Εσένα σ απωθούν οι colonials* εμένα ο δεληγιαννισμός

Φόρτωση Text-to-Speech…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ Αλληλογραφία (1930-1966)
επιμ. Γ. Π. Σαββίδης
εκδ. Ικαρος, 2026, σελ. 240

Οταν πρωτοεκδόθηκε η «Αλληλογραφία» Σεφέρη και Θεοτοκά το 1975, η κριτική ασχολήθηκε προπάντων με τα ανεκδοτολογικά στοιχεία των επιστολών που είχαν ανταλλάξει οι δύο φίλοι, με τα χωρατά τους και τη σχέση τους: σοβαρός, «βαρύς» και μονίμως απαισιόδοξος ο πρώτος, «ελαφρύς» (τουλάχιστον στα ερωτικά του), μαχητικός και, προπάντων, εκ φύσεως αισιόδοξος ο δεύτερος, σχολιάστηκαν, αξιολογήθηκαν και συγκρίθηκαν για τη συμβολή τους στα λογοτεχνικάμας πράγματα. Τουναντίον, η σχέση τους με την πολιτική σχεδόν παραβλέφθηκε, αν και καταλάμβανε τεράστιο μέρος της ζωής τους: του Σεφέρη ως διπλωμάτη καριέρας και του Θεοτοκά ως πολιτικού στοχαστή.

Στο πεδίο της πολιτικής, δεν διέφεραν μόνον εξαιτίας της διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας τους. Αν και βενιζελογενείς, από γεννησιμιού φιλελεύθεροι και με έντονη την επίδραση της γαλλικής πολιτικής κουλτούρας, τους χώριζε μια σπουδαία παράμετρος που έχει κατά τη γνώμη μου υποτιμηθεί, παρά τη μεγάλη σημασία της: πολιτικά, ο Θεοτοκάς ήταν πιο δυτικόστροφος από τον Σεφέρη, ο οποίος, όπως δείχνουν και οι απόψεις του για το Κυπριακό, παρέμεινε προσκολλημένος σε μια ρομαντική εκδοχή του ελληνισμού.

Το άρθρο στην «Κ»

Εσένα σ’ απωθούν οι colonials* εμένα ο δεληγιαννισμός-1

Τα πάντα ξεκίνησαν με τη δημοσίευση στην «Καθημερινή» ενός άρθρου του Θεοτοκά με τίτλο «Ελληνες και Αγγλοι», τον Δεκέμβριο του 1954. Μπροστά στην κατηγορηματική άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης να δεχθεί κάθε συζήτηση για το μέλλον της Κύπρου και με πρωτοβουλία «εθνικόφρονων» οργανώσεων, του πανεπιστημίου, αλλά και της Εκκλησίας της Ελλάδος, είχαν διεξαχθεί στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις ογκώδη αντιβρετανικά συλλαλητήρια. Εχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι, πέντε μόλις χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου, η Αριστερά είχε δει στις κινητοποιήσεις αυτές μιαν ευκαιρία να ξανακάνει αισθητή την παρουσία της. Οι διαδηλώσεις πύκνωσαν και εντάθηκαν όταν η κυβέρνηση Παπάγου αποφάσισε να προσφύγει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κατά της Μεγάλης Βρετανίας, με αίτημα την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού (20 Αυγούστου 1954). Με κεντρικό ομιλητή τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα Βλάχο, είχε συγκληθεί ογκώδες συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο η αστυνομία αντιμετώπισε βίαια όταν οι διαδηλωτές επιχείρησαν να κατευθυνθούν προς τη βρετανική πρεσβεία.

Σε αυτό το κλίμα, ο Θεοτοκάς δημοσίευσε το ως άνω άρθρο. Επί της ουσίας, η θέση του ήταν ξεκάθαρη: για το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί, την «κύρια ευθύνη» έφερε η βρετανική κυβέρνηση. Γιατί, όπως υποστήριζε, οι Αγγλοι, επικαλούμενοι τις ανάγκες της στρατηγικής τους, δεν συζητούσαν καν το αίτημα των Ελλήνων, αν και αυτό βασιζόταν στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών. «Η ιδέα του δικαίου», τόνιζε, «είναι αναμφισβήτητα με το μέρος των Ελλήνων».

Η αιτία της έντασης ανάμεσά τους ήταν το άρθρο του Θεοτοκά το 1954 στην «Κ», όπου χρέωνε το αδιέξοδο του Κυπριακού στη βρετανική κυβέρνηση, η οποία επικαλούμενη τις ανάγκες της στρατηγικής της δεν συζητούσε καν το ελληνικό αίτημα, αν και βασιζόταν στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών.

Από τη δική μας πλευρά, το λάθος κατά τον Θεοτοκά ήταν «ο φανατισμένος τόνος που προσέλαβε συχνά η ελληνική προπαγάνδα και η ενθάρρυνση των σκηνών του δρόμου. Είναι το παιχνίδι του Μαθητευόμενου Μάγου που εξαπολύει άλογες δυνάμεις και δεν είναι, ύστερα, ικανός να τις κατευθύνη. Είναι παιχνίδι με τη φωτιά». Και κατέληγε επικρίνοντας τους δύο επίσημους θεσμούς του ελληνικού κράτους που είχαν πρωτοστατήσει στις αντιβρετανικές εκδηλώσεις εκείνων των ημερών: το πανεπιστήμιο και την Εκκλησία.

Εσένα σ’ απωθούν οι colonials* εμένα ο δεληγιαννισμός-2
Το αντίτυπο του «Ελεύθερου Πνεύματος» με την αφιέρωση του Θεοτοκά στον Σεφέρη. Φυλάσσεται στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου.

«Μείναμε το ίδιο φίλοι, όπως στα νιάτα μας»

Οπως ήταν επόμενο, το άρθρο αυτό ξεσήκωσε θύελλα επικρίσεων κατά του Θεοτοκά, με τον χαρακτηρισμό του ως πράκτορα μυστικών υπηρεσιών να είναι από τους ηπιότερους. Στους επικριτές του μάλιστα προστέθηκε απροσδόκητα και ένας παλιός του φίλος, ο Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος, σε επιστολή που του έστειλε από τη Βηρυτό, όπου τότε υπηρετούσε, του καταλόγιζε ότι αγνοεί το «αίτημα συνείδησης», δηλαδή «τον άνθρωπο, χωρίς κανένα επίθετο, που τον βασανίζει η συνείδησή του» και που «θέλει να είναι παστρικός απέναντί της». Και η δική του συνείδηση του έλεγε, ύστερα από δύο ταξίδια στην Κύπρο, ότι στο νησί ζούσαν «τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη», που κάποιοι προσπαθούσαν «να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου». «Αν θέλεις να το πω αλλιώς», συνέχιζε ο Σεφέρης, «η περιλάλητη ένωση υπάρχει, ήταν και είναι από τη φύση των πραγμάτων». Τα έλεγε δε αυτά ο ίδιος που αγαπούσε την Αγγλία «περισσότερο από κάθε άλλο ξένο τόπο»· τους colonials δεν αγαπούσε.

Θεοτοκάς προς Σεφέρη: Αθλιε Μόσκα! Τα όσα γλυκανάλατα μου γράφεις για να δικαιολογήσεις την ελεεινή διαγωγή σου απέναντί μου, εγώ τα ακούω βερεσέ. Είσαι ένας χαμάλαρος. Σου το λέω παστρικά, γιατί εμένα δε μ’ αρέσουν τα μασημένα λόγια και τα διπλωματικά τερτίπια. -31 Οκτωβρίου 1931

Στον Σεφέρη απάντησε ο Θεοτοκάς με μια συγκινησιακά φορτισμένη επιστολή, στην οποία μεταξύ άλλων του έλεγε ότι, μετά τον καταιγισμό των ύβρεων που είχε δεχθεί, σκεπτόταν με τη γυναίκα του να εγκαταλείψουν οριστικά την Ελλάδα.

«Τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη», έβλεπε στην Κύπρο ο Γιώργος Σεφέρης. «Αν θέλεις να το πω αλλιώς», έγραφε, «η περιλάλητη ένωση υπάρχει, ήταν και είναι από τη φύση των πραγμάτων».

«Ολος ο οχετός της ψευτοπνευματικής, ψευτολογοτεχνικής και ψευτοπανεπιστημιακής μας ζωής ξέσπασε απάνω μου, με συνοδεία του κίτρινου τύπου, φυσικά. Ολα αυτά στο όνομα του Εθνους, της Εκκλησίας, των παραδόσεων. Γραικύλος, ραγιάς, φραγκολεβαντίνος – είναι τα επίθετα που άκουσα συχνότερα, με μερικούς υπαινιγμούς της Εστίας για επαφές με το Intelligence Service. […] Απεχθάνομαι την οχλοκρατία, τις βαρβαρότητες, τους κουτσαβακισμούς, τους ταρταρινισμούς, την ανεύθυνη συναισθηματολογία στη διαχείριση εθνικών ζητημάτων, το Πανεπιστήμιο που κατεβαίνει στο επίπεδο της χυδαιότερης δημαγωγίας, τους μωρούς λογοτέχνες που γράφουν στις εφημερίδες: “Πρέπει να χυθεί αίμα!”. Εξοργίζομαι όταν βλέπω παπάδες να κηρύττουν το μίσος και πολιτικούς να σκέπτονται άλλα και να πράττουν άλλα για να είναι αρεστοί στο πλήθος, χωρίς καμιά συνείδηση των ιστορικών συνθηκών στις οποίες ζούμε και κανένα συναίσθημα ευθύνης απέναντι στον τόπο […]».

Σεφέρης προς Θεοτοκά: Φαβρίκιε τρελέ! Χτες το βράδυ, κουρασμένος από διάφορες μάταιες προσπάθειες, κοιμήθηκα νωρίς… Ισως και να σε είδα στον ύπνο μου, μέσα σ’ ένα τερπνότατο περιβόλι τρώγοντας αράπικα φιστίκια μαζί με την Κλέλια…Χάρηκα για την υγεία σου, χάρηκα για τους καβγάδες, κι ακόμα χάρηκα που με βρίζεις.5 Νοεμβρίου 1931

Στη συνέχεια παρουσίαζε τις απόψεις του για το πρακτέο: να διαπραγματευθούμε με τους Αγγλους για μιαν ατελή, τουλάχιστον στην αρχή, αυτοκυβέρνηση «μ’ ένα Σύνταγμα αληθινά φιλελεύθερο», η οποία θα διασφάλιζε την «ελληνικότητα και προκοπή του νησιού», με προοπτική, σε δεύτερο χρόνο, την ένωση. Και τούτο, «ώστε να μη ζημιωθεί η δυτική συμμαχία, που είναι το ζήτημα υπ’ αριθμ. 1».
Σε ένα βραχύ υστερόγραφο, ο Θεοτοκάς τα έλεγε όλα: «Ξαναδιαβάζω τα δύο γράμματά μας. Διανοητικά, νομίζω, είναι πολύ εύκολο να συμφωνήσουμε, αλλά μας κατέχουν δύο διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις. Εσύ έχεις μιαν απώθηση εναντίον των Αγγλων colonials κι εγώ μιαν εξ ίσου ισχυρή απώθηση εναντίον του αιώνιου δεληγιαννισμού».

«Απεχθάνομαι την οχλοκρατία», έγραφε ο Γιώργος Θεοτοκάς, «τις βαρβαρότητες, […] το Πανεπιστήμιο που κατεβαίνει στο επίπεδο της χυδαιότερης δημαγωγίας, τους μωρούς λογοτέχνες που γράφουν στις εφημερίδες: “Πρέπει να χυθεί αίμα!”».

Η ανταλλαγή αυτή ήταν φυσικό να επηρεάσει τη φιλία των δύο Γιώργηδων. Η σχέση τους παρέμεινε ζωντανή, χωρίς ωστόσο να έχει τον αυθορμητισμό που τη διέκρινε παλαιότερα. Να έφταιγε ο γονιδιακός αντι-οθωμανισμός του Σεφέρη, έναντι της πολιτικά πιο ρεαλιστικής προσέγγισης του ακραιφνώς φιλοευρωπαϊστή φίλου του; Το βέβαιο είναι ότι όταν πέθανε ο Θεοτοκάς το 1966, ο Σεφέρης έγραφε γι’ αυτόν: Ως το τέλος, «μείναμε το ίδιο φίλοι, όπως ήμασταν στα νιάτα μας».

Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος ετοιμάζει αυτή την περίοδο μια βιογραφία του Γιώργου Θεοτοκά, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πόλις.

*Colonials είναι ηλέξη που χρησιμοποιούσαν Σεφέρης και Θεοτοκάς για τους Βρετανούς ως αποικιοκράτες στην υπόθεση της Κύπρου.