Oδυνηρές συγκρούσεις και ανούσιες συγκρίσεις

Η πολύνεκρη σιδηροδρομική τραγωδία στην Ισπανία ήταν ένα νέο σοκ σε μία σειρά δυστυχημάτων που συντάραξαν τα τελευταία χρόνια την Ευρώπη.

Τα τρένα από ασφαλής επιλογή μεταφοράς – ειδικά σε χώρες με ανεπτυγμένα δίκτυα, όπως η Ισπανία- κινδυνεύουν να απαξιωθούν από τους επιβάτες, καθώς νοιώθουν ότι κάτι δεν πάει καλά με τη διαχείριση της ασφάλειά τους.

Δυστυχήματα με τόσο μεγάλο ανθρώπινο κόστος είναι σχεδόν αδύνατον να μην έχουν πολιτικό αποτύπωμα. Το γνωρίζουμε καλά στην Ελλάδα όπου η τραγωδία των Τεμπών βρίσκεται ακόμα στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ στη Σερβία υπήρξε η πιο θεαματική δυναμική του κινήματος που ζητούσε την παραίτηση της κυβέρνησης για το δυστύχημα στο Νόβι Σαντ, φτάνοντας να κερδίσει τις εκλογές.

Από την πρώτη στιγμή κάποιοι έσπευσαν να κάνουν μια «σύγκριση τραγωδιών», προσπαθώντας να αντιπαραβάλλουν τα δύο δυστυχήματα και τον πολιτικό τους χειρισμό, κίνηση μάλλον άστοχη. Πρωτ’ απ’ όλα στην Ισπανία το γεγονός είναι τόσο νωπό που είναι αδύνατο να δει κανείς καθαρά πού και με ποιο τρόπο πρέπει να επιμεριστούν οι ευθύνες. Είναι προφανές ότι τέτοια γεγονότα όπου οι τραγικές αστοχίες του συστήματος είναι εμφανείς υπάρχει πολιτική ευθύνη, είτε μιλάμε για την Ισπανία, είτε για την Ελλάδα, είτε για τη Σερβία, είτε για οποιαδήποτε χώρα, οποιαδήποτε στιγμή.

Το κύριο ζητούμενο όχι μόνο για τις χώρες που έζησαν τόσο οδυνηρό γεγονότα είναι να εξασφαλίσουν οι κυβερνήσεις και αν χρειάζεται να χρηματοδοτηθούν γενναία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε τα συστήματα ασφαλείας που ελέγχουν την κίνηση των τρένων να είναι αλάνθαστα. Όταν μιλάμε για ασφάλεια, δεν εννοούμε μόνο τις αμυντικές δαπάνες. Εννοούμε και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να πηγαίνει στη δουλειά του, το ταξίδι ή τις διακοπές του και να είναι βέβαιος ότι θα φτάσει ασφαλής στον προορισμό του. Και καθώς διανύουμε το δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα αυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.