οι μέρες και γενικότερα οι μέρες του καλοκαιριού σήμαιναν για τους παραθεριστές –μια μάλλον ξεχασμένη λέξη σήμερα– και την αναζήτηση της αυθεντικότητας. Μιας αυθεντικότητας που δεν υπήρχε στη ζωή των μεγάλων αστικών κέντρων. Eτσι, οι παραθεριστές, κυρίως στα νησιά του Αιγαίου, προσέγγιζαν τους νησιώτες με τη σχέση του παραδοσιακού περιηγητή προς τους «ιθαγενείς», ψάχνοντας δηλαδή να βρουν στην καθημερινή ζωή τους αυτό που έλειπε από τη δική τους στις μεγαλουπόλεις. Φυσικά αυτή η αναζήτηση δεν ήταν βιωματική, καθώς η αυθεντικότητα έχει σημαντικό κόστος για τον παραθεριστή-περιηγητή. Είναι όντως γραφικό να βλέπεις το ρυτιδιασμένο από τον ήλιο πρόσωπo μιας γυναίκας να πλένει στη σκάφη ή να απολαμβάνεις τη μετακίνηση με τα συμπαθέστατα ζώα. Για να μη μιλήσω για τον τσιμεντένιο φούρνο στην αυλή του σπιτιού.

Τα περασμένα μεγαλεία των κοσμικών νησιών συγκρίνονται με τη σημερινή τους κατάντια, που έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή των κατοίκων. Η υπεραξία της γης σάρωσε ήθη, έθιμα, συμπεριφορές…

Σήμερα, προς μεγάλη απογοήτευση των ποικίλων εστέτ, σε όλα τα νησιωτικά σπίτια υπάρχει πλυντήριο, εσωτερικός φούρνος και οι μετακινήσεις γίνονται με αυτοκίνητα τελευταίας τεχνολογίας. Οι σύγχρονες ανέσεις στον αγώνα τους εναντίον της αυθεντικότητας σημειώνουν περηφανή νίκη. Το χαμένο ελληνικό καλοκαίρι αποτελεί το αντικείμενο της νοσταλγίας όλων αυτών που πάντα βρίσκονταν στην καλή και εύκολη πλευρά της ζωής. Διότι όσο πιο λίγοι απολαμβάνουν τις διακοπές, δηλαδή όταν οι διακοπές αποτελούν προνόμιο, τόσο πιο περιφραγμένος είναι ο κύκλος από τους απρόσκλητους. Σε τελική ανάλυση, σημασία έχει σε ποια πλευρά της ζωής βρέθηκες. Στην καλή ή στην κακή;

Σήμερα, η χαμένη αυθεντικότητα αποτυπώνεται σε διάφορα φωτογραφικά άλμπουμ και σε συζητήσεις του τύπου «θυμάσαι τότε…». Επειδή αυτοί που έχουν ξεμείνει με τις αναμνήσεις τους, όπως είναι φυσιολογικό, εγκαταλείπουν τον μάταιο τούτο κόσμο, το μόνο που μας απομένει για τις εποχές που έφυγαν είναι οι φωτογραφίες και κάτι παλιά φιλμάκια, ως επί το πλείστον ερασιτεχνικά. Τα περασμένα μεγαλεία των κοσμικών νησιών συγκρίνονται με τη σημερινή τους κατάντια –με ή χωρίς εισαγωγικά– που αναπόφευκτα έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή των νησιωτών. Η υπεραξία και μόνον της γης σάρωσε ήθη, έθιμα, συμπεριφορές και μαζί και κάθε λογής αυθεντικότητα. Στις δεκαετίες του 1950, του 1960 και ίσως και του 1970, ο Αθηναίος παραθεριστής-περιηγητής γνώριζε τον κάθε νησιώτη με το μικρό του όνομα, πάντα όμως με μια αφ’ υψηλού θέαση. Οι καιροί άλλαξαν και αμφιβάλλω πια αν η αναζήτηση της χαμένης αυθεντικότητας απασχολεί έστω ένα κλάσμα από τους τουρίστες. Αλλωστε, για να είμαι ειλικρινής, και όσοι τυχόν την αναζητούν δεν τη βρίσκουν, διότι δεν υπάρχει. Στους νοσταλγούς προτείνω το βιβλίο του ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ «Το ελληνικό καλοκαίρι».