Τη στιγμή που η Αλβανίαπροχωρεί στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση, η κυβέρνηση του Εντι Ράμααντιμετωπίζει εντεινόμενη κοινωνική αμφισβήτηση. Στις 13 Οκτωβρίου έκλεισε προσωρινά το κεφάλαιο 20, «Επιχειρηματική και βιομηχανική πολιτική», ενώ η μαζική φοιτητική και μαθητική συμμετοχή εγκαινίασε νέα φάση στις κινητοποιήσεις. Συνεχιζόμενες αδιάλειπτα από τα τέλη Μαΐου του 2026 και καθ’ όλο το καλοκαίρι, οι αρχικά ειρηνικές διαδηλώσεις μετεξελίσσονται σε οξεία αντιπαράθεση, με εμπρησμούς και καθημερινές συγκρούσεις.
Η σύγκρουση έχει ιστορικό βάθος. Η έξοδος το 1990-1991 από το ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς άνοιξε τον δρόμο στον πολυκομματισμό και στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, χωρίς να εδραιώσει αποτελεσματικούς ελέγχους και αντίβαρα μεταξύ των εξουσιών. Το 1997, η κατάρρευση των παρατραπεζικών «πυραμίδων» εξανέμισε αποταμιεύσεις και προκάλεσε κρατική αποσύνθεση. Η μεταγενέστερη σταθεροποίηση συνοδεύθηκε από εναλλαγές στην εξουσία, με θεσμούς ασθενείς και ευάλωτους στην κομματική κηδεμονία. Η Freedom House καταγράφει αυτή την εκκρεμότητα: «μεταβατικό ή υβριδικό καθεστώς» στην έκθεση του 2024, «μερικώς ελεύθερη» χώρα σε εκείνη του 2026.
Στο υπόβαθρο της εκκρεμότητας βρίσκεται η αλληλεξάρτηση πολιτικής και οικονομικής ισχύος. Προνομιακές παραχωρήσεις δημόσιας γης, κρατικές συμβάσεις και νομοθετικές εξαιρέσεις ενισχύουν επιχειρηματικά δίκτυα που αποκτούν πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων και επιρροή μέσω ιδιόκτητων μέσων ενημέρωσης. Η οικονομική ισχύς επιστρέφει ως πολιτική υποστήριξη, αναπαράγοντας την άνιση πρόσβαση στους δημόσιους πόρους. Αυτή η αμοιβαία ενίσχυση συγκροτεί μηχανισμό κρατικής αιχμαλωσίας: ο εκλογικός ανταγωνισμός συνυπάρχει με περιορισμένη λογοδοσία. Ο ΟΑΣΕ χαρακτήρισε τις εκλογές του 2025 ανταγωνιστικές, καταγράφοντας όμως άνισους όρους και αναφορές κατάχρησης δημόσιων πόρων. Οι διώξεις για διαφθορά υψηλού επιπέδου διευρύνουν, ωστόσο, τα περιθώρια λογοδοσίας, αν και συναντούν πολιτικές αντιστάσεις.
Η έξοδος από το κομμουνιστικό καθεστώς άνοιξε τον δρόμο στον πολυκομματισμό και στην καπιταλιστική οικονομία, χωρίς να εδραιώσει αποτελεσματικούς ελέγχους και αντίβαρα μεταξύ των εξουσιών.
Σε αυτό το περιβάλλον μεταβάλλεται και η διαμαρτυρία. Ενώ επί δεκαετίες οι μεγάλες κινητοποιήσεις ακολουθούσαν συνήθως την αντιπαράθεση Σοσιαλιστών και Δημοκρατικών, οι φοιτητικές διαδηλώσεις του 2018 και η αντίσταση στην κατεδάφιση του Εθνικού Θεάτρου το 2020 διεύρυναν τις εμπειρίες αυτόνομης δράσης. Η «επανάσταση των φλαμίνγκο» συνέχισε αυτήν τη διαδρομή, αντιδρώντας στα σχέδια του Τζάρεντ Κούσνερ για πολυτελή τουριστικά συγκροτήματα στη νήσο Σάσων και στη Σβέρνιτσα, κοντά στη λιμνοθάλασσα Νάρτα. Εως τον Σεπτέμβριο, οι καθημερινές ειρηνικές βραδινές συγκεντρώσεις, με συμμετοχή της αλβανικής διασποράς, συγκρότησαν μια άτυπη δημοκρατική αγορά. Η απαίτηση για παραίτηση του Ράμα, η σάτιρα του πολιτικού συστήματος και οι καλλιτεχνικές παρεμβάσεις μετέτρεψαν την περιβαλλοντική διαμαρτυρία σε διεκδίκηση για κοινωνικό έλεγχο των δημόσιων αποφάσεων.
Καθώς η διαμαρτυρία παρέμενε χωρίς ουσιαστική ανταπόκριση από τον πρωθυπουργό, η φοιτητική συμμετοχή συνέδεσε την προστασία του δημόσιου πλούτου με την πρόσβαση στις ευκαιρίες. Τα δίδακτρα, οι ακατάλληλες εστίες και η αβεβαιότητα μετά το πτυχίο απέκτησαν πολιτικό περιεχόμενο σε μια χώρα μακρόχρονης αποδημίας. Η απογραφή του 2023 κατέγραψε περίπου 420.000 λιγότερους κατοίκους από εκείνη του 2011, αποτέλεσμα δημογραφικών και μεταναστευτικών μεταβολών. Για πολλούς νέους, η αναχώρηση προβάλλει ως αναγκαστική διέξοδος. Η διεκδίκηση προοπτικής εντός της χώρας συνδέει τις προσωπικές διαδρομές με τους θεσμικούς όρους κοινωνικής ανέλιξης.
Ενώ επί δεκαετίες οι μεγάλες κινητοποιήσεις ακολουθούσαν συνήθως την αντιπαράθεση Σοσιαλιστών και Δημοκρατικών, οι φοιτητικές διαδηλώσεις του 2018 διεύρυναν τις εμπειρίες αυτόνομης δράσης.
Αυτή η κινηματική διεύρυνση δεν έχει ενιαίο ιδεολογικό πρόσημο ή κεντρική ηγεσία. Συγκλίνει, όμως, στην απαίτηση παραίτησης του Ράμα, ενώ στις συγκεντρώσεις διατυπώνεται το αίτημα υπηρεσιακής κυβέρνησης για τη διεξαγωγή νέων εκλογών. Παράλληλα, η συνάντηση διαφορετικών κοινωνικών εμπειριών διευρύνει τη βάση της αμφισβήτησης, συνδέοντας την εκπαιδευτική ανασφάλεια με την άνιση κατανομή πόρων και πολιτικής επιρροής.
Η βίαιη κλιμάκωση αποτελεί νέα φάση της πολύμηνης κινητοποίησης, ενώ οι ειρηνικές πορείες συνεχίζονται. Ομάδες νέων πετούν πέτρες και βόμβες μολότοφ, διασπείρονται και ανασυγκροτούνται ταχύτατα, με την ευκινησία τους να αντιπαρατίθεται συμβολικά στην πολιτική δυσκαμψία της εξουσίας. Στόχοι επιθέσεων γίνονται αστυνομικοί, υπουργεία και τράπεζες. Η αστυνομία χρησιμοποιεί δακρυγόνα, υδροβόλα και ελαστικά βλήματα, ενώ οι τραυματισμοί και οι καταγγελίες κακομεταχείρισης διευρύνουν την αλληλεγγύη.
Ο Ράμα, στην εξουσία από το 2013, αρνείται να παραιτηθεί και καταγγέλλει ξένη υποκίνηση. Κάνει επίσης λόγο για «τυφλή δύναμη» και συνδέει τις κινητοποιήσεις με την Antifa, επικαλούμενος τον χαρακτηρισμό της από τον Τραμπ ως τρομοκρατικής οργάνωσης. Η πρόσκληση διαλόγου συνυπάρχει με τον αποκλεισμό όσων ασκούν βία. Η παρουσίαση της διαμαρτυρίας ως απειλής για την ευρωπαϊκή ένταξη μετατοπίζει τη συζήτηση από τη λογοδοσία στην ασφάλεια. Οι κινητοποιήσεις, όμως, επαναφέρουν το ερώτημα ποιος αποφασίζει για τον δημόσιο πλούτο και ποιος μπορεί να προσδοκά ένα μέλλον στη χώρα. Εκεί συμπυκνώνεται και η δημοκρατική εκκρεμότητα: στην απόσταση ανάμεσα στην τυπική ισότητα των πολιτών και στην άνιση δυνατότητά τους να επηρεάζουν τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.
*Η κ. Βέρα Τίκα είναι πολιτική επιστήμονας, ερευνητική συνεργάτις στο Κέντρο Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου.