Νέα μεταγωγικά αεροπλάνα: Αντίστροφη μέτρηση για τα C-390 Millennium της Πολεμικής Αεροπορίας


Ο Νίκος Δένδιας υποδέχεται στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας το Πορτογάλο ομόλογό του, Νούνο Μέλο (Nuno Melo), με την υπογραφή της Διακρατικής Συμφωνίας με την Πορτογαλία για την προμήθεια τριών αεροσκαφών KC 390 EMBRAER, να βρίσκεται στο επίκεντρο.

Του Χρήστου Μαζανίτη

Η Πολεμική Αεροπορία αποφάσισε να αλλάξει σελίδα σε ότι αφορά τις μεταγωγικές της δυνατότητες, εισάγοντας έναν νέο τύπο μεταγωγικών αεροσκαφών.

Το C-390 Millennium της βραζιλιάνικης Embraer είναι γεγονός, με την ηγεσία να εκτιμά ότι θα μπορέσει να καλύψει τις επιχειρησιακές ανάγκες, που δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει ο υπάρχον στόλος.

Βάσει του σχεδιασμού της ΠΑ το αεροσκάφος θα λειτουργεί και ως ιπτάμενο τάνκερ.

Ωστόσο, προς το παρόν είναι πιστοποιημένο για τον εναέριο ανεφοδιασμό μόνο των Mirage 2000-5 και των Rafale που διαθέτει η ΠΑ, όμως εκτιμάται ότι θα επέλθει τελικά η συνεργασία με τους Αμερικανούς για την πιστοποίηση τόσο για τα F-16 Viper όσο και για τα F-35.

Επιτρέπει τη μεταφορά μέγιστου ωφέλιμου φορτίου έως 26 τόνους και αναπτύσσει μέγιστη ταχύτητα πλεύσης που αγγίζει τους 470 κόμβους (870 χλμ/ώρα), προσφέροντας πολύ ταχύτερες αερομεταφορές εν σχέσει με τα παλαιότερα ελικοφόρα μεταγωγικά. Παράλληλα, τα ελληνικά αεροσκάφη θα διαθέτουν προηγμένες δυνατότητες Ηλεκτρονικού Πολέμου.

Το συνολικό κόστος της προμήθειας για τα τρία αεροσκάφη αγγίζει τα 590 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό αναλύεται σε 532 εκατομμύρια ευρώ που αφορούν την αγορά των ίδιων των αεροσκαφών μαζί με το απαραίτητο πακέτο τεχνικής και λογιστικής υποστήριξης, ενώ επιπλέον 57 εκατομμύρια ευρώ προορίζονται για την εγκατάσταση του ολοκληρωμένου συστήματος αυτοπροστασίας και ηλεκτρονικού πολέμου. Η χρηματοδότηση αυτή θα υλοποιηθεί μέσω της διακρατικής συμφωνίας (G2G) Ελλάδας και Πορτογαλίας.

Η συνεργασία με την Πορτογαλία περιλαμβάνει ένα πλήρες πρόγραμμα προετοιμασίας πριν από την άφιξη των αεροσκαφών. Οι πρώτοι Έλληνες ιπτάμενοι και τεχνικοί της Πολεμικής Αεροπορίας θα μεταβούν στην Πορτογαλία για να περάσουν από εξειδικευμένη εκπαίδευση, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία και τις υποδομές της πορτογαλικής αεροπορίας που επιχειρεί ήδη με τον συγκεκριμένο τύπο, ώστε τα πληρώματα να είναι πλήρως επιχειρησιακά έτοιμα όταν παραληφθεί το πρώτο ελληνικό C-390.

Όπως έχει γίνει γνωστό, το πρώτο C-390, στην έκδοση KC που σημαίνει ότι θα είναι διαμορφωμένο και ως ιπτάμενο τάνκερ, αναμένεται να παραληφθεί από την Πολεμική Αεροπορία το 2027 ενώ τα υπόλοιπα 2 θα έρθουν σταδιακά ως το 2030. Η Ελλάδα διατηρεί την προαίρεση για την παραγγελία επιπλέον 3 μεταγωγικών του τύπου.

Το στοίχημα της πολυτυπίας

Ωστόσο, όπως έχουμε ξανατονίσει στο .gr, την ίδια ακριβώς στιγμή που ο στόλος των μαχητικών κινείται προς τη δραστική μείωση της πολυτυπίας, η επικείμενη προμήθεια των υπερσύγχρονων βραζιλιάνικων μεταγωγικών αεροσκαφών Embraer C-390 Millennium έρχεται να δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα επιχειρησιακή αντίφαση, εισάγοντας έναν τρίτο τύπο αεροσκάφους στον πολύπαθο τομέα των τακτικών αερομεταφορών.

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της πρόκλησης, αρκεί να αναλογιστεί ότι η Πολεμική Αεροπορία δεν αντικαθιστά άμεσα έναν υφιστάμενο τύπο μεταγωγικού, αλλά προσθέτει μια εντελώς νέα πλατφόρμα δίπλα στα υπάρχοντα τετρακινητήρια turboprop C-130 Hercules και τα δικινητήρια C-27J Spartan. Αν και η ανάγκη για την ενίσχυση και την ανανέωση των μεταγωγικών δυνατοτήτων της χώρας είναι επιτακτική, δεδομένων των χρόνιων προβλημάτων διαθεσιμότητας που αντιμετώπισε ο στόλος των Hercules, η ταυτόχρονη διαχείριση τριών διαφορετικών τύπων μεταγωγικών αεροσκαφών αποτελεί έναν εφοδιαστικό και εκπαιδευτικό Γολγοθά, που έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με τη φιλοσοφία ενοποίησης των μαχητικών.

Η εισαγωγή του C-390, ενός αεροσκάφους τεχνολογίας jet με εξαιρετικές επιδόσεις, ταχύτητα και μεταφορική ικανότητα, απαιτεί τη δημιουργία μιας νέας, αυτόνομης υποδομής υποστήριξης από το μηδέν. Οι τεχνικοί της Πολεμικής Αεροπορίας, οι οποίοι ήδη πιέζονται για να διατηρήσουν τις διαθεσιμότητες των υφιστάμενων μέσων, θα κληθούν να εκπαιδευτούν σε ένα εντελώς νέο περιβάλλον, με διαφορετικές απαιτήσεις συντήρησης, εξειδικευμένα εργαλεία και διαφορετική φιλοσοφία υποστηρικτικών συστημάτων. Η συνύπαρξη των C-130, των C-27J και των C-390 σημαίνει ότι η Πολεμική Αεροπορία θα είναι υποχρεωμένη να διατηρεί τρεις ξεχωριστές γραμμές τροφοδοσίας ανταλλακτικών, τρία διαφορετικά προγράμματα εργοστασιακής συντήρησης και τρεις διακριτούς κύκλους εκπαίδευσης ιπταμένων και επίγειων πληρωμάτων. Αυτή η κατάσταση διασπά τους ήδη περιορισμένους πόρους της αεροπορικής υποστήριξης και στερεί από το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας τις οικονομίες κλίμακας που με τόσο κόπο προσπαθεί να εξασφαλίσει μέσω της ομοιογένειας των μαχητικών.

Επιπλέον, η πρόκληση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν αναλογιστεί κανείς τη διαφορά γενεών και τεχνολογίας. Το C-390 Millennium είναι ένα ψηφιακό, δικτυοκεντρικό αεροσκάφος που ενσωματώνει προηγμένα συστήματα fly-by-wire και σύγχρονα avionics. Η ενσωμάτωσή του στην 356η Μοίρα Τακτικών Μεταφορών ή η ίδρυση μιας νέας Μοίρας θα απαιτήσει ριζική αναβάθμιση των επίγειων υποδομών υποστήριξης. Αν και η πρόσφατη στρατηγική συνεργασία της Embraer με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία για τη δημιουργία κέντρου συντήρησης και υποστήριξης στην Ελλάδα αποτελεί μια θετική εξέλιξη που μετριάζει το ρίσκο, η πίεση στην καθημερινή λειτουργία της Πολεμικής Αεροπορίας παραμένει υπαρκτή. Οι ιπτάμενοι των μεταγωγικών δεν θα είναι εύκολα εναλλάξιμοι μεταξύ των τύπων, ενώ η διαχείριση της ροής των ανταλλακτικών για τρεις διαφορετικούς κατασκευαστές, τη Lockheed Martin, τη Leonardo και την Embraer, θα δοκιμάσει τις αντοχές των εφοδιαστικών κλιμακίων.

Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας φαίνεται πως αποδέχεται αυτή την πρόσκαιρη εφοδιαστική δυσκολία ως ένα αναγκαίο τίμημα για την εξασφάλιση της επιχειρησιακής επιβίωσης των αερομεταφορών. Τα C-130, παρά τις προσπάθειες επαναφοράς τους, κουβαλούν στις πλάτες τους δεκαετίες σκληρής υπηρεσίας και η πλήρης αντικατάστασή τους με αντίστοιχης κατηγορίας αεροσκάφη της δυτικής αγοράς θα απαιτούσε τεράστια κονδύλια και μακρόχρονες αναμονές στις γραμμές παραγωγής.

Το C-390 προσφέρει μια άμεση, οικονομικά ελκυστική και επιχειρησιακά ανώτερη λύση σε όρους ταχύτητας και εμβέλειας, λειτουργώντας ως γέφυρα προς το μέλλον. Στο μυαλό των σχεδιαστών του Πενταγώνου, η τρέχουσα πολυτυπία στα μεταγωγικά δεν είναι ένας μόνιμος στρατηγικός στόχος, αλλά μια μεταβατική φάση αναγκαιότητας. Θα έλεγε κάποιος πως η προσδοκία είναι ότι, σε βάθος χρόνου, καθώς τα παλαιότερα C-130 θα αποσύρονται οριστικά, ο στόλος των μεταγωγικών θα σταθεροποιηθεί και αυτός σε δύο μόνο τύπους: το C-27J για τις ελαφρύτερες, εγχώριες τακτικές αποστολές και το C-390 για τις βαριές, στρατηγικές και διεθνείς μεταφορές, καθώς και για τον κρίσιμο ρόλο του εναέριου ανεφοδιασμού.

Όμως, η συζήτηση γύρω από το μέλλον των ελληνικών τακτικών αερομεταφορών περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, καθώς η ιστορία των C-130 στην Πολεμική Αεροπορία φαίνεται πως αρνείται να κλείσει τον κύκλο της. Παρά την ξεκάθαρη στροφή προς το βραζιλιάνικο C-390 Millennium για την κάλυψη των άμεσων αναγκών, η οριστική απόσυρση του θρυλικού «Ηρακλή» δεν αποτελεί μια απλή ή νομοτελειακή εξίσωση. Αντίθετα, οι πληροφορίες που θέλουν την Αθήνα να εξετάζει μελλοντικά και την απόκτηση της υπερσύγχρονης έκδοσης C-130J Super Hercules, όταν οι οικονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, φέρνουν στο προσκήνιο ένα ισχυρό βιομηχανικό και επιχειρησιακό επιχείρημα, που βασίζεται στον ρόλο της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας.

Η Ελλάδα δεν είναι ένας απλός πελάτης της Lockheed Martin, αλλά συμπαραγωγός στο πρόγραμμα του C-130J, καθώς η ΕΑΒ κατασκευάζει σημαντικά τμήματα της ατράκτου του αεροσκάφους για την παγκόσμια αγορά. Σχεδόν το 30% του είναι made in Greece. Αυτό το καθεστώς δημιουργεί μια μοναδική βιομηχανική εξάρτηση: η επιστροφή σε μια ανανεωμένη οικογένεια Hercules θα μπορούσε να λειτουργήσει ανταποδοτικά για την εγχώρια οικονομία, μειώνοντας το τελικό κόστος κτήσης μέσω της ελληνικής προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον, το C-130J διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο τεχνικής υποστήριξης παγκοσμίως, ενώ οι turboprop κινητήρες του προσφέρουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σκληρά, μη ασφαλτοστρωμένα αεροδρόμια και νησιωτικούς διαδρόμους, σε σχέση με τους κινητήρες jet του C-390.

Αν το σενάριο αυτό επαληθευτεί, η Πολεμική Αεροπορία θα βρεθεί μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα που ανατρέπει πλήρως τα δεδομένα περί ομοιογένειας. Αντί για τη σταδιακή μείωση των τύπων, ο στόλος των μεταγωγικών θα παγιωθεί σε μια μόνιμη, τριπλή δομή, αποτελούμενη από τα C-27J για τις ελαφρές μεταφορές, τα C-390 για τις στρατηγικές αποστολές μεγάλης ταχύτητας και τα νέα C-130J ως τη βαριά, δοκιμασμένη ραχοκοκαλιά του στόλου. Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε ότι η πολυτυπία δεν θα είναι μια παροδική «παιδική ασθένεια» της μεταβατικής περιόδου, αλλά μια συνειδητή στρατηγική επιλογή.

Το τίμημα για τη διατήρηση αυτής της βιομηχανικής και επιχειρησιακής πολυφωνίας θα είναι η μόνιμη εφοδιαστική πίεση. Η Πολεμική Αεροπορία θα πρέπει να αποδεχτεί ότι η ενοποίηση που πέτυχε στα μαχητικά δεν θα εφαρμοστεί ποτέ στις αερομεταφορές. Η ανάγκη για εξειδικευμένες αλυσίδες εφοδιασμού, ξεχωριστά αποθέματα ανταλλακτικών και παράλληλα προγράμματα εκπαίδευσης για τρεις διαφορετικούς τύπους θα παραμείνει ενεργή, με το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας να ποντάρει στην υψηλή αξιοπιστία των νέων συστημάτων, για να εξισορροπήσει το αυξημένο κόστος συντήρησης.