Ο Πάτρικ Στιούαρτ, ο Βρετανός ηθοποιός που έγινε παγκοσμίως γνωστός μέσα από τον ρόλο του κυβερνήτη Ζαν-Λικ Πικάρ στη σειρά «Star Trek: The Next Generation», πέθανε την Τετάρτη στο σπίτι του στο Λος Αντζελες, σε ηλικία 86 ετών. Μεγαλωμένος σε δύσκολες συνθήκες σε μια περιοχή ανθρακωρυχείων της Αγγλίας, κατάφερε αρχικά να καταξιωθεί στο σαιξπηρικό θέατρο, προτού στραφεί στην τηλεόραση που του χάρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας του.
Ο θάνατός του, από τη νόσο Αλτσχάιμερ και άνοια με σωμάτια Lewy, ανακοινώθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Με τη βαθιά, χαρακτηριστική φωνή και την έντονη σκηνική του παρουσία, ο Στιούαρτ είχε καταφέρει να καθιερωθεί στο βρετανικό θέατρο πριν συμπληρώσει τα 50 του χρόνια. Στις ΗΠΑ, ωστόσο, παρέμενε σχετικά άγνωστος στο ευρύ τηλεοπτικό κοινό μέχρι το 1987, όταν ανέλαβε τον ρόλο του κυβερνήτη Ζαν-Λικ Πικάρ στο «Star Trek: The Next Generation», την πρώτη τηλεοπτική συνέχεια με ηθοποιούς της θρυλικής σειράς επιστημονικής φαντασίας που είχε κάνει την εμφάνισή της τη δεκαετία του 1960.
Οι παλιοί και οι νέοι θαυμαστές της σειράς αγκάλιασαν τον Πικάρ και τα μέλη του πληρώματός του στον 24ο αιώνα. Στις επτά σεζόν της σειράς, η οποία απέσπασε 18 βραβεία Emmy και ένα βραβείο Peabody, ο Πικάρ έγινε γνωστός για τη σχεδόν υπερφυσική ψυχραιμία του και τις χαρακτηριστικές εντολές του «Engage!» («Εμπρός!») και «Make it so» («Κάντε το»). Ο Στιούαρτ χρησιμοποίησε μάλιστα τη δεύτερη φράση ως τίτλο της αυτοβιογραφίας του, που κυκλοφόρησε το 2023, «Making It So».
Στη συνέχεια πρωταγωνίστησε σε τέσσερις κινηματογραφικές παραγωγές του «Star Trek»: «Star Trek Generations» (1994), «Star Trek: First Contact» (1996), «Star Trek: Insurrection» (1998) και «Star Trek: Nemesis» (2002).
Το 2020 επέστρεψε στη γέφυρα του διαστημόπλοιου Enterprise με μια τηλεοπτική συνέχεια αφιερωμένη στον χαρακτήρα του, τη σειρά «Star Trek: Picard», η οποία ολοκληρώθηκε έπειτα από τρεις σεζόν.
Από το «Dune» στους «X-Men»
Το Enterprise δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος σταθμός του Στιούαρτ στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Εμφανίστηκε στην πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του «Dune» (1984), σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Λιντς, υποδυόμενος τον εκπαιδευτή όπλων Γκέρνι Χάλεκ.
Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Στιούαρτ υποδύθηκε τον Τσαρλς Ξαβιέ, γνωστό ως Professor X, σε επτά ταινίες της κινηματογραφικής σειράς «X-Men». Ενσάρκωσε έναν καθηγητή με τηλεπαθητικές ικανότητες, καθηλωμένο σε αναπηρικό αμαξίδιο, ο οποίος ηγείτο μιας ομάδας μεταλλαγμένων με υπερφυσικές δυνάμεις. Μεταξύ των ταινιών αυτών ήταν οι «X-Men» (2000), «X-Men: United» (2003) και «Logan» (2017). Σε ορισμένες συμπρωταγωνίστησε με τον στενό φίλο του, Ιαν ΜακΚέλεν.
Οταν γνώρισε τη μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο, ο Στιούαρτ είχε ήδη διαγράψει μια μακρά και επιτυχημένη πορεία στο βρετανικό θέατρο. Από το 1966 συνεργαζόταν με τη Royal Shakespeare Company, ενώ είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή σε ηλικία μόλις 19 ετών. Στη διάρκεια της θεατρικής του σταδιοδρομίας συμμετείχε σε κλασικές και σύγχρονες παραστάσεις, πλάι σε ηθοποιούς που βρίσκονταν τότε στα πρώτα τους βήματα, όπως ο Μπεν Κίνγκσλεϊ, η Ελεν Μίρεν και η Γκλέντα Τζάκσον.
Το 1986 τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου ηθοποιού στο λονδρέζικο εναλλακτικό θέατρο για την ερμηνεία του ως Τζορτζ, του ταπεινωμένου συζύγου στο έργο του Εντουαρντ Αλμπι «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;», που παρουσιάστηκε στο Young Vic.
Στις διακρίσεις του περιλαμβάνονται επίσης βραβεία Olivier, τα οποία θεωρούνται αντίστοιχα των αμερικανικών Tony. Τα απέσπασε για την ερμηνεία του ως Ενοβάρβου, στενού φίλου του Μάρκου Αντώνιου, στο σαιξπηρικό «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» το 1979, καθώς και για τον ρόλο του Κλαύδιου στον «Αμλετ» το 2009, όπου συμπρωταγωνιστούσε με τον Ντέιβιντ Τέναντ.
Παρά τη σημαντική θεατρική του διαδρομή και τη μετέπειτα συμμετοχή του στις ταινίες «X-Men», για το μεγαλύτερο μέρος του αμερικανικού κοινού ο Στιούαρτ παρέμεινε ταυτισμένος με έναν ρόλο: εκείνον του κυβερνήτη Ζαν-Λικ Πικάρ στο «Star Trek».
Ο ίδιος, πάντως, δεν έκρυβε την ενόχλησή του για την υπεροπτική στάση ορισμένων συναδέλφων του από το θέατρο, οι οποίοι είχαν αντιμετωπίσει με επικριτική διάθεση την επιλογή του να συνεχίσει την καριέρα του στο Χόλιγουντ.
«Με ρωτούσαν διαρκώς “γιατί, γιατί, γιατί;”, σαν να πίστευαν ότι με αυτή την απόφαση υποτιμούσα τον εαυτό μου», είχε αναφέρει το 2003 σε συνέντευξή του στη βρετανική εφημερίδα The Independent.
«Τι σνομπισμός!», είχε σχολιάσει χαρακτηριστικά. «Για πάρα πολλούς ανθρώπους θα είμαι πάντα ο Ζαν-Λικ Πικάρ και δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Πιστεύω πραγματικά ότι δημιουργήσαμε έναν χαρακτήρα άξιο θαυμασμού», είχε προσθέσει.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και η ενδοοικογενειακή βία
Ο Πάτρικ Στιούαρτ γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου 1940 στο Μίρφιλντ της Αγγλίας, μια μικρή βιομηχανική πόλη του Δυτικού Γιορκσάιρ. Δεν είχε μεσαίο όνομα, αλλά αργότερα επινόησε το «Hewes», όταν γράφτηκε σε ένα σωματείο που είχε ήδη μέλος με το όνομα Πάτρικ Στιούαρτ.
Ο πατέρας του, Αλφρεντ Στιούαρτ, ήταν ανώτερος υπαξιωματικός του βρετανικού στρατού, ενώ η μητέρα του, Γκλάντις Μπάροκλοου, εργαζόταν ως υφάντρια σε κλωστοϋφαντουργείο. Ο Πάτρικ ήταν ο μικρότερος από τους τρεις γιους της οικογένειας.
Μεγάλωσε σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, σε ένα μικρό και σκοτεινό σπίτι που δεν διέθετε τρεχούμενο ζεστό νερό. Η τουαλέτα βρισκόταν έξω από το σπίτι, σε ένα κοινόχρηστο κτίσμα της γειτονιάς, όπου κάθε οικογένεια είχε τον δικό της χώρο. Εκεί κατέφευγε συχνά ο μικρός Πάτρικ για να διαβάζει με την ησυχία του.
Αργότερα στη ζωή του, ο ηθοποιός μίλησε ανοιχτά για την ενδοοικογενειακή βία που είχε στιγματίσει τα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας του, μετά την αποχώρησή του από τον στρατό, εργάστηκε ως ανειδίκευτος εργάτης. Οπως είχε περιγράψει ο ίδιος ο Στιούαρτ, ήταν ένας πικραμένος άνθρωπος που κατανάλωνε υπερβολικές ποσότητες αλκοόλ τα Σαββατοκύριακα και ασκούσε συστηματικά σωματική βία στη μητέρα του, πολλές φορές μπροστά στα μάτια του.
Σε άρθρο που έγραψε για τον Guardian το 2009, ο ηθοποιός θυμόταν: «Ηξερα ακριβώς πότε να βάλω το μικρό μου σώμα ανάμεσα στη γροθιά του και στο πρόσωπό της,μια δεξιότητα που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε ποτέ να χρειαστεί να μάθει».
Παρά τη βία που δεχόταν, η μητέρα του δεν εγκατέλειψε ποτέ τον σύζυγό της, παραμένοντας στο πλευρό του μέχρι τον θάνατό της, το 1977. Ο Στιούαρτ, από την πλευρά του, διατηρούσε σε όλη του τη ζωή μια σύνθετη σχέση με τον πατέρα του, που χαρακτηριζόταν από θυμό, φόβο, θλίψη αλλά και μεταμέλεια.
Το 2023, σε συνέντευξή του στη Sydney Morning Herald, με αφορμή την έκδοση της αυτοβιογραφίας του, άγγιξε το εξώφυλλο του βιβλίου και εξομολογήθηκε: «Μακάρι να μπορούσε ο πατέρας μου να το δει αυτό».
Η πρώτη του ουσιαστική επαφή με το θέατρο ήρθε σε ηλικία 12 ετών, χάρη στον καθηγητή Αγγλικών Σέσιλ Ντόρμαντ, με τον οποίο διατήρησε στενή φιλία σε όλη του τη ζωή. Ο εκπαιδευτικός είχε μοιράσει στους μαθητές αποσπάσματα από τον «Εμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, αναθέτοντας στον νεαρό Πάτρικ τον ρόλο του Σάιλοκ. Η εμπειρία αυτή τον οδήγησε να ασχοληθεί με την υποκριτική, συμμετέχοντας σε τοπικές θεατρικές ομάδες.
Στα 15 του χρόνια εγκατέλειψε το σχολείο και ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε τοπική εφημερίδα. Ωστόσο, έναν χρόνο αργότερα παραιτήθηκε, καθώς ο αρχισυντάκτης του δυσανασχετούσε με τον χρόνο που αφιέρωνε στη μεγάλη του αγάπη, το θέατρο.
Στη συνέχεια εργάστηκε για έναν χρόνο ως πωλητής επίπλων, προσπαθώντας να συγκεντρώσει χρήματα για σπουδές υποκριτικής. Τελικά, τοπικός πολιτιστικός οργανισμός τού χορήγησε πλήρη υποτροφία, επιτρέποντάς του να φοιτήσει στην περίφημη δραματική σχολή Bristol Old Vic, στην οποία έγινε δεκτός το 1957, σε ηλικία 17 ετών.
Δύο χρόνια αργότερα έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο ως ηθοποιός, υποδυόμενος τον ναυαγό πειρατή Τομ Μόργκαν στο «Νησί των Θησαυρών», με τον θίασο Lincoln Repertory Company. Στις πρώτες του εμφανίσεις περιλαμβάνονταν επίσης οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι στον «Ερρίκο Ε΄» του Σαίξπηρ το 1963, στο Manchester Library Theatre, και στη «Ζωή του Γαλιλαίου» του Μπέρτολτ Μπρεχτ το 1965, στο Bristol Old Vic.
Ως μέλος της Royal Shakespeare Company, ο Στιούαρτ ερμήνευσε περισσότερους από δώδεκα ρόλους, κυρίως δευτερεύοντες, στο Στράτφορντ-απόν-Εϊβον και στο Λονδίνο, μεταξύ 1966 και 1969. Υποδύθηκε, μεταξύ άλλων, τον ηθοποιό-βασιλιά στον «Αμλετ», τον Γκρούμιο στο «Ημέρωμα της στρίγγλας», τον Κόρνγουολ στον «Βασιλιά Ληρ» και τον Εκτορα στο «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Ενας ηθοποιός που περίμενε την αναγνώριση
Ηδη από τα 19 του χρόνια, ο Στιούαρτ είχε αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του εξαιτίας κληρονομικής αλωπεκίας. Σε πολλούς από τους θεατρικούς και κινηματογραφικούς του ρόλους φορούσε περούκες. Από νεαρή ηλικία άκουγε επίσης μια πρόβλεψη γνώριμη σε πολλούς ηθοποιούς χαρακτήρων: ότι τα πρώτα 20 χρόνια της καριέρας του θα ήταν δύσκολα και ότι η φήμη, αν ερχόταν ποτέ, θα αργούσε. Η πρόβλεψη αποδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό σωστή.
Ο Στιούαρτ εμφανίστηκε, μεταξύ άλλων σε βρετανικές τηλεοπτικές σειρές όπως το «Coronation Street» και το «Story Parade». Τη δεκαετία του 1970 άρχισε να εξασφαλίζει σημαντικότερους ρόλους σε τηλεταινίες και μίνι σειρές του BBC.
Υποδύθηκε τον Λένιν στο «Fall of Eagles» (1974), τον μεταπολεμικό πρωθυπουργό της Βρετανίας Κλέμεντ Ατλι στο «The Gathering Storm» (1974), τον ευφυή ιδιοκτήτη εργοστασίου Τζον Θόρντον στο «North and South» (1975) και τον Σηιανό, επικεφαλής της Πραιτωριανής Φρουράς, στη σειρά «I, Claudius» (1976), που προβλήθηκε στις ΗΠΑ το 1977.
Εμφανίστηκε επίσης ως ο Σοβιετικός αρχικατάσκοπος Κάρλα, σε σύντομους ρόλους χωρίς διαλόγους, σε δύο τηλεοπτικές μεταφορές έργων του Τζον λε Καρέ: «Tinker Tailor Soldier Spy» (1979) και «Smiley’s People» (1982).

Το ντεμπούτο του στο Μπρόντγουεϊ έγινε το 1971, στην πολυβραβευμένη παραγωγή του Πίτερ Μπρουκ για το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας». Ο Στιούαρτ υποδύθηκε τον μάστορα Σνάουτ, ο οποίος ενσάρκωνε τον τοίχο που χώριζε τον Πύραμο από τη Θίσβη στο κωμικό «έργο μέσα στο έργο».
Θα περνούσαν 20 χρόνια μέχρι να επιστρέψει στο Μπρόντγουεϊ, το 1991, με μια παράσταση για έναν ηθοποιό βασισμένη στη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Καρόλου Ντίκενς, την οποία είχε δημιουργήσει λίγα χρόνια νωρίτερα. Η παράσταση παρουσιάστηκε ξανά στο Μπρόντγουεϊ το 1992, το 1994 και το 2001, αποσπώντας βραβείο Drama Desk για εξαιρετική σόλο ερμηνεία.
Οταν δέχθηκε την πρόταση για το «Star Trek», θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό άγνωστος στο ευρύ κοινό. Επειτα από πρόσκληση ενός φίλου του, καθηγητή πανεπιστημίου, είχε βρεθεί στο Λος Αντζελες για να παραδώσει σεμινάρια υποκριτικής πάνω στα έργα του Σαίξπηρ. Ενα βράδυ έδωσε μια διάλεξη και ερμήνευσε αποσπάσματα από θεατρικά έργα σε μια εκδήλωση ανοιχτή στο κοινό.
Ενας τηλεοπτικός παραγωγός που συμμετείχε στην ανάπτυξη της νέας, τότε, σειράς «Star Trek» βρέθηκε τυχαία στην εκδήλωση και σύντομα έπεισε τον Στιούαρτ να περάσει από οντισιόν, παρότι ο ηθοποιός, όπως έγραψε αργότερα, δεν γνώριζε «σχεδόν τίποτα» για το συγκεκριμένο τηλεοπτικό σύμπαν.
Ο ίδιος εξεπλάγη όταν πήρε τον ρόλο. Ο δημιουργός του «Star Trek», Τζιν Ροντενμπέρι, ο οποίος επέβλεπε τη νέα σειρά, δεν ήταν αρχικά ιδιαίτερα θετικός. Ο Στιούαρτ πίστευε ότι επρόκειτο για μια σύντομη επαγγελματική συνεργασία.
Αφού ολοκληρώθηκε το «Star Trek: The Next Generation», ο Στιούαρτ συνέχισε τη θεατρική και τηλεοπτική του καριέρα, έχοντας πλέον στο πλευρό του τη δύναμη της χολιγουντιανής φήμης. Από το 1995 έως το 2013 πρωταγωνίστησε σε αρκετές παραγωγές του Μπρόντγουεϊ, δύο από τις οποίες ήταν έργα του Σαίξπηρ.
Το 1995 υποδύθηκε τον Πρόσπερο στην «Τρικυμία», ενώ το 2008 ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον «Μάκβεθ», για τον οποίο ήταν υποψήφιος για βραβείο Tony. Υποδύθηκε ακόμη έναν αυτάρεσκο άνδρα που διατηρούσε δύο γάμους στο «The Ride Down Mount Morgan» του Αρθουρ Μίλερ (2000), έναν απελπισμένο και ενδεχομένως επικίνδυνο άστεγο στον «Επιστάτη» του Χάρολντ Πίντερ (2003) και έναν βετεράνο ηθοποιό που έχει δει τα πάντα στο «A Life in the Theater» του Ντέιβιντ Μάμετ (2010).

Το 2013, ο Στιούαρτ και ο ΜακΚέλεν συμπρωταγωνίστησαν σε δύο παραστάσεις που παρουσιάζονταν εναλλάξ. Ο κριτικός των New York Times Μπεν Μπράντλι χαρακτήρισε τη θεατρική τους συνεργασία «απίστευτα απολαυστική». Ο Στιούαρτ ερμήνευσε τον Βλαντιμίρ, τον πιο σκεπτόμενο από τους δύο βασικούς χαρακτήρες στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ, καθώς και έναν εύπορο άνθρωπο των γραμμάτων στο «No Man’s Land» του Πίντερ.
Στην αμερικανική τηλεόραση ενσάρκωσε επίσης ένα ανήσυχο πνεύμα του 17ου αιώνα στο «The Canterville Ghost» (1996), τον καπετάνιο Αχαάβ στο «Moby Dick» (1998), τον Σκρουτζ στη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» (1999), αυτή τη φορά με πολυμελή θίασο περίπου 50 ηθοποιών, έναν πλούσιο κτηνοτρόφο με το χαρακτηριστικό όνομα Ληρ στο «King of Texas» (2002) και τον Ερρίκο Β΄ στο «The Lion in Winter» (2003), απέναντι στην Γκλεν Κλόουζ.

Η κωμική πλευρά του Πάτρικ Στιούαρτ
Παρότι ο αταλάντευτος και σοβαρός Πικάρ σπάνια έδειχνε να χαλαρώνει, ο Στιούαρτ δεν ήταν καθόλου ξένος προς την κωμωδία. Οπως έγραψε η Sydney Morning Herald, είχε γίνει «αρκετά καλός στο να κάνει τον χαζό».
Το 1993 υποδύθηκε τον βασιλιά Ριχάρδο στην κινηματογραφική παρωδία του Μελ Μπρουκς «Ρομπέν των Δασών: Οι Ηρωες με τα Κολάν», μιμούμενος τον Σον Κόνερι με έντονη σκωτσέζικη προφορά.
Εμφανίστηκε επίσης σε περίπου 120 επεισόδια της σειράς κινουμένων σχεδίων «American Dad!», δανείζοντας τη φωνή του στον Εϊβερι Μπούλοκ, έναν υποδιευθυντή της CIA με αναρίθμητα ελαττώματα.
Οταν του ζητούσαν να αναφέρει τις πιο ξεχωριστές στιγμές της καριέρας του, ο Στιούαρτ συχνά μνημόνευε –όχι εντελώς αστειευόμενος– τις εμφανίσεις του στους «Simpsons», το 1995 και το 2013, καθώς και στο «Sesame Street» το 1996, όπου παρουσίασε τον μονόλογο «B or Not a B», μια παρωδία του διάσημου σαιξπηρικού «Να ζει κανείς ή να μη ζει».
Το 1994, όταν παρουσίασε το «Saturday Night Live», σε ένα από τα κωμικά σκετς υποδύθηκε έναν ζαχαροπλάστη που έφτιαχνε «ερωτικές τούρτες» και είχε ένα τόσο παράξενο φετίχ, ώστε ακόμη και οι πελάτες του δυσκολεύονταν να το ανεχθούν.
Ανάμεσα στις πολυάριθμες παραγωγές στις οποίες συμμετείχε ως αφηγητής ήταν και το «Ted», η κινηματογραφική κωμωδία του Σεθ ΜακΦάρλαν το 2012, με πρωταγωνιστή ένα αρκουδάκι που συμπεριφέρεται σαν ανέμελος φοιτητής αδελφότητας.
Επειτα από εκατοντάδες ρόλους στην οθόνη και στη σκηνή, ο Στιούαρτ, ο οποίος έφερε τον τίτλο «Σερ Πάτρικ» από το 2010 όταν χρίστηκε ιππότης, πραγματοποίησε μία από τις τελευταίες του εμφανίσεις στην ταινία «The Sheep Detectives» (2026).
Εκεί δάνεισε τη φωνή του στον σερ Ρίτσφιλντ, ένα ηλικιωμένο και σοφό κριάρι της ράτσας Boreray Blackface, που ανήκει σε ένα κοπάδι προβάτων το οποίο εξιχνιάζει εγκλήματα.
Οι γάμοι, οι μεταμέλειες και η επιθυμία του
Ο Στιούαρτ παντρεύτηκε τη χορογράφο Σίλα Φάλκονερ το 1966. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά και χώρισε το 1990, σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα. Ο δεύτερος γάμος του, με την Αμερικανίδα παραγωγό Γουέντι Νόις, κατέληξε επίσης σε διαζύγιο.

Στην αυτοβιογραφία του παραδέχθηκε ότι η αιτία και των δύο χωρισμών ήταν μια εξωσυζυγική σχέση με νεότερη γυναίκα. «Σε μια ζωή γεμάτη χαρά και επιτυχίες, οι δύο αποτυχημένοι γάμοι μου είναι τα πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει περισσότερο», έγραψε.
Το 2013 παντρεύτηκε την Αμερικανίδα τραγουδίστρια Σάνι Οζέλ, η οποία ήταν 38 χρόνια νεότερή του. Η τελετή πραγματοποιήθηκε δίπλα στη λίμνη Τάχο, έπειτα από παράσταση του «No Man’s Land» στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας.
Τον γάμο τέλεσε ο συμπρωταγωνιστής και στενός φίλος του Ιαν ΜακΚέλεν, φορώντας έναν μανδύα που είχε επιλέξει ειδικά για την περίσταση. Ο Στιούαρτ αφήνει πίσω του τη σύζυγό του, Σάνι Οζέλ, τον γιο του Ντάνιελ, ο οποίος είναι επίσης ηθοποιός, και την κόρη του Σόφι.
Για τον Στιούαρτ, η υποκριτική ήταν κάτι περισσότερο από επάγγελμα. Ηταν μια εσωτερική ανάγκη, κάτι που ένιωθε ότι έπρεπε να κάνει. Το 2011, σε συνέντευξή του στο BBC, ρωτήθηκε πώς αισθανόταν όταν βρισκόταν στη θεατρική σκηνή. «Νιώθω σαν γίγαντας», απάντησε.
Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, δεν έβλεπε κανέναν λόγο να σταματήσει να εργάζεται. «Η υποκριτική ήταν αυτό που με έκανε ευτυχισμένο όταν ήμουν 13 ετών», έγραψε στην αυτοβιογραφία του, «και εξακολουθεί να ισχύει το ίδιο 70 χρόνια αργότερα». «Εχω ακόμη τόση δουλειά να κάνω. Δεν έχω τελειώσει με το θέατρο. Θέλω ακόμη να δοκιμάσω μια άλλη τηλεοπτική κωμωδία. Εχω ακόμη τόσους χαρακτήρες μέσα μου που έχω ανάγκη να τους αφήσω να βγουν».
Πηγή: New York Times