Μήπως η φούσκα της τεχνολογίας έσκασε ήδη; Τι θυμίζει ανατριχιαστικά πολύ το 2000


Μια τεχνολογία μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και ταυτόχρονα να απογοητεύσει τους επενδυτές που πλήρωσαν υπερβολικά ακριβά για να συμμετάσχουν στην επανάστασή της. Το διαδίκτυο το απέδειξε μετά το 2000. Η τεχνητή νοημοσύνη επαναφέρει σήμερα το ίδιο, άβολο ερώτημα στη Wall Street.

Η πτώση του Nasdaq Composite κατά 748 μονάδες, ή περίπου 2,9%, την Παρασκευή εντείνει την ανησυχία ότι η αγορά περνά από την αμφισβήτηση ορισμένων αποτελεσμάτων σε μια ευρύτερη επανεξέταση των προσδοκιών της.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν η τεχνητή νοημοσύνη θα βρει πελάτες. Είναι πόσα θα πληρώνουν αυτοί οι πελάτες, πόσο θα κοστίζει η εξυπηρέτησή τους και πότε τα έσοδα θα δικαιολογήσουν τις τεράστιες επενδύσεις.

Η απάντηση παραμένει ανοιχτή. Όμως οι επενδυτές δείχνουν λιγότερο πρόθυμοι να περιμένουν χωρίς αποδείξεις.

Το 2000 δεν κατέρρευσαν όλα σε μία ημέρα

Ο Μαρκ Χάλμπερτ, σε ανάλυσή του στο MarketWatch, επισημαίνει ότι η συνήθης εικόνα για το σκάσιμο της φούσκας των εταιρειών του διαδικτύου είναι παραπλανητικά απλή.

Ο Nasdaq δεν πέρασε αμέσως από το ιστορικό υψηλό της 10ης Μαρτίου 2000 σε ελεύθερη πτώση. Για περίπου τρεις εβδομάδες παρέμεινε σχετικά κοντά στην κορυφή του. Η μεγάλη κατάρρευση ακολούθησε.

Η παρατήρηση έχει σημασία επειδή περιορίζει την καθησυχαστική αξία του επιχειρήματος ότι ένας δείκτης βρίσκεται ακόμη κοντά στα υψηλά του. Στην αρχή μιας μεγάλης υποχώρησης, η προηγούμενη κορυφή μπορεί να απέχει ελάχιστα.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η ιστορία θα επαναληφθεί. Σημαίνει ότι η απόσταση από το ρεκόρ δεν αρκεί για να αποκλείσει μια βαθύτερη αλλαγή τάσης.

Το ανησυχητικό 84% — και τι πραγματικά σημαίνει

Ο Χάλμπερτ εξετάζει τις 50 μεγαλύτερες ημερήσιες ποσοστιαίες πτώσεις του Nasdaq από τη δημιουργία του, το 1971. Οι 42, δηλαδή το 84%, σημειώθηκαν μέσα σε περιόδους πτωτικής αγοράς, σύμφωνα με τη χρονολόγηση της Ned Davis Research.

Οι περίοδοι αυτές καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών συνεδριάσεων. Άρα οι ακραίες ημερήσιες απώλειες εμφανίζονται δυσανάλογα συχνά όταν η βασική τάση είναι καθοδική.

Χρειάζεται, όμως, μια κρίσιμη διευκρίνιση: το εύρημα δεν σημαίνει ότι η πτώση της Παρασκευής δίνει πιθανότητα 84% να έχει ξεκινήσει πτωτική αγορά. Περιγράφει πού συνέβησαν ιστορικά οι μεγαλύτερες βουτιές· δεν αποτελεί αυτόνομο μοντέλο πρόβλεψης.

Είναι προειδοποιητικό σήμα, όχι ετυμηγορία.

Η αγορά ζητά τον λογαριασμό της τεχνητής νοημοσύνης

Πίσω από τη μεταβλητότητα βρίσκεται μια συγκεκριμένη οικονομική ανησυχία: η ταχύτητα με την οποία αυξάνονται οι δαπάνες σε υπολογιστικές υποδομές.

Σύμφωνα με το Reuters, η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι συνολικές κεφαλαιουχικές δαπάνες για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης θα ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια το 2027. Η J.P. Morgan τοποθετεί τις αντίστοιχες παγκόσμιες επενδύσεις του 2026 περίπου στα 900 δισ. δολάρια.

Τα μεγέθη αυτά εξηγούν γιατί ακόμη και ισχυρή ανάπτυξη εσόδων μπορεί να μην αρκεί για να ικανοποιήσει την αγορά. Οι επενδυτές πρέπει να υπολογίσουν και το κόστος που προηγείται της απόδοσης.

Στο ίδιο ρεπορτάζ, το Reuters καταγράφει ότι οι όμιλοι εξακολουθούν να εμφανίζουν ανθεκτικά έσοδα και ζήτηση για υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους. Η αμφιβολία αφορά την απόδοση του επόμενου κύματος επενδύσεων και τον χρόνο που θα χρειαστεί για να επιτευχθεί.

Όταν οι επενδύσεις χρειάζονται περισσότερο δανεισμό

Η χρηματοδότηση είναι το επόμενο σημείο πίεσης.

Όπως εξηγεί στο Reuters ο οικονομολόγος αγορών της Capital Economics, Τζον Χίγκινς, οι επενδυτές γίνονται πιο νευρικοί καθώς η επενδυτική έκρηξη των μεγάλων παρόχων υπολογιστικών υποδομών εξαρτάται πλέον εν μέρει από εξωτερική χρηματοδότηση.

Κατά την Capital Economics, οι Microsoft, Meta, Amazon και Alphabet αντιπροσωπεύουν συλλογικά περισσότερο από το ένα τρίτο των κεφαλαιουχικών δαπανών που πραγματοποίησαν οι σημερινές εταιρείες του S&P 500 στο τελευταίο δωδεκάμηνο.

Η συγκέντρωση αυτή συνδέει την πορεία μεγάλου μέρους των εταιρικών επενδύσεων με τις αποφάσεις λίγων ομίλων. Αν οι αποδόσεις καθυστερήσουν, η πίεση μπορεί να περάσει από τις μετοχές στο κόστος χρηματοδότησης και από εκεί στα νέα έργα.

Η προειδοποίηση του ΔΝΤ για την κυκλική χρηματοδότηση

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει ήδη συμπεριλάβει μια διόρθωση των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη στους πιθανούς πυροδότες διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής.

Ιδιαίτερη προσοχή δίνει στις συμφωνίες όπου επενδύσεις, δανεισμός και μελλοντικές αγορές υπηρεσιών συνδέουν τις ίδιες επιχειρήσεις μεταξύ τους.

Σε ανάλυση 14 συναλλαγών, το Ταμείο καταγράφει περίπου 300 δισ. δολάρια επενδύσεων σε μετοχικό κεφάλαιο και 650 δισ. δολάρια χρέους, σε συνδυασμό με δεσμεύσεις μελλοντικών εσόδων ύψους 1,4 τρισ. δολαρίων.

Ο κίνδυνος είναι μια απογοήτευση να πλήξει ταυτόχρονα διαφορετικές πλευρές της ίδιας αλυσίδας: την αξία των συμμετοχών, την εξυπηρέτηση των δανείων και τα αναμενόμενα έσοδα.

Το ΔΝΤ δεν προεξοφλεί συστημική κρίση. Προειδοποιεί ότι η μόχλευση, οι συγκεντρωμένες τοποθετήσεις και οι χρηματοδοτικές διασυνδέσεις μπορούν να μεγεθύνουν ένα σοκ.

Γιατί η σημερινή αγορά διαφέρει από το 2000

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά από την εποχή των εταιρειών του διαδικτύου: στον πυρήνα της σημερινής επενδυτικής έκρηξης βρίσκονται επιχειρήσεις με μεγάλα έσοδα και πραγματικά κέρδη.

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η ισχυρή κερδοφορία έχει στηρίξει τις αποτιμήσεις, ενώ σε ορισμένες αγορές οι δείκτες τιμής προς αναμενόμενα κέρδη έχουν υποχωρήσει καθώς αυξάνονται τα κέρδη.

Αυτό προσφέρει στήριγμα. Δεν αποκλείει, όμως, μεγάλες χρηματιστηριακές απώλειες: ακόμη και μια εξαιρετική επιχείρηση μπορεί να αποδειχθεί ακριβή επένδυση, εάν η τιμή της προϋποθέτει αποτελέσματα που τελικά δεν επιτυγχάνονται.

Το αντίβαρο: Οι επενδυτές φοβήθηκαν γρήγορα

Η ανάλυση του Χάλμπερτ εντοπίζει και μια δυνητικά θετική διαφορά.

Ο δείκτης HNNSI, που παρακολουθεί τη μέση προτεινόμενη έκθεση σε μετοχές από ενημερωτικά δελτία χρονισμού της αγοράς με επίκεντρο τον Nasdaq, υποχώρησε κατά 76 ποσοστιαίες μονάδες σε τρεις εβδομάδες, στο 6,2%.

Το 2000, αντίθετα, οι αντίστοιχες συστάσεις έγιναν πιο αισιόδοξες τις πρώτες εβδομάδες μετά την κορυφή.

Από τη σκοπιά της αντίθετης επενδυτικής προσέγγισης, η ταχεία υποχώρηση της αισιοδοξίας μπορεί να λειτουργήσει ως στήριγμα. Αφορά, όμως, ένα συγκεκριμένο δείγμα συμβούλων και δεν εγγυάται ότι οι πωλήσεις ολοκληρώθηκαν.

Η αγορά βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε δύο δυνάμεις: στην εντεινόμενη αμφιβολία για τις αποδόσεις των επενδύσεων και στον φόβο που έχει ήδη οδηγήσει μέρος των επενδυτών εκτός μετοχών.

Το αν έσκασε μια φούσκα θα φανεί εκ των υστέρων. Αυτό που αλλάζει ήδη είναι το βάρος της απόδειξης: οι εταιρείες καλούνται να δείξουν πώς οι τεράστιες δαπάνες θα μετατραπούν σε διατηρήσιμα κέρδη.

Προτιμώμενη πηγή στην Google