Η Hugo Boss είναι σήμερα ένας από τους γνωστότερους γερμανικούς οίκους μόδας. Οι απαρχές της, όμως, βρίσκονται σε μια μικρή επιχείρηση ένδυσης στο Μέτσινγκεν της νοτιοδυτικής Γερμανίας, η οποία μέσα σε δύο δεκαετίες συνδέθηκε οικονομικά με το ναζιστικό καθεστώς και την παραγωγή στολών για τις οργανώσεις του.
Η μελέτη του ιστορικού Roman Köster, «Hugo Boss, 1924–1945: The History of a Clothing Factory Between Weimar Republic and Third Reich», επιχειρεί να ανασυνθέσει αυτή την πορεία, εξετάζοντας την επιχειρηματική εξέλιξη της εταιρείας, τη σχέση του ιδρυτή της με το ναζιστικό κόμμα (NSDAP) και τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μελέτη δημοσιεύθηκε το 2011 και χρηματοδοτήθηκε από τη Hugo Boss, ενώ η εταιρεία αναφέρει ότι δεν παρενέβη στην έρευνα ή στο περιεχόμενό της.
Από το μικρό εργαστήριο του 1924 στις παραγγελίες των Ναζί
Ο Hugo Ferdinand Boss ίδρυσε την επιχείρησή του το 1924 στο Μέτσινγκεν, κωμόπολη με παράδοση στην υφαντουργία. Η εταιρεία δεν ήταν τότε ένας μεγάλος βιομηχανικός όμιλος, αλλά μια μικρή μονάδα παραγωγής ενδυμάτων.
Στα χρόνια της δεκαετίας του 1920 η επιχείρηση αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Το 1925 και το 1926 αναγκάστηκε να εφαρμόσει μειωμένη απασχόληση, ενώ με την παγκόσμια οικονομική κρίση με το Κραχ της Wall Street και τη Μεγάλη Ύφεση που ακολούθησε, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 απασχολούσε μόλις περίπου 20 εργαζομένους και το 1931 βρέθηκε αντιμέτωπη με ουσιαστική χρεοκοπία.
Την ίδια χρονιά συνέβη η καθοριστική στροφή.
Ο Hugo Ferdinand Boss εντάχθηκε στο Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, το NSDAP, και σχεδόν ταυτόχρονα η εταιρεία άρχισε να λαμβάνει παραγγελίες γιακαφέ πουκάμισα, τα οποία προορίζονταν για το ναζιστικό κόμμα και τις οργανώσεις του, μεταξύ αυτών και την SA (Sturmabteilung), ή τα Τάγματα Ασφαλείας, τους λεγόμενους φαιοχίτωνες.

Ο ίδιος ο Boss υποστήριξε μεταπολεμικά ότι είχε ενταχθεί στο κόμμα επειδή πίστευε ότι οι Ναζί θα αντιμετώπιζαν την ανεργία. Σε μεταγενέστερη κατάθεσή του υποστήριξε επίσης ότι χωρίς την κομματική ιδιότητα ενδεχομένως να μην είχε λάβει τις παραγγελίες. Ο ιστορικός Köster επισημαίνει ότι οι μεταπολεμικές καταθέσεις μετά την ήττα των Ναζί, πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή, καθώς οι εμπλεκόμενοι είχαν προφανές κίνητρο να παρουσιάσουν ευνοϊκά τη δική τους στάση.
Ο Köster σημειώνει πάντως ότι η εικόνα δεν ήταν απολύτως ομοιόμορφη: οι συνθήκες στην Hugo Boss φαίνεται ότι σε ορισμένες περιόδους ήταν συγκριτικά καλύτερες από εκείνες που αντιμετώπιζαν άλλοι καταναγκαστικοί εργάτες στη Γερμανία. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι επρόκειτο για καταναγκαστική εργασία μέσα στο σύστημα της ναζιστικής πολεμικής οικονομίας.
Τι λέει η ιστορική έρευνα για τον ίδιο τον Hugo Boss
Ο Köster καταλήγει σε μια πιο σύνθετη εικόνα από την απλοποιημένη εκδοχή του «ράφτη του Χίτλερ». Υπενθυμίζεται ότι σε διάφορες αναφορές ο Boss είχε χαρακτηριστεί ακριβώς έτσι, πράγμα με το οποίο η ιστορική μελέτη δεν συμφωνεί.
Ο Hugo Ferdinand Boss δεν ήταν ο σχεδιαστής των ναζιστικών στολών ούτε επικεφαλής κάποιας τεράστιας βιομηχανίας στολών. Ήταν ένας μικρομεσαίος κατασκευαστής που κατάφερε να αναπτυχθεί μέσα από τη ζήτηση του ναζιστικού καθεστώτος και της πολεμικής οικονομίας. Η εταιρεία του ήταν μία από πολλές επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην αποκεντρωμένη παραγωγή στολών. Δεν σχεδίαζε τις στολές, απλά τις έραβε.
Ταυτόχρονα, η μελέτη θεωρεί ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πως ο ίδιος ο Bossωφελήθηκε σημαντικά από την άνοδο των Ναζί. Η ένταξή του στο NSDAP το 1931 συνέπεσε με την έξοδο της επιχείρησης από μια δραματική οικονομική κρίση και με την έναρξη σημαντικών παραγγελιών από το κόμμα και τις οργανώσεις του. Ο Köster εκτιμά ότι η οικονομική διάσωση της επιχείρησης ενίσχυσε και την ταύτιση του Boss με το ναζιστικό κίνημα.
Παράλληλα, η μελέτη διαπιστώνει ότι στελέχη της διοίκησης της επιχείρησης είχαν πιο ενεργό ναζιστική στάση και ότι υπήρξαν περιστατικά κακής μεταχείρισης καταναγκαστικών εργατών. Οι διαθέσιμες πηγές, σύμφωνα με τον Köster, δεν δείχνουν ότι ο ίδιος ο Hugo Boss συμμετείχε προσωπικά σε αυτά τα περιστατικά, αλλά ούτε ότι έκανε κάτι για να τα σταματήσει.
Η δημόσια συγγνώμη της Hugo Boss
Η εταιρεία αντιμετώπισε δημόσια το ζήτημα της ιστορίας της το 2011, όταν δημοσιεύθηκε η μελέτη του Roman Köster, όπως είχε αποτυπωθεί τότε και σε δημοσίευμα του BBC.

Η Hugo Boss ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου το εργοστάσιο απασχόλησε 140 καταναγκαστικούς εργάτες και 40 Γάλλους αιχμαλώτους πολέμου. Παράλληλα ανακοίνωσε ότι είχε συνεισφέρει στο διεθνές ταμείο αποζημίωσης πρώην καταναγκαστικών εργατών.
Η εταιρεία εξέφρασε επίσης δημόσια την«βαθιά λύπη»της προς όσους υπέστησαν βλάβη ή κακουχίες στο εργοστάσιο που λειτουργούσε υπό τον Hugo Ferdinand Boss κατά τη ναζιστική περίοδο. Η δήλωση έγινε στο πλαίσιο της δημοσιοποίησης της ιστορικής μελέτης και της προσπάθειας, όπως ανέφερε η εταιρεία, να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια και αντικειμενικότητα γύρω από το παρελθόν της.
Από τις στολές στον παγκόσμιο οίκο μόδας
Η μεταμόρφωση της επιχείρησης σε διεθνή οίκο μόδας ήρθε πολύ αργότερα.
Μετά τον πόλεμο η εταιρεία συνέχισε προσωρινά να παράγει στολές, αυτή τη φορά για τον γαλλικό στρατό και τον Ερυθρό Σταυρό. Στη δεκαετία του 1950 άρχισε να στρέφεται περισσότερο στα ανδρικά κοστούμια, ενώ το 1969 οι Uwe και Jochen Holy, εγγονοί του Hugo Boss μέσω της κόρης του Gertrud, ανέλαβαν την επιχείρηση. Σταδιακά η εταιρεία εγκατέλειψε τον χαρακτήρα της βιοτεχνίας εργασιακών ενδυμάτων και μετατράπηκε σε διεθνή εταιρεία μόδας.

Η ιστορία της Hugo Boss, επομένως, δεν είναι η ιστορία μιας εταιρείας που «σχεδίασε τις στολές του Χίτλερ». Είναι η ιστορία μιας μικρής γερμανικής βιοτεχνίας που βρέθηκε σε οικονομική κρίση, συνδέθηκε με το NSDAP, αναπτύχθηκε θεαματικά μέσα στην αγορά των ναζιστικών και στρατιωτικών στολών και χρησιμοποίησε καταναγκαστική εργασία κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Και είναι ακριβώς αυτή η διάκριση που κάνει την ιστορική έρευνα του Roman Köster σημαντική: απορρίπτει τον μύθο του «ράφτη του Χίτλερ», χωρίς όμως να υποβαθμίζει την πραγματική και τεκμηριωμένη οικονομική ωφέλεια της επιχείρησης από το ναζιστικό καθεστώς.