Την ώρα που η κυβέρνηση ανεβάζει τον πήχη των μισθολογικών προσδοκιών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα από τα μεγαλύτερα παραγωγικά μειονεκτήματα στην Ευρώπη. Ο στόχος για μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης πάνω από 1.800 ευρώ έως το 2030 προϋποθέτει αύξηση των ονομαστικών αποδοχών κατά τουλάχιστον 18,7% σε σχέση με το 2025, την ώρα που η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας παραμένει κοντά στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου και οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με νέο κύμα αυξήσεων στο ενεργειακό και μεταφορικό κόστος. Η πολιτική δέσμευση αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η αύξηση των μισθών πρέπει να συμβαδίσει με την ενίσχυση της παραγωγής και των επενδύσεων, χωρίς το όφελος να εξανεμιστεί από τις ανατιμήσεις.
Τα στοιχεία της S&P Global για τον Οκτώβριο καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση του κόστους εισροών στην ελληνική μεταποίηση από τον Μάιο
Στο τελευταίο Υπουργικό Συμβούλιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέφερε τον στόχο για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ στις αρχές του 2028, επιβεβαιώνοντας ότι νέα αύξηση περιλαμβάνεται στις προτεραιότητες του επόμενου εξαμήνου. Στον ευρύτερο κυβερνητικό σχεδιασμό, ο μέσος μικτός μισθός πλήρους απασχόλησης προβλέπεται να αυξηθεί από 1.516 ευρώ το 2025 σε περισσότερα από 1.700 ευρώ το 2028 και να ξεπεράσει τα 1.800 ευρώ το 2030. Πρόκειται για αύξηση τουλάχιστον 284 ευρώ τον μήνα μέσα σε πέντε χρόνια, η οποία αντιστοιχεί σε μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 3,5%, χωρίς να συνυπολογίζεται η επίδραση του πληθωρισμού στην αγοραστική δύναμη.
Οι αριθμοί αποκτούν διαφορετική διάσταση όταν συγκριθούν με τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η ελληνική παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας, υπολογισμένη σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, αντιστοιχούσε μόλις στο 54,5% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταγράφοντας τη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των κρατών-μελών για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Παρά τη σταδιακή βελτίωση των τελευταίων ετών, η απόσταση παραμένει μεγάλη, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι οι πολλές ώρες εργασίας στην Ελλάδα δεν συνοδεύονται από αντίστοιχα υψηλή παραγωγή ανά εργαζόμενο.
Οι επιχειρήσεις ανάμεσα στους μισθούς και στις ανατιμήσεις
Η δυσκολία γίνεται μεγαλύτερη καθώς οι επιχειρήσεις καλούνται να απορροφήσουν αυξημένο κόστος ενέργειας, μεταφορών και πρώτων υλών, την ίδια περίοδο που ενισχύονται οι προσδοκίες για υψηλότερες αμοιβές. Τα στοιχεία της S&P Global για τον Οκτώβριο, που δημοσιεύθηκαν στις 2 Νοεμβρίου, καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση του κόστους εισροών στην ελληνική μεταποίηση από τον Μάιο, με τις επιχειρήσεις να προχωρούν στις εντονότερες ανατιμήσεις των προϊόντων τους από τον Ιούνιο. Παράλληλα, οι νέες παραγγελίες εξακολουθούν να αυξάνονται, αλλά με τον ασθενέστερο ρυθμό του τελευταίου πενταμήνου, ενώ η επιχειρηματική εμπιστοσύνη έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη μισθολογική πολιτική, καθώς οι επιχειρήσεις δεν αντιμετωπίζουν μόνο το κόστος των αυξήσεων στις αποδοχές, αλλά και τις εργοδοτικές εισφορές, την ακριβότερη χρηματοδότηση και τις συνεχείς μεταβολές στις τιμές των προμηθειών τους. Όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται με χαμηλότερους ρυθμούς από τις αμοιβές, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μπορεί να επιβαρυνθεί, ιδιαίτερα σε κλάδους με έντονο ανταγωνισμό και περιορισμένα περιθώρια κέρδους. Σε αυτές τις συνθήκες, οι επιχειρήσεις έχουν μικρότερη ευχέρεια να χρηματοδοτήσουν νέες αυξήσεις χωρίς να περιορίσουν την κερδοφορία τους ή να αναπροσαρμόσουν τις τιμές πώλησης.
Η κυβέρνηση στηρίζει τον σχεδιασμό της σε μια σημαντική ενίσχυση των επενδύσεων, οι οποίες προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 46 δισ. το 2026
Μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις, βιομηχανίες που έχουν επενδύσει στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής τους και κλάδοι υψηλής προστιθέμενης αξίας διαθέτουν διαφορετικά περιθώρια μισθολογικών αυξήσεων από τις μικρές επιχειρήσεις του εμπορίου, της εστίασης και των υπηρεσιών, όπου η εργασία αντιπροσωπεύει συχνά σημαντικό μέρος του συνολικού κόστους. Η διαφορά αυτή μπορεί να αποτυπωθεί και στις αποδοχές των εργαζομένων, καθώς ο κυβερνητικός στόχος αφορά τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης και όχι μια οριζόντια αύξηση που θα λάβουν όλοι.
Πόση αύξηση θα μείνει στην τσέπη
Η δεύτερη μεγάλη δοκιμασία αφορά τον πληθωρισμό, ο οποίος μπορεί να περιορίσει σημαντικά το πραγματικό όφελος ακόμη και εάν επιτευχθεί ο κυβερνητικός στόχος. Η αύξηση από τα 1.516 στα 1.800 ευρώ αντιστοιχεί σε 18,7% σε ονομαστικούς όρους, αλλά η βελτίωση της αγοραστικής δύναμης θα εξαρτηθεί από τη σωρευτική αύξηση των τιμών έως το 2030. Εάν ο πληθωρισμός κινηθεί κατά μέσο όρο στο 2% ετησίως την πενταετία 2026–2030, η πραγματική αύξηση του μισθού θα περιοριστεί περίπου στο 7,6%, ενώ με μέσο πληθωρισμό 3% θα υποχωρήσει κοντά στο 2,5%.
Η πρόσφατη αναζωπύρωση των ενεργειακών ανατιμήσεων καθιστά αυτή την παράμετρο ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η άνοδος του κόστους μεταφορών και παραγωγής επηρεάζει σταδιακά τις τελικές τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Για τους εργαζομένους, οι υψηλότερες ονομαστικές αποδοχές δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε μεγαλύτερη δυνατότητα κατανάλωσης, ιδιαίτερα όταν σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κατευθύνεται σε στέγαση, τρόφιμα και ενέργεια.
Η κυβέρνηση στηρίζει τον σχεδιασμό της σε μια σημαντική ενίσχυση των επενδύσεων, οι οποίες προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 46 δισ. ευρώ το 2026 σε περισσότερα από 60 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030. Η αύξηση αυτή μπορεί να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής, στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και στη δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας, αλλά η επίδρασή της στην παραγωγικότητα θα εξαρτηθεί από τους κλάδους στους οποίους θα κατευθυνθούν τα κεφάλαια και από το κατά πόσο οι επενδύσεις θα αυξήσουν την παραγόμενη αξία ανά εργαζόμενο.