Στην τελευταία σκηνή ενός επεισοδίου της σειράς “Κάμπινγκ”, ο Σοφοκλής φτάνει σε ένα ξενοδοχείο, χτυπά την πόρτα ενός δωματίου, απαντά υποδυόμενος τον υπάλληλο και μόλις η πόρτα ανοίξει, ξυλοφορτώνει, χωρίς καν να χρειαστεί να μιλήσει, έναν γεροδεμένο άντρα. Ο συγκεκριμένος άντρας είχε κακοποιήσει σωματικά μία κοπέλα η οποία ζει στο κάμπινγκ, στο οποίο είναι επικεφαλής, και στο οποίο οι δεσμοί των ανθρώπων, κατά περίπτωση, είναι σχεδόν οικογενειακή. Αυτό που έκανε ο Σοφοκλής στην μυθοπλασία, πολύ εύκολα θα μπορούσε να το κάνει στην πραγματική ζωή ο Γιώργος Χρυσοστόμου, που τον υποδύεται. Οχι ξυλοφορτώνοντας, δεν είναι και δεν ήταν ποτέ βίαιος, αλλά φροντίζοντας να κάνει τον κακοποιητή να καταλάβει, ότι δεν μπορεί να επαναλάβει αυτό που έκανε αλλά μόνο να το μετανιώσει.
Και αυτό είναι ένα στοιχείο που επιβεβαιώνει πως ο Χρυσοστόμου δεν είναι απλά ζεν πρεμιέ της γενιάς του. Οσο κι αν ξεκίνησε ως σύμβολο αντισυμβατικό και αχαλίνωτο, εξελίχθηκε σε κάτι που μπορεί να γοητεύει και να κατακτά, όχι γιατί η εικόνα του ομολογουμένως είναι αυτή που μπορεί να το πετύχει, αλλά γιατί σε μία πορεία πολλών ετών και πολύ περισσότερων σταθμών απέδειξε ότι δεν ήρθε να κάνει τον ωραίο, αλλά να ζήσει το όνειρό του. Αρσενικό παλαιάς και σύγχρονης κοπής κράτησε μία σημαντική υπόσχεση που έδωσε από την αρχή της καριέρας του: να κρατά την μπάλα χαμηλά.
Ο Γιώργος Χρυσοστόμου στο «Κάμπινγκ»
Σε αυτό βοήθησε και η ίδια η ζωή. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ρόδο, σε ένα ορεινό χωριό, με πολλά αδέλφια και σίγουρα όχι με οικονομική κατάσταση που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «τρέχουν τα λεφτά από τα μπατζάκια τους», περιορίστηκε στο να εργάζεται και να μεγαλώνει κοντά στην γη. Εκανε διάφορες δουλειές από τα 12 του χρόνια και δυσκολευόταν να καταλάβει τι σημαίνει «κάνω διακοπές». Οι γονείς του τον έβαζαν μετά το σχολείο να δουλεύει τα καλοκαίρια, για να μπορέσει να βοηθήσει την κατάσταση στο σπίτι και κάπως έτσι ξεκίνησε μία καριέρα: 12 χρονών μάζευε αβγά σε ορνιθοτροφείο, 13 χρονών βοηθούσε σε ένα συνεργείο και μετά βρέθηκε σε ένα φαρμακείο να ξεσκονίζει τα αντηλιακά. Η πορεία θα μπορούσε με μπόλικες δόσεις χιούμορ να χαρακτηριστεί ως και ανοδική, καθώς τα επόμενα χρόνια και όσο οι φίλοι και οι συμμαθητές του Γιώργου απολαμβάνουν μπάνια στην θάλασσα, κάνουν καταμέτρηση παγωτών και βόλτες με ποδήλατα, εκείνος στην Λαγκαδά στη Θεσσαλονίκη δούλεψε σε ένα μπουζουξίδικο, με ειδικό ρόλο: άνοιγε τις κούτες με τις σαμπάνιες. Ηταν κι αυτή μία πιο σκληρή μορφή καταμέτρησης…
Για όλα αυτά ο Γιώργος Χρυσοστόμου θα μιλήσει συχνά, θα τα αφηγηθεί σε συνεντεύξεις και χωρίς «επιτηδευμένη κακομοιριά», αντιθέτως με χαλαρή διάθεση και σχεδόν νιώθοντας και λίγο ευγνωμοσύνη, που μπόρεσε και άνοιξε κάποιες πλαϊνές πόρτες πριν διανύσει τον διάδρομο που οδηγούσε στο δικό του, προσωπικό φως, θα δείξει ότι δίχως όλες αυτές τις εμπειρίες δεν θα ήταν σήμερα ο ηθοποιός και ο άντρας που είναι. ««Μεγάλωσα σε μία πολύτεκνη οικογένεια, είναι ευλογία και η κληρονομιά μου. Έβλεπα άλλα παιδιά που είχαν ένα αδελφάκι και τα ζήλευα. Η εφηβεία μού βγήκε σε μελαγχολία, ήμουν αμίλητος. Η μελαγχολία της εφηβείας μου αργότερα μετουσιώθηκε στους ρόλους και στο φλερτ. Ήμουν μελαγχολικό αγόρι και με προσέγγιζαν τα κορίτσια. Αυτό το κόλπο χρησιμοποιούσε ο εαυτούλης μου»,». Τα αφηγείται στα τηλεοπτικά καλέσματα και ταυτόχρονα τα απολαμβάνει σαν να είναι τα στοιχεία αυτά που μπόρεσαν να φτιάξουν τον Γιώργο. Ισως γι αυτό και κάθε φορά που καλείται να σκαλίσει τις αναμνήσεις του Ροδίτικου παρελθόντος, όλα καταλήγουν στον στίχο του Γιώργου Μαζωνάκη «θέλω να γυρίσω στα παλιά». Επιστροφή στην Ρόδο αλλά υπό έναν όρο: να υπάρχει κι ένα θεατράκι κάπου εκεί κοντά που θα μένει για να μπορεί να ζει και την μεγάλη του αγάπη, την υποκριτική.
Στην παράσταση «Όρνιθες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη
Κόντρα στον «μάτσο» – άνδρα των εξωφύλλων και των ρόλων, εκείνος δεν σταματά να επισημαίνει πως είναι αρκετά ευάλωτος. Η μάλλον πως παρέμεινε ευάλωτος, παρά την εικόνα που τον θέλει και στους ρόλους αλλά και στο κομμάτι του παζλ που συνθέτει την εικόνα του γόη να είναι ο άνδρας που στο πέρασμά του ποδοπατά τα πάντα. «Μπορεί κάποιος να μου πει κάτι και να με πληγώσει», εξομολογείται σε πρόσφατη συνέντευξή του. «Αυτό τώρα είναι και ένα τραύμα παιδικό. Έχω ζήσει πολλές φορές δημόσια ρεζιλίκια. Ας πούμε, έπαιζα σε έναν αγώνα μπάσκετ και την ώρα που έγραφαν όλοι με τις κάμερες, μου ήρθε η μπάλα στη μούρη και λιποθύμησα. Άρχισε να γελάει όλο το γήπεδο. Είναι αυτό που συνέρχεσαι και λες ‘Όταν μεγαλώσω, θα πάρω το αίμα μου πίσω’. Από τα 18 μέχρι τα 25 είχα έπαρση. Η έπαρση είναι μερικές φορές μηχανισμός ανασφάλειας. Σε εμένα ήταν πληγή ή θυμός. Πολλές φορές δεν μιλάω σε άλλους γιατί ντρέπομαι και όχι επειδή είμαι επαρμένος. Έχω αρκετές ανασφάλειες αλλά πάνω στη σκηνή έχω ισορροπία και αυτοπεποίθηση. Καμία φορά θεωρώ τον εαυτό μου ανεπαρκή. Τραβάω και εγώ διάφορα».
Η ώρα της υποκριτικής, η Θεσσαλονίκη και οι πρώτες τηλεπεριπέτειες
Κάποια στιγμή θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του και θα πει στους γονείς του πως θέλει να γίνει ηθοποιός. Για να παρηγορήσει τον τρόμο που ένιωσαν όταν άκουσαν τα όνειρα του γιου τους, τους υποσχέθηκε πως θα δώσει εξετάσεις σε δημόσια σχολή για να μην υπάρχει το άγχος των διδάκτρων. Και κάπως έτσι βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη έχοντας υποτροφία για την σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Ο Γιώργος Χρυσοστόμου απέδειξε πως δεν είναι απλώς ένας ζεν πρεμιέ, αλλά ένας πολυδιάστατος καλλιτέχνης με αληθινό βάθος στο θέατρο.
Σιγά σιγά όλα θα πάρουν τον δρόμο τους. Πραγματοποίησε το τηλεοπτικό του ντεμπούτο στη σειρά «504 χλμ. βόρεια της Αθήνας». Εκεί, για να είμαστε ρεαλιστές δεν αναφώνησε σύσσωμο το τηλεοπτικό κοινό «ποιος είναι αυτός». Ακολούθησαν οι τηλεοπτικές σειρές «Singles» και βέβαια το L.A.P.D. στο MEGA, όπου εκεί πλέον θα γίνει το «μπαμ» και όλοι θα μιλούν για τον νέο γοητευτικό πρωταγωνιστή. Οι πόρτες ανοίγουν και το θέατρο μάλλον είναι αυτή την οποία θα επιχειρήσει να ανοίξει με μεγαλύτερη επιθυμία και όρεξη αλλά δίχως βαρύγδουπες δηλώσεις του τύπου «απεταξάμην τηλεόραση» λόγω κουλτούρας. Το 2014 βραβεύτηκε με το Βραβείο Χορν, για τη ερμηνεία του στη θεατρική παράσταση «Mistero Buffo» σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου.
Μέχρι να καταξιωθεί από τη σχολή, ο Γιώργος Χρυσοστόμου έκανε αυτό που γεννήθηκε μάλλον να κάνει για πολύ: πολλές δουλειές. Δούλευε ταυτόχρονα μπάρμαν, κλόουν σε παιδικά πάρτυ, DJ. «Η δουλειά του κλόουν είναι γέλιο και δάκρυ μαζί», θα πει και κάπως έτσι θα συνεχίσει σχεδόν με αυτοσαρκασμό να περιγράφει τον εαυτό του. Σταμάτησε τη νύχτα και τη σχέση του με το αλκοόλ, ίσως και η μοναδική σχέση για την οποία θα μιλήσει ανοιχτά, πριν από μερικά χρόνια. «Η πιο κομβική μου στιγμή ήταν πουαποφάσισα να σταματήσω να δουλεύω νύχτα. Είπα, τελείωσε, θα βγάζω λεφτά στις 8 το πρωί. Όλος ο κόσμος το κάνει, θα βρω τρόπο να το κάνω κι εγώ. Και μαζί με αυτό, έδιωξα και το αλκοόλ από τη μέση ως διασκέδαση. Αυτό ήταν μεγάλο στρίψιμο του καραβιού. Ακόμα είμαστε πάνω στη στροφή, γιατί είχε συνηθίσει το αλκοόλ ένα κοινωνικό μου κομμάτι. Δεν είχα φτάσει ποτέ στο σημείο να πίνω στο σπίτι – αλλά το είδα μπροστά μου να έρχεται. Δεν θα έβγαζα και αυτή τη σεζόν αν συνέχιζα να κάνω τη ζωή που έκανα, η οποία ήταν φουλ έξαλλη».
Κρατώντας την μπάλα χαμηλά από το ξεκίνημά του, ο καταξιωμένος πρωταγωνιστής συνδυάζει το ταλέντο με την ουσιαστική, αθόρυβη σκληρή δουλειά.
Όταν ήρθε στη ζωή του η σειρά L.A.P.D. ο Γιώργος Χρυσοστόμου βρισκόταν σε σκοτεινή φάση. Εκείνο που τον έκανε να πάρει την απόφαση να αλλάξει ήταν η διαπίστωση πως θα άντεχε η υπόλοιπη μισή ζωή του να συνεχίσει έτσι. «Ξεκίνησα ψυχοθεραπεία από το 2011. Με αγάπησα πολύ, τώρα τελευταία ακόμη πιο πολύ. Μέχρι τα 38-40 ό,τι ήταν να γίνει έγινε… Πλέον σηκώνομαι το πρωί και λέω ότι την έχω τη μέρα».
Η αλήθεια είναι ότι αν κάτι διέκρινες εκτός από το ταλέντο, ή την πολυσυζητημένη γοητεία ήταν και μία στροφή στην ωριμότητα. Αυτή η αχαλίνωτη σκέψη, το «άπιαστο» στην ψυχοσύνθεση, η αστάθεια στις επιλογές σαν σχέδιο απόδρασης από κάτι απροσδιόριστο, άρχισαν να δίνουν την θέση τους σε μία διαδικασία ωριμότητας και στοχοπροσήλωσης. Και στην τηλεόραση αλλά κυρίως στο θέατρο.
Μέσα από ρόλους με έντονο ψυχολογικό αποτύπωμα στην τηλεόραση, καταφέρνει να γοητεύει το κοινό χωρίς να καταφεύγει σε εύκολες λύσεις.
Ο Χρυσοστόμου θα χαράξει πορεία ενδιαφέρουσα στις θεατρικές σκηνές, η οποία περιλαμβάνει και σκηνοθεσία. Κομβικό σημείο η παράσταση «Πέτρες στις τσέπες του» με τον Μάκη Παπαδημητρίου στην οποία είναι και σκηνοθέτης και σημειώνει μεγάλη επιτυχία για πολλές σεζόν. Ακολουθεί μία ακόμη σημαντική στιγμή. Πρωταγωνιστικός ρόλος στο μπρεχτικό «Η άνοδος και η πτώση του Αρτούρο Ούι». Εκεί ξεδιπλώνεται μία άλλη δυναμική και εκεί κάπου γίνεται πράξη η εξομολόγηση του απόλυτου έρωτα που ένιωσε για την υποκριτική από την εφηβεία. Η παράσταση γίνεται sold out με πολλές παρατάσεις και ο ίδιος παύει να χαρακτηρίζεται ως απλά ένας ωραίος πρωταγωνιστής.
Ουσιαστικά είναι και κάτι που και ο ίδιος επεδίωξε, καθώς ποτέ δεν κατάλαβε πως προέκυψε όλη αυτή «φασαρία». «Δεν μπορώ να συμφωνήσω στο ότι είμαι γοητευτικός. Είναι κάπως. Είναι κάποιοι που το φέρουν και το λένε και το δηλώνουν. Είναι κάποιοι που φέρουν γοητεία απλώς λέγοντας γι’ αυτήν. Μια συστολή την έχω, η αλήθεια είναι. Δεν πηγαίνω και στον καθρέφτη και λέω “τι μανάρι είσαι εσύ Παναγία μου”. Δεν με βλέπω και πολύ, γιατί όπως ο περισσότερος κόσμος φαντάζομαι, βλέπω τις ατέλειες».
Αρσενικό παλαιάς και σύγχρονης κοπής ταυτόχρονα, αρνήθηκε να εγκλωβιστεί στην εικόνα του ωραίου και κέρδισε το στοίχημα της καλλιτεχνικής διάρκειας.
Φέτος, ο Γιώργος Χρυσοστόμου είναι ο Φράνσις στην παράσταση «Ενας υπηρέτης, δύο αφεντικά» σε σκηνοθεσία Θάνου Τοκάκη. Πριν από λίγο, τις πρωινές ώρες της Δευτέρας, ήρθε μία ενημέρωση που αναφέρει πως λόγω αυξημένης ζήτησης εισιτηρίων, προστίθενται δύο παραστάσεις. Ισως κοιτάζοντας τον καθρέπτη του πλέον, να μην αναρωτιέται αν είναι ωραίος. Αλλά σίγουρα θα χαίρεται και θα καμαρώνει γιατί πλέον, χρόνια μετά και κυνηγώντας ένα όνειρο έπαψε να μετράει σαμπάνιες σε χαρτόκουτα στα μπουζούκια και έχασε το μέτρημα των θεατών που θέλουν να τον δουν στο θέατρο. Ε, δεν το λες και λίγο.
Και ίσως κάποια στιγμή να μπορέσει ένα ακόμη όνειρο, που μου είχε εξομολογηθεί σε παλιότερη συζήτησή μας: «Ολοι λένε ότι το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να κάνω θα ήταν να δώσω στους γονείς μου να κουλάρουνε. Κι εγώ θα το έκανα και μετά το όνειρο είναι ένας Φάρος. Να πάρω έναν φάρο και να μείνω, κάπου στη Σκωτία, στην Ιρλανδία… Εχει όμορφους φάρους στην Ελλάδα αλλά στο εξωτερικό είναι τεράστιοι με σπίτι, κάπου στη μέση του Ατλαντικού. Πας εκεί ένα διήμερο και τα ξεχνάς όλα. Ούτε αυτοκίνητα είχα στο μυαλό μου, ούτε σπίτια, ούτε χλιδές. Ενα φάρο έχω επιθυμήσει μόνο».