Αγιογράφοι εκ Σαμαρίνης

Φόρτωση Text-to-Speech…

Δεκαπενταύγουστος, και οι απανταχού Σαμαριναίοι ανηφορίζουν στον τόπο τους για να συναντήσουν τις ρίζες τους, στη μεγαλύτερη γιορτή της ορεινής αυτής κοινότητας. «Ιντρα μπασιαρέκα» («έμπαινε στην Εκκλησίαν»), προτρέπει μια επιγραφή στη βλάχικη γλώσσα Σαμαριναίου καλλιτέχνη. Στις ζωγραφιέςτων ναών θα εντοπίσουν τα ονόματα προγόνων τους που υπέγραφαν με υπερηφάνεια στην ελληνική γλώσσα και τον τόπο καταγωγής τους, τη Σαμαρίνα Γρεβενών, σε τοιχογραφίες και εικόνες όχι μόνο σε ναούς και καθολικά της περιοχής, αλλά και σε απόμακρα μέρη της Ελλάδας και της Βαλκανικής χερσονήσου. Και θα νιώσουν ακόμα πιο περήφανοι όταν διαπιστώσουν ότι από τη μικρή τους κοινότητα στις πλαγιές του Σμόλικα, αν και απομακρυσμένη από τα αστικά καλλιτεχνικά κέντρα, ξεκίνησαν και εξακτινώθηκαν δεκάδες ζωγράφοι που έγραψαν μια από τις σελίδες στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης.

Πολύτιμος «ξεναγός» αποτελεί η εκτενής έρευνα του Νίκου Χρ. Παπαγεωργίου, τα αποτελέσματα της οποίας βρίσκονται συγκεντρωμένα στο βιβλίο «Οι Σαμαριναίοι ζωγράφοι – Από τον 18ο στον 20ό αιώνα» (εκδ. Επίκεντρο). Η καταγραφή και η τεκμηρίωση ξεκίνησαν όταν ο συγγραφέας, ιστορικός τέχνης και διδάσκων στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, μελετώντας το Καθολικό της μονής της Αγίας Παρασκευής (1713) και τον ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1818) της Σαμαρίνας για τη διδακτορική του διατριβή, διαπίστωσε ότι τοιχογραφίες και εικόνες ναών τόσο στην Ελλάδα όσο και στις γειτονικές χώρες (Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία και Βουλγαρία), φέρουν την υπογραφή ζωγράφων που δηλώνουν πλάι στα ονόματά τους τον τόπο καταγωγής τους: «εκ Σαμαρίνης», «Σαμαριναίος» ή με τη βραχυγραφία «σμρν». Τα θρησκευτικά έργα 120 συνολικά ζωγράφων –μεταξύ αυτών και μια γυναίκα– αναδεικνύουν τη Σαμαρίνα ως σημαντικό καλλιτεχνικό κέντρο το οποίο διατήρησε ζωντανή τη μεταβυζαντινή θρησκευτική τέχνη.

Η μελέτη επικεντρώνεται την περίοδο από τον 18ο αιώνα έως το 1914. Τη χρονιά αυτή στους πρώτους εκλογικούς καταλόγους που συγκροτούνται, 15 Σαμαριναίοι δηλώνουν ως επάγγελμα ζωγράφοι. «Δεν μπορούμε να μιλάμε για σχολή, αλλά για ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι που άρχισε να αναπτύσσεται στα τέλη του 18ου αιώνα», διευκρινίζει ο κ. Παπαγεωργίου. «Την περίοδο αυτή στον ελλαδικό χώρο “αρχίζει να μυρίζει Ευρώπη”, όπως λέει ο Κ.Θ. Δημαράς. Οι επιδράσεις από τον συγχρωτισμό των Ελλήνων εμπόρων με τη δυτική Ευρώπη είναι ιδιαίτερα εμφανείς σε όλες τις εκφάνσεις του βίου. Παράλληλα, νέοι ναοί ανεγείρονται με αποτέλεσμα να υπάρχει ζήτηση μαστόρων και ζωγράφων. Eνα από τα καλλιτεχνικά κέντρα που αναπτύσσονται είναι και των Σαμαριναίων κι όπως δείχνει μια μοναδική του είδους επιγραφή στον ναό Αγίας Τριάδας Γιαννωτών Ελασσόνας με τις δαπάνες του ναού: εις τους κτίστας 1.600/εις τους μαραγκούς 1.125/εις τους Ζωγράφους 4.600. Οι ζωγράφοι ήταν οι πιο καλοπληρωμένοι».

Οι πρώτοι καλλιτέχνες φαίνεται πως διδάχθηκαν την τέχνη από τους Αγιορείτες μοναχούς που ίδρυσαν τη μονή της Αγίας Παρασκευής (1713) στον αρχικό οικισμό της Σαμαρίνας. Η αρχαιότερη καταγεγραμμένη υπογραφή (1796) είναι του Μανουήλ στον ναό του Αγίου Νικολάου Σπηλιάς στον Γάβρο Καλαμπάκας. Ο αριθμός των καλλιτεχνών αυξάνεται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. «Είναι ένας αιώνας με τα “πολλαπλά πρόσωπα” της τέχνης», επισημαίνει ο συγγραφέας. «Η έκρηξη της Επανάστασης, η ίδρυση του ελληνικού κράτους, η δημιουργία της “Σχολής των Ωραίων Τεχνών” στην Αθήνα, ο εκσυγχρονισμός της βυζαντινής ζωγραφικής, η εισαγωγή της ελαιογραφίας και της νεορωσικής ναζαρινής τέχνης στο Αγιον Oρος, επιδρούν και στα καλλιτεχνικά κέντρα. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε για πάνω από εκατό χρόνια η παραγωγή των Σαμαριναίων ζωγράφων. Τα επώνυμα μαρτυρούν ενδοοικογενειακή μαθητεία η οποία εξασφαλίζει και τη συνέχεια της οικογενειακής παράδοσης, σε ορισμένες περιπτώσεις για τέσσερις-πέντε γενιές. Οι ζωγράφοι που αναλάμβαναν τη διακόσμηση ναών ή καθολικών δρούσαν οργανωμένοι σε συνεργεία ή συντροφίες ακολουθώντας τους εμπορικούς δρόμους της εποχής».

Καθοριστικό ρόλο για την κινητικότητά τους έπαιξε η μακρά καλλιτεχνική παράδοση και η φήμη που είχαν αποκτήσει. Από τον εκτενή αλφαβητικό κατάλογο, ένα από τα λήμματα αναφέρεται στη Σημίνω (Ασημίνα). Αποτελεί μοναδικό παράδειγμα συνυπογραφής σε εικόνα με πρώτο το γυναικείο όνομα «δια χειρός Σιμίνω και Αναστάσιος» (1861). «Υποθέτω ότι ήταν κόρη και πατέρας. Γιατί μόνο ένας πατέρας θα επέτρεπε στην κόρη να υπογράψει πρώτη», λέει ο κ. Παπαγεωργίου.

Στις εικονογραφίες οι Σαμαριναίοι δεν άφηναν μόνο το όνομα και τον τόπο καταγωγής τους αλλά και επιγραφές που απευθύνονται στους ιερείς ή στους πιστούς. Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι του Αδάμ Χρ. Κράια στον ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου στον Μεσενικόλα Καρδίτσας. Ο ζωγράφος αφού ανυψώνει την καλλιτεχνική δημιουργία «Εμπνευσις θεία/η ζωγραφία/[…] την φαντασίαν εις ύψος αίρει», καταλήγει προσδοκώντας την επιείκεια των πιστών-θεατών για το έργο του: «Συ δε ο κρίνας/ Αφες τα λάθη βροτών γαρ πάθη». Μια άλλη επιγραφή προτρέπει τους ιερείς να θυμιατίζουν λιγότερο, «είναι κρίμα θαμπονει ι ζογραφία», γράφει στην πρόθεση του Αγίου Γεωργίου της ομώνυμης μονής στο Μυρόφυλλο Τρικάλων.

Από τις πλέον σπάνιες επιγραφές είναι η τρίγλωσση που σώζεται στο καθολικό της μονής των Αγίων Αποστόλων Κλεινού Καλαμπάκας. Στίχοι του Αγίου Ζωσιμά είναι γραμμένοι από τον Μιχαήλ Δ. Αναγνώστου, σε διαφορετικές γλωσσικές μορφές: στη λόγια εκκλησιαστική, στη δημοτική κοινή της εποχής και στη βλάχικη γλώσσα με ελληνικό αλφάβητο. «Σκιάζου και έμπαινε μέσα στην εκκλησίαν/ τρέμε και έπαιρνε την θείαν κοινωνίαν/ κόλασες και φωτιές αν θέλεις για να φύγης».