Ισχυρό μήνυμα μνήμης έξω από την τοποθεσία που διεξάγεται η δίκη για την τραγωδία στα Τέμπη πριν από 3 και πλέον χρόνια – Εκεί και η φωτογραφία του Γεράσιμου Γεωργιάδη, με το μήνυμα «είμαι παρών» – Συγκλονιστική η κατάθεση του Β. Βλάχου
Φωτογραφίες των θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών έχουν αναρτηθεί έξω από το συγκρότημα «Γαιόπολις» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, όπου διεξάγεται η δίκη, στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα μνήμης για τους 57 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους.
Δίπλα στις φωτογραφίες των θυμάτων, υπάρχει και η φωτογραφία του επιζώντα Γεράσιμου Γεωργιάδη, με το μήνυμα «είμαι παρών».
Σύμφωνα με το onlarissa.gr, σε αυτό το φορτισμένο κλίμα πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου η 46η συνεδρίαση της δίκης, με τη συγκλονιστική κατάθεση του Βαγγέλη Βλάχου, αδελφού του Βάιου Βλάχου, ο οποίος αναφέρθηκε στις τελευταίες ώρες της ζωής του αδελφού του, στις συνθήκες λειτουργίας του σιδηροδρόμου και στις καταγγελίες για αλλοίωση του τόπου της τραγωδίας.
Οι φωτογραφίες των θυμάτων, τοποθετημένες έξω από τον χώρο όπου εξελίσσεται η δικαστική διαδικασία, υπενθυμίζουν τις ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023 και τον πόνο που εξακολουθούν να βιώνουν οι οικογένειές τους.
Στο εδώλιο και στη δικαστική αίθουσα συνεχίζεται η προσπάθεια να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες της τραγωδίας και να αποδοθούν ευθύνες. Από τους κατηγορουμένους, παρών στη συγκεκριμένη συνεδρίαση ήταν ο Σπυρίδων Πατέρας.
«Μεγάλωσα μαζί του στο ίδιο δωμάτιο, με τα ίδια παιχνίδια»
«Ήταν διαρκές και προδιαγεγραμμένο το έγκλημα των Τεμπών», υπογράμμισε ο Βαγγέλης Βλάχος, υποστηρίζοντας ότι οι αρμόδιοι γνώριζαν επί χρόνια τις σοβαρές ελλείψεις στην ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου. Παράλληλα, περιέγραψε την προσωπική έρευνα που πραγματοποίησε μετά τον θάνατο του αδελφού του, αναζητώντας απαντήσεις για όσα συνέβησαν πριν και μετά τη σύγκρουση.
«Ο Βάιος ήταν ο μικρός μου αδελφός. Μεγάλωσα μαζί του στο ίδιο δωμάτιο, με τα ίδια παιχνίδια. Μεγαλώσαμε μαζί, σπουδάσαμε μαζί», ανέφερε στην αρχή της κατάθεσής του, ανακαλώντας τη σχέση τους και τις αναμνήσεις από την κοινή τους ζωή.
Θυμήθηκε την τελευταία συνομιλία τους, όταν ο Βάιος ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, καθώς στο πλαίσιο της εργασίας του σε τεχνική εταιρεία επρόκειτο να ασχοληθεί με την πιστοποίηση βαγονιών. «Πρέπει να αλλάξει η ασφάλεια. Ο αδελφός μου αυτό έκανε και αυτό τον έκανε χαρούμενο, αλλά από αυτό χάθηκε», είπε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η αναφορά του στον γιο του, ο οποίος λάτρευε τον θείο του, αλλά δεν πρόλαβε να τον αποχαιρετήσει. «Ο γιος μου τον λάτρευε τον Βάιο, αλλά δεν μπόρεσε να τον ξαναδεί. Πήγαμε ένα κλειστό φέρετρο», κατέθεσε, εξηγώντας ότι μετά την τραγωδία η οικογένειά του αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής της στην αναζήτηση απαντήσεων.
Ο μάρτυρας περιέγραψε στη συνέχεια την προσπάθειά του να ανασυνθέσει την τελευταία διαδρομή του αδελφού του, αξιοποιώντας στοιχεία και καταγραφές από κάμερες. Όπως ανέφερε, ο Βάιος έφτασε στον Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, όπου παρέμεινε περίπου μισή ώρα, ενώ αργότερα καταγράφηκε στο Παλαιοφάρσαλο.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, εκεί ήταν εκνευρισμένος λόγω της καθυστέρησης, είχε κατέβει από το τρένο και συνομιλούσε με άλλους επιβάτες. Ο Βαγγέλης Βλάχος συνέδεσε όσα συνέβησαν στο Παλαιοφάρσαλο με τις συνθήκες λειτουργίας του σιδηροδρόμου, υποστηρίζοντας ότι, παρά τα προβλήματα που είχαν προηγηθεί, δεν ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας.
«Δεν πήραν κανένα μέτρο σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες για να εξασφαλίσουν την ασφάλεια. Πάλι πήγαιναν με 160-170. Υπήρχε μια ανασφαλής κανονικότητα καθημερινά, όχι μόνο εκείνη την ημέρα», ανέφερε. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις καταγεγραμμένες συνομιλίες των εμπλεκομένων, τις οποίες χαρακτήρισε ντροπιαστικές.
«Τα άκουσα όλα αυτά τα ηχητικά. Είναι ντροπιαστικά. Δεν υπήρχε καμία σοβαρή επικοινωνία. Ήταν διαρκές και προδιαγεγραμμένο το έγκλημα των Τεμπών», τόνισε.
Η αγωνία για τον εντοπισμό του Βάιου και οι δραματικές ώρες μετά τη σύγκρουση
Ο Βαγγέλης Βλάχος αναφέρθηκε και στις δραματικές ώρες που ακολούθησαν τη σύγκρουση, όταν ο ίδιος βρισκόταν στο εξωτερικό και προσπαθούσε απεγνωσμένα να εντοπίσει τον αδελφό του.
«Θυμάμαι το πρώτο τηλεφώνημα του πατέρα μου με βιντεοκλήση. Εκεί κατάλαβα πως δεν ήταν καλά τα πράγματα. Μου εξήγησε τι είχε γίνει με τον αδελφό μου. Ο γιος μου μόλις άκουσε άρχισε να ουρλιάζει», είπε.
Όπως περιέγραψε, παρακολουθούσε στην τηλεόραση τις εικόνες με τα λεωφορεία που μετέφεραν επιβάτες από το σημείο της τραγωδίας, προσπαθώντας να διακρίνει ανάμεσά τους τον Βάιο. Το κινητό τηλέφωνο του αδελφού του δεν απαντούσε, ενώ ο πατέρας τους βρισκόταν ήδη στο νοσοκομείο και τον είχε ενημερώσει ότι στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών έφταναν πλέον νεκροί.
«Έπαιρνα με αγωνία σε όλα τα νοσοκομεία για να βρω τον Βάιο. Ο πατέρας μου μου είπε πως θα κάτσει εκεί να βλέπει τους σάκους για να αναγνωρίσει τον σωματότυπο του Βάιου. Εμένα μου ζήτησε να ψάχνω και από τότε αυτό κάνω για τον αδελφό μου», κατέθεσε.
Μάλιστα, κάποια στιγμή πληροφορήθηκε ότι σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης νοσηλευόταν ένας άνδρας με το όνομα Βάιος, ο οποίος είχε πάρει εξιτήριο και ήταν καλά. Τελικά, αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για διαφορετικό άνθρωπο, από τα Τρίκαλα.
Ο ίδιος χρειάστηκε τρεις ημέρες για να επιστρέψει από το εξωτερικό και να παραστεί στην κηδεία του αδελφού του. Οι επόμενες εικόνες που αντίκρισε από εκείνον ήταν οι φωτογραφίες της ιατροδικαστικής εξέτασης. «Είδαμε τις φωτογραφίες, έφριξα. Δεν μπορώ να το δεχθώ, είναι πολύ άδικο αυτό», ανέφερε.
Οι καταγγελίες για αλλοίωση του τόπου της τραγωδίας
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο μάρτυρας στις παρεμβάσεις που έγιναν στον τόπο της σύγκρουσης τις πρώτες ημέρες μετά την τραγωδία, καταγγέλλοντας οργανωμένη προσπάθεια αλλοίωσης του χώρου και κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων.
«Όταν εμείς μαθαίναμε, είχαν ήδη συναντηθεί, είχαν ήδη αποφασίσει για το πώς θα δράσουν για να αλλοιώσουν όλο τον χώρο και τα στοιχεία», υποστήριξε, ζητώντας να αποκαλυφθεί τι ακριβώς αποφασίστηκε στις συσκέψεις εκείνων των ημερών.
Περιγράφοντας την πρώτη του επίσκεψη στο σημείο του δυστυχήματος, είπε ότι αντίκρισε έναν χώρο εντελώς διαφορετικό από εκείνον που περίμενε. «Με το που παρκάραμε στον χώρο ένιωθα πως είμαι σε όνειρο. Βλέπω τον χώρο αγνώριστο. Μου βγήκε θυμός, άρχισα να κλαίω, να βρίζω και να ρωτάω ποιος το έκανε αυτό», ανέφερε.
Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, ένας αστυνομικός που βρισκόταν στο σημείο τού μίλησε για «έναν ψηλό με μουστάκι», ο οποίος είχε δώσει εντολή μέχρι την Κυριακή ο χώρος να είναι «λαμπίκο».
Ο Βαγγέλης Βλάχος είπε ότι τότε αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί και ξεκίνησε μαζί με την οικογένειά του την προσπάθεια να εντοπίσουν τα χώματα που είχαν απομακρυνθεί. Όπως εξήγησε, συνέκριναν φωτογραφίες και καταγραφές πριν και μετά τις παρεμβάσεις, αναζητώντας στοιχεία ακόμη και σε αμμορυχεία. Για τα ευρήματά τους ενημέρωσαν τον ειδικό εφέτη ανακριτή, Σωτήρη Μπακαΐμη.
Αναφέρθηκε, επίσης, στην επίσκεψη που πραγματοποίησε μαζί με τη μητέρα του στο Αστυνομικό Τμήμα Τεμπών, δύο ημέρες μετά την κηδεία του αδελφού του. Όπως περιέγραψε, στον χώρο υπήρχε έντονη μυρωδιά λάσπης και υγρασίας, ενώ η μητέρα του εντόπισε μια τσάντα που ανήκε στη σύντροφο του Βάιου.
Ο μάρτυρας επέμεινε ότι η διερεύνηση των παρεμβάσεων στον τόπο του δυστυχήματος αποτελεί βασικό ζήτημα για την οικογένειά του. Παράλληλα, κατήγγειλε τις διαρροές στοιχείων της δικογραφίας, οι οποίες, όπως είπε, προκαλούν πρόσθετο πόνο στους συγγενείς των θυμάτων.
«Έχουμε ανθρώπους που έχουν πρόσβαση στη δικογραφία και διαρρέουν στοιχεία καθημερινά και μας προκαλεί ακόμη περισσότερο πόνο. Έχουμε σεβαστεί τη διαδικασία», ανέφερε.
Οι προειδοποιήσεις για την ασφάλεια του σιδηροδρόμου
Αναλυτική ήταν η αναφορά του και στις προειδοποιήσεις που είχαν προηγηθεί για τα προβλήματα του ελληνικού σιδηροδρόμου. Ο Βαγγέλης Βλάχος υποστήριξε ότι οι αρμόδιοι γνώριζαν τις σοβαρές ελλείψεις, καθώς είχαν ενημερωθεί επανειλημμένα από στελέχη και εργαζομένους που γνώριζαν την κατάσταση του δικτύου.
«Είναι βέβαιο πως όλοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν γι’ αυτή την κατάσταση. Ήξεραν για τις ελλείψεις. Δεν ήταν μόνο τα εξώδικα. Είχαν ενημερωθεί από ανθρώπους σε σημαντικές θέσεις και τους είχαν προειδοποιήσει για το τι θα ακολουθούσε», υποστήριξε.
Παράλληλα, έκανε λόγο για παραπληροφόρηση μετά την τραγωδία, αναφερόμενος ειδικά στην εμφάνιση του κ. Στουρνάρα ως επιβάτη, με σκοπό, όπως ισχυρίστηκε, να παρουσιαστούν τα τρένα ως ασφαλή. Στάθηκε ακόμη στον τοπικό πίνακα κυκλοφορίας της Λάρισας, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, παρουσιάστηκε ως τηλεδιοίκηση.
«Αμέσως μετά τα Τέμπη, μέσα σε έξι μήνες, έκαναν όλα όσα δεν είχαν κάνει τα προηγούμενα έξι χρόνια. Πώς μπόρεσαν να το κάνουν αυτό και δεν το είχαν κάνει νωρίτερα; Θα είχαν προλάβει την τραγωδία», είπε, υποστηρίζοντας ότι πριν από το δυστύχημα ασκούνταν πιέσεις για την πραγματοποίηση πολλών δρομολογίων με υψηλές ταχύτητες.
Η φωτιά και η πυρόσφαιρα μετά τη σύγκρουση
Ξεχωριστό μέρος της κατάθεσής του αφιέρωσε στη φωτιά και στην πυρόσφαιρα που ακολούθησαν τη σύγκρουση, καθώς ο αδελφός του συγκαταλέγεται στα θύματα που απανθρακώθηκαν.
Όπως εξήγησε, η σορός του Βάιου βρέθηκε σε στάση πυγμάχου, γεγονός που δημιούργησε στην οικογένεια ερωτήματα σχετικά με το ενδεχόμενο να ήταν ακόμη ζωντανός όταν εκδηλώθηκε η φωτιά.
«Το ζήτημα της φωτιάς και της πυρόσφαιρας μάς απασχόλησε από την αρχή. Δεν είμαι ειδικός σε αυτό. Απαιτώ απαντήσεις γι’ αυτό», σημείωσε.
Ωστόσο, διευκρίνισε ότι ο ίδιος θεωρεί πειστική την επίσημη εκδοχή που συνδέει την πυρόσφαιρα με τα έλαια σιλικόνης και το ηλεκτρικό τόξο. «Εμένα σήμερα με πείθει η επίσημη εκδοχή με τα έλαια σιλικόνης και το ηλεκτρικό τόξο. Αυτό μου δίνει τις απαντήσεις που χρειάζομαι. Ας το θεωρήσουμε δεδομένο και ας αναζητήσουμε ευθύνες», ανέφερε.
Παράλληλα, ζήτησε να εξεταστούν συνολικά τα ζητήματα πυρασφάλειας των σιδηροδρομικών συρμών. Όπως επισήμανε, η σχετική έρευνα έχει περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό στην πυρασφάλεια των καθισμάτων, ενώ, κατά την άποψή του, πρέπει να διερευνηθούν όλες οι παράμετροι που αφορούν την προστασία των επιβατών από τη φωτιά.
Κλείνοντας την κατάθεσή του, ο Βαγγέλης Βλάχος ζήτησε να αποδοθούν ευθύνες για τον θάνατο του αδελφού του, επιμένοντας παράλληλα στην ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις ασφαλείας στον σιδηρόδρομο, ώστε να μη χαθούν άλλες ανθρώπινες ζωές.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι επιθυμεί να καταδικαστούν μόνο όσοι αποδειχθεί ότι ευθύνονται, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη του στη δικαστική διαδικασία.
«Να υπάρξει δικαιοσύνη και να αλλάξει η ανασφάλεια των σιδηροδρόμων. Να καταδικαστούν όσοι φταίνε για τον θάνατο του αδελφού μου. Να μην καταδικαστεί κανείς που είναι αθώος. Έχω εμπιστοσύνη στο δικαστήριό σας», ήταν τα λόγια με τα οποία ολοκλήρωσε την κατάθεσή του.
Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών