Φόρτωση Text-to-Speech…
Οι εκλογές είναι άγριο πράγμα. Είναι, σε κάποιο επίπεδο, μάχη. Θέλουν γερό στομάχι. Και, αναπόφευκτα, με διακύβευμα τόσο σημαντικό, όταν τα πράγματα γίνονται αμφίρροπα, μπορεί το θέμα να ξεφύγει. Το επίπεδο να πέσει. Κι όταν οι εμπλεκόμενοι είναι άνθρωποι με γενικά χαλαρές αναστολές κι ελεύθεροι από βαρίδια του τύπου «ηθική» ή «αξιοπρέπεια», μπορεί εύκολα να εκτροχιαστούν τα πάντα προς το απόλυτο ναδίρ.
Στις ΗΠΑ έχουν εκλογές την άλλη εβδομάδα.
Και ζούμε στο 2026. Εχουμε περάσει δεκαετίες εκχυδαϊσμού του δημόσιου διαλόγου. Οχι ότι παλιά όλοι φέρονταν με το σεις και με το σας, αλλά πλέον τα οχυρά τής όποιας απανταχού «αστικής ευγένειας» μοιάζουν να έχουν καταρρεύσει ολοκληρωτικά. Δεν βοηθάει και το ότι οι εκλογές αυτές είναι κρίσιμες και, από ό,τι φαίνεται, μπορεί να φέρουν ένα αποτέλεσμα καθόλου ικανοποιητικό για το καθεστώς που εδώ και σχεδόν δύο χρόνια διαμορφώνεται στην Ουάσιγκτον.
Στις βουλευτικές εκλογές της επόμενης Τρίτης οι Δημοκρατικοί θέλουν να γυρίσουν το 53-47 στη Γερουσία, και για να το καταφέρουν θα πρέπει να κερδίσουν τουλάχιστον τέσσερις από τις αναμετρήσεις που μοιάζουν αμφίρροπες. Αυτές περιλαμβάνουν τις εκλογές στην Αλάσκα, στο Κάνσας, στο Μέιν, στη Βόρεια Καρολίνα, στο Οχάιο, ακόμα και στο Τέξας. Ολες αυτές τις πολιτείες (εκτός του Μέην) ο Τραμπ τις πήρε το 2024, και μάλιστα κάποιες με διψήφια ποσοστά. Αλλά πλέον το κλίμα έχει γυρίσει τόσο πολύ, που σε όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μπροστά τους Δημοκρατικούς υποψηφίους, έστω και με μικρές διαφορές. Οπότε, πολύ λογικά, ένας κάποιος πανικός έχει εξαπλωθεί. Το καθεστώς, ασφαλώς, θα επιστρατεύσει όλα τα μέσα, νόμιμα και παράνομα, για να μη χάσει. Αλλά ταυτόχρονα κάνει ό,τι μπορεί και στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας. Εχουν πέσει με τα μούτρα. Του δίνουν και καταλαβαίνει. Και μ’ αυτό εννοώ ότι το επίπεδο έχει πέσει στα τάρταρα.
Σκεφτείτε, για παράδειγμα, το Τέξας. Το Τέξας έχει να εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1993. Μολονότι όλες οι μεγάλες πόλεις ψηφίζουν Δημοκρατικούς, η πολιτεία είναι ακόμα βαθιά «κόκκινη», και το 2024 ψήφισε Τραμπ με 14 μονάδες διαφορά. Και τώρα μοιάζει πολύ πιθανό να εκλέξει κάποιον από απέναντι. Ο 37χρονος Τζέιμς Ταλαρίκο προηγείται στις δημοσκοπήσεις του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον, πιστού ακολούθου του Τραμπ εδώ και χρόνια. Βεβαίως, βοηθά και το ότι η δημοφιλία του Τραμπ έχει πέσει δραματικά, αλλά και το ότι ο Πάξτον είναι ένας άθλιος υποψήφιος, υπερβολικά ακραίος ακροδεξιός στις πεποιθήσεις του, «τρομακτικός» ακόμα και για μέρος του συντηρητικού κοινού, και με βαριές υποθέσεις διαφθοράς στο πρόσφατο παρελθόν του. Αλλά και ο Ταλαρίκο, ένας δεινός ρήτορας, που υποστηρίζει τις προοδευτικές του απόψεις και με διαρκείς επικλήσεις στη χριστιανική του πίστη, μοιάζει εξαιρετικά αποτελεσματικός στο προεκλογικό παιχνίδι. Ακόμα και μέλη της οικογένειας Μπους έχουν δηλώσει δημόσια ότι τον υποστηρίζουν. Οπότε; Οπότε το σύστημα Τραμπ τού επιτίθεται όπως κι άλλοι ξέρουν, αλλά μόνο αυτό μπορεί: με βρισιές και χυδαία υπονοούμενα. Το βασικό πολιτικό επιχείρημα που έχουν βρει εναντίον του ξέρετε ποιο είναι; Οι πολιτικές τους θέσεις; Η προϋπηρεσία του; Οχι. Είναι το ότι δεν μοιάζει πάρα πολύ αρρενωπός. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ τον αποκαλεί «ταλαφρίκο», από το «freak». Ο αντιπρόεδρος χασκογελώντας πετάει χυδαία υπονοούμενα ότι ο υποψήφιος είναι κρυφά ομοφυλόφιλος ή/και τρανς άτομο. Τον αποκαλούν υβριστικά «βίγκαν». Μέλη του μηχανισμού προπαγάνδας του καθεστώτος πλημμυρίζουν φιλόξενες πλατφόρμες, όπως το Twitter του Ελον Μασκ, με fake news, όπως ότι ο Ταλαρίκο ακύρωσε κάποιες εμφανίσεις επειδή τον έκλεισαν σε ψυχιατρείο (στην πραγματικότητα είχε γρίπη). Σε αυτό το σημείο βρίσκεται πολιτικά αυτή η χώρα.
Και το παράδειγμα του Τέξας δεν είναι καν το χειρότερο. Οι ιστορίες δύο άλλων υποψηφίων είναι ακόμα πιο ενδεικτικές του πολιτικού εκχυδαϊσμού σε αυτόν τον εκλογικό κύκλο. Είναι και οι δύο 41 ετών.
Ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ κατεβαίνει υποψήφιος γερουσιαστής στο Μίσιγκαν. Είναι γιατρός, και το βιογραφικό του μοιάζει σαν επινοημένο από ΑΙ. Σπούδασε Βιολογία και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, έγινε καθηγητής Επιδημιολογίας στο Columbia και ήταν Rhodes Scholar στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου ολοκλήρωσε και το διδακτορικό του. Εκτός από καλός μαθητής ήταν και αθλητής, αρχηγός της ομάδας του σχολείου του σε τρία αθλήματα (πάλη, φούτμπολ και λακρός) και αρχηγός της ομάδας λακρός στην Οξφόρδη. Είναι εξαιρετικά χαρισματικός ρήτορας και μέλος της «αριστερής» προοδευτικής φράξιας του Δημοκρατικού Κόμματος. Αλλά τίποτε από αυτά δεν απασχολεί ιδιαίτερα την προεκλογική καμπάνια των Ρεπουμπλικανών στο Μίσιγκαν, καθότι έχουν ένα άλλο χαρακτηριστικό του στο οποίο προτιμούν να επιτίθενται: είναι μουσουλμάνος.
Οι γονείς του κατάγονται από την Αίγυπτο. Ο Αμπντούλ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μίσιγκαν, ασφαλώς, και η νεότητά του ήταν μαθήματα και μπάλα. Αλλά είναι μουσουλμάνος. Και τον λένε Αμπντούλ. Αυτό, για το σημερινό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, είναι αρκετό. Ο αντίπαλός του τον αποκαλεί «εξτρεμιστή» και «υποστηρικτή των τρομοκρατών». Ο ίδιος ο Τραμπ κοροϊδεύει το όνομά του, τον ονοματίζει επίτηδες με το πλήρες όνομά του «Αμπντουλραχμάν» και «Μοχάμεντ» (όπως αποκαλούσε τον Ομπάμα επίτηδες «Χουσεΐν»), τον αποκαλεί «τζιχαντιστή» και ισχυρίζεται δημόσια ότι «έχει σχέση με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα». Με αφορμή κάτι που είχε γραψει στο Twitter η ετεροθαλής αδελφή του το 2012, οι Ρεπουμπλικανοί έχουν λυσσάξει να αποκαλούν τον Ελ-Σαγιέντ «τρομοκράτη» και «τζιχαντιστή», μια ακραία ισλαμοφοβική καμπάνια που έχει αφήσει πικρή γεύση ακόμα και σε ένα συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας.
Αλλά αυτός δεν είναι ο μόνος πόλεμος που χρειάστηκε να αντέξει ο κ. Ελ-Σαγιέντ. Γιατί πριν πάρει το χρίσμα των Δημοκρατικών για να κατέβει υποψήφιος, έπρεπε να περάσει από την άλλη εκλογική διαδικασία, αντιμετωπίζοντας τους άλλους Δημοκρατικούς επίδοξους. Και σε εκείνη την πολιτική διαδικασία κανένας δεν τον αποκαλούσε «τζιχαντιστή», κανένας δεν κορόιδευε το όνομά του. Εκεί, όμως, δόθηκε έμφαση σε κάτι άλλο που αναφέραμε και παραπάνω: στο ότι ανήκει στην «αριστερή» φράξια του κόμματος. Βάζω το αριστερή σε εισαγωγικά βεβαίως, καθότι μιλάμε για τις ΗΠΑ. Η «αριστερή» φράξια του Δημοκρατικού Κόμματος είναι κάτι σαν το δικό μας ΠΑΣΟΚ. Αλλά το «παραδοσιακό» κόμμα έχει τρομοκρατηθεί από την άνοδο εξαιρετικά δημοφιλών υποψηφίων από την αριστερή πτέρυγα και εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, μετά την AOC, μετά τον Μαμντάνι, να τους αντιμετωπίζει ως απειλή. Εναντίον του Ελ-Σαγιέντ λύσσαξαν. Τι κομμουνιστή τον ανέβαζαν, τι αντισημίτη τον κατέβαζαν. Η AIPAC, το ισραηλινό λόμπι, δαπάνησε πάνω από 30 εκατ. δολάρια σε διαφημίσεις εναντίον του, για να εξασφαλίσει ότι δεν θα πάρει το χρίσμα κανένας «Free Palestine» Δημοκρατικός. Ε, το πήρε. Για να κάθεται να ακούει να τον αποκαλούν «τζιχαντιστή».
Ακριβώς στα νότια του Μίσιγκαν βρίσκεται το Οχάιο, και εκεί εκλέγουν και κυβερνήτη την ερχόμενη Τρίτη. Υποψήφιος για τους Ρεπουμπλικανούς στο Οχάιο είναι ένας άλλος 41χρονος γιος μεταναστών, ο ινδικής καταγωγής δισεκατομμυριούχος Βιβέκ Ραμασγουάμι. Μπορεί να τον θυμάστε – είχε διεκδικήσει και το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές, και ο Τραμπ τον είχε διορίσει συνδιευθύνοντα του «DOGE», του άτυπου οργάνου που υποτίθεται θα «έστρωνε» το αμερικανικό δημόσιο. Ο Βιβέκ πήρε πόδι από τον έτερο διευθύνοντα ολιγάρχη εκείνου του οργανωτικού πατατράκ (τον Ελον Μασκ), αλλά τώρα επανέρχεται και διεκδικεί ψήφο. Αυτός κι αν τρώει ρατσισμό και χυδαιότητα καθότι, αντίθετα από τον μυώδη και ευφράδη «jock» Ελ-Σαγιέντ, που «γράφει» και στην κάμερα, είναι πιο αδέξιος επικοινωνιακά, αλλά και πιο εξωτικός ως παρουσία, κάτι σαν καφετής Ταλαρίκο. Οπότε ο ρατσισμός ξεχύνεται εναντίον του, όχι βεβαίως από το στρατόπεδο των αντιπάλων του στις εκλογές, αλλά από την άκρα Ακροδεξιά, τις εσχατιές του Τραμπισμού και ακόμα παραπέρα, που προτιμούσαν κάποιον πιο λευκό ως υποψήφιο του κόμματος. Ομως εδώ δεν τον αναφέρουμε γι’ αυτό. Γιατί ο Ραμασγουάμι, που οι δημοσκοπήσεις τοποθετούσαν ισόπαλο με τη Δημοκρατική του αντίπαλο, την 60χρονη γιατρό Εϊμι Ακτον, έκανε κάτι πρόσφατα. Εβγαλε μια πολιτική διαφήμιση εναντίον της.
Στη διαφήμιση εμφανιζόταν η μαμά της Εϊμι Ακτον και, μιλώντας απευθείας στην κάμερα, καλούσε τον λαό του Οχάιο να μην ψηφίσει την κόρη της. «Είναι ψεύτρα», έλεγε η ηλικιωμένη κυρία. «Μην ψηφίσετε μια ψεύτρα για κυβερνήτη». Σκληρά λόγια που, σε ένα πολιτικό σκηνικό τόσο πολωμένο και ακραίο, σε ένα πολιτικό κλίμα που μοιάζει περισσότερο με ριάλιτι παρά με δημοκρατική διαδικασία, αγγίζουν χορδές. Πατάνε κάλους. Είναι δυνατόν η ίδια της η μάνα να την αποκαλεί ψεύτρα; Πώς να ψηφίσεις ένα τέτοιο άτομο; Βεβαίως, το Οχάιο είναι μια Ελλάδα. Ολοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Η κ. Ακτον δεν είναι χτεσινή. Την ξέρει ο κόσμος. Και όλοι ξέρουν και την ιστορία της.
Οπως, για παράδειγμα, ότι έχει να δει τη μαμά της από το 1978.
Ολοι ψηφοφόροι του Οχάιο ξέρουν (κι όσοι δεν το ήξεραν, έμαθαν μετά) ότι η κ. Ακτον είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση στο σπίτι της από τον πατριό της, από την ηλικία των 10 μέχρι την ηλικία των 12. Εχει μιλήσει για αυτό το θέμα ανοιχτά. Οι ψηφοφόροι ξέρουν ότι ο άνθρωπος αυτός είχε καταδικαστεί για τον βιασμό, και ότι μετά είχε διαφύγει της σύλληψης και έζησε την υπόλοιπη ζωή του κρυμμένος, για να μην τον πιάσουν. Και ξέρουν ότι η μαμά της Εϊμι Ακτον είχε χάσει την επιμέλειά της από το δικαστήριο και είχε ακολουθήσει τον βιαστή του παιδιού της, για να ζήσει μαζί του. Αυτή είναι η κυρία που επιστράτευσε ο Ραμασουάμι για να καταθέσει την άποψή της για την Εϊμι Ακτον. Και, ξέρετε κάτι; Ούτε αυτό είναι το ναδίρ. Το ναδίρ είναι ότι μετά τη διαφήμιση, μετά την κατακραυγή (ακόμα και από μέρος του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου), ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ βγήκαν και υποστήριξαν ανοιχτά και δημόσια και την επιλογή της διαφήμισης, και το περιεχόμενό της. Αναρωτιέται κανείς, μπορεί να πάει παρακάτω ένα πολιτικό σύστημα; Εχουν άλλες έξι ημέρες, βέβαια, ποιος ξέρει. Μπορεί και να τα καταφέρουν.
Η αρμοδιότητα για την αξιολόγηση όλων αυτών, βεβαίως, δεν είναι δικιά μας. Είναι των Αμερικανών ψηφοφόρων. Ηδη στο Οχάιο οι δημοσκοπήσεις τώρα, μετά τον χαμό για την επίμαχη διαφήμιση, δίνουν προβάδισμα στην Ακτον. «Δεν με νοιάζει πώς με αποκαλεί ο Τραμπ», είπε ο Ελ-Σαγιέντ σε πρόσφατη ομιλία του. «Δεν με νοιάζει καν αν θυμάται πώς με λένε. Γιατί από τον Νοέμβριο και μετά θα με αποκαλεί “γερουσιαστή”».