Ανακαινίσθηκε το ιστορικό κάστρο της Κιάφας στον ορεινό όγκο του Σουλίου

Φόρτωση Text-to-Speech…

Mε θέα το απαράμιλλου φυσικού κάλλους φαράγγι του Αχέροντα, το οποίο, κατά τους αρχαίους Eλληνες, οι ψυχές των νεκρών διάβαιναν για τον Κάτω Κόσμο, και στον ορίζοντα τη θάλασσα του Ιονίου Πελάγους, εγκαινιάστηκε πρόσφατα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κώστα Τασούλα, παρουσία της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη, του δημάρχου Σουλίου Αθανασίου Ντάνη, του περιφερειάρχη Ηπείρου Αλέξανδρου Καχριμάνη και τοπικών παραγόντων, το ανακαινισμένο ιστορικό κάστρο της Κιάφας, στον ορεινό όγκο του Σουλίου.

Το έργο είναι ενταγμένο στο σχέδιο αναβάθμισης του ιστορικού χώρου του Σουλίου που υλοποιεί το ΥΠΠΟ και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την ανάδειξη συμβόλων της ηρωικής αντίστασης των Σουλιωτών, όπως το Κούγκι, το Βουλευτήριο όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις, τα περίφημα πηγάδια, τα σπίτια (Κούλες) καπεταναίων κ.ά.

«Σύμβολο αντίστασης, αυτονομίας, υψηλού φρονήματος, τόπο όπου οι Σουλιώτες οργάνωσαν την άμυνά τους και έγραψαν ιστορία», χαρακτήρισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την Κιάφα. Η κ. Μενδώνη είπε ότι «η αποκατάσταση του κάστρου ήταν οφειλή και στο μέλλον του Σουλίου και της ευρύτερης περιοχής του, στους ανθρώπους που συνεχίζουν πεισματικά να κατοικούν εδώ, με αυταπάρνηση και επιμονή», ενώ για τον δήμαρχο το ανακαινισμένο κάστρο είναι μια «παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές».

Διαχρονικό σύμβολο της ιστορικής ταυτότητας της περιοχής, το κάστρο της Κιάφας χτίστηκε από τον Αλή Πασά όταν οι Σουλιώτες, έπειτα από τετράχρονη πολιορκία, αναγκάστηκαν το 1803 να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά τους εδάφη. «Το κάστρο ήταν ο τρόπος για να δείξει την κυριαρχία του στην ευρύτερη περιοχή», δήλωσε (ΑΠΕ-ΜΠΕ) ο Γιάννης Χουλιαράς, προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θεσπρωτίας, η οποία είχε και την αρχαιολογική επίβλεψη του έργου αποκατάστασης.

Αν ένας από τους λόγους που ο αμφιλεγόμενος πασάς των Ιωαννίνων έφτιαξε το κάστρο στην Κιάφα ήταν η αποτροπή ενδεχόμενης επιστροφής των Σουλιωτών, ο άλλος, κατά πολλούς ιστορικούς, είχε να κάνει με τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό γύρω από τον έλεγχο του θαλάσσιου διαδρόμου του Ιονίου και της Αδριατικής, μέσω των στενών της Κέρκυρας, διά του οποίου διεξαγόταν το εμπόριο από την Κεντρική Ευρώπη προς και από την Ινδία. Εξ ου και το μεγάλο ενδιαφέρον των ισχυρών της εποχής για την κατοχή των Επτανήσων, που άλλαζαν διαρκώς «αφέντες», και φυσικά την οχύρωση των στεριανών κτήσεών τους στην απέναντι ακτογραμμή του Ιονίου. Ενετοί, Γάλλοι, Αγγλοι, Οθωμανοί, Ρώσοι –παλαιότερα Βυζαντινοί και Αρχαίοι Ελληνες– εναλλάσσονταν στον ρόλο του κατακτητή των Ιονίων Νήσων ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Μια «αλυσίδα» παράκτιων μεσαιωνικών και οθωμανικών κάστρων και φρουρίων (Χειμάρρα, Βουθρωτό, Κέρκυρα, Πάργα, Ανθούσα, Πρέβεζα, Λευκάδα, Βόνιτσα, Κιάφα) συγκροτούσαν διαχρονικά ένα ενιαίο αμυντικό και ναυτικό σύστημα ελέγχου του περάσματος από την Αδριατική προς το Ιόνιο, γι’ αυτό και η περιοχή ήταν μονίμως αντικείμενο ανταγωνισμού για τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα.

Από αυτό το παιχνίδι ισχύος και γεωπολιτικής στα παράλια της επικρατείας του, ο πανούργος, φιλόδοξος, αλλά και καλός διπλωμάτης Αλή Πασάς, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει. Ανάλογα με τις επιδιώξεις του, που δεν ταυτίζονταν κατ’ ανάγκην με εκείνες της Υψηλής Πύλης, συμμαχούσε ή και πολεμούσε με τους Ευρωπαίους «μνηστήρες» του στρατηγικής σημασίας θαλάσσιου περάσματος.

Ορεγόταν εξ αρχής τις κτήσεις της καταρρέουσας Βενετίας στη στεριά της και, όπως σημειώνει ο ιστορικός Κρις Γούντχαουζ, δεν δίστασε να συγκρουστεί με τον (προσωρινό) σύμμαχό του Ναπολέοντα στη διεκδίκηση της Πρέβεζας και της Βόνιτσας στον Αμβρακικό Κόλπο, τα κάστρα των οποίων κατέλαβε νικώντας σε μάχη τους Γάλλους, στους οποίους «άφησε» στην αρχή την Πάργα, την οποία αγόρασε αργότερα έναντι 150.000 λιρών από τους Αγγλους, στους οποίους την είχαν… πουλήσει οι Γάλλοι. Καλού κακού, όμως, έφτιαξε σε μικρή απόσταση, στα υψώματα της γειτονικής Ανθούσας, ένα ακόμη κάστρο απ’ όπου επιτηρούσε, μαζί με εκείνο της Πάργας, το πέρασμα με τους Παξούς.

Σε αυτό το οχυρωματικό πλέγμα ήταν ενταγμένο και το ανακαινισθέν προσφάτως κάστρο της Κιάφας. Ολα αυτά είναι ιστορία, αλλά δεν παύουν να αποτελούν και παρακαταθήκη στον πολιτιστικό πλούτο, που η πολιτεία προσπαθεί να διασώσει, να αναδείξει και να αξιοποιήσει.

Ερωτηθείσα επ’ αυτού από την «Κ» η κ. Μενδώνη απάντησε πως η προστασία και η ανάδειξη των κάστρων «αποτελεί προτεραιότητα». «Το υπουργείο Πολιτισμού έχει εντάξει στις πολιτικές του τη συγκρότηση πολιτιστικών διαδρομών, οι οποίες αποτελούν συνεκτικά και ολοκληρωμένα δίκτυα, που ενσωματώνουν και διασυνδέουν φυσικά και εννοιολογικά πολιτιστικά τοπόσημα, μνημεία και υποδομές ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών γύρω από κοινούς θεματικούς άξονες με οργανωμένη αφήγηση και ιστορική συνοχή. Εμβληματική είναι η διαδρομή “Δίκτυο κάστρων, από το Βυζάντιο στην Οθωμανοκρατία”, που περιλαμβάνει 48 κάστρα στην Πελοπόννησο, στη Δυτική Ελλάδα, στα Ιόνια Νησιά και στην Ηπειρο. Τα κάστρα διηγούνται την ιστορία των τοπικών κοινοτήτων, ενώ αποτελούν τεκμήρια της εκάστοτε γεωστρατηγικής σημασίας των περιοχών όπου ανήκαν. Γι’ αυτό η προστασία και η ανάδειξή τους αποτελεί προτεραιότητα», είπε.