Πρόκειται για «στοίχημα» ευφυΐας. Ο θεατής αποδέχεται την πρόκληση ενός διανοητικού παιχνιδιού. Και αυτό απαιτεί τεταμένη προσοχή, καθώς και ένα ελάχιστο ενδιαφέρον για την ηθική του καλλιτέχνη· τόσο σε ό,τι αφορά την εμπορευματοποίηση της τέχνης του όσο και τον ανελαστικό ναρκισσισμό του δημιουργού. Τα παραπάνω τοποθετούνται στο έργο υπό το πρίσμα των ιδιορρυθμιών του περίφημου Αμερικανού εξπρεσιονιστή ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο· όσες δημιουργούσαν η μοναχικότητά του, ο αυτοπροσδιορισμός του ως ασυμβίβαστου ζωγράφου κι επιπλέον, ως «τραυματία» από την εξέλιξη της κοινωνίας που τον εξωθούσε να «νοσηλεύεται» σε «γυάλινο πύργο», που έχτιζε μόνος, με τις βεβαιότητές του.
Το έργο του Τζον Λόγκαν γράφτηκε το 2009 και την επόμενη χρονιά κατέκτησε έξι πρώτης τάξεως θεατρικά βραβεία Τόνι. Η υπόθεσή του τοποθετείται στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Ο Ρόθκο είναι πια καταξιωμένος ζωγράφος κι έχει αναλάβει τη διακόσμηση με έργα του ενός εστιατορίου για μεγιστάνες και ισχυρούς. Στην αγγελία του αναζήτησης βοηθού απαντά ο Κένεθ – ένας νεαρός, άρτι απόφοιτος Σχολής Καλών Τεχνών. Είναι ενήμερος ότι θα δουλεύει για δύσκολο και αψίκορο άνθρωπο, επιπλέον και καταθλιπτικό, που –μ’ ένα τίποτα– αφήνεται σε παρανοϊκές εξάρσεις, όμως, χρειάζεται δουλειά. Προοδευτικά, ο Κένεθ, μαθαίνοντας τις ιδιοτροπίες του μετρ, καταφέρνει να τον συντηρεί κάπως ήρεμο και δημιουργεί ένα ευαίσθητο πεδίο μιας μεταξύ τους εμπιστοσύνης – σε αυτό εγκαθίσταται το κοντινότερο εφικτό σε τρυφερή στοργή μετά σεβασμού, του ενός προς τον άλλο. Ο νεαρός δεν είναι πια βοηθός που, σούζα, ακούει θέσφατα, παρά διατυπώνει απόψεις και αντιλέγει.
Ωστόσο, ο μεταξύ τους διάλογος –αν και έξυπνος– δεν αγγίζει το πραγματικό βάθος των θεμάτων που θίγει. Και ακόμη χειρότερα, κατά στιγμές, ξεσπάει «ξηρή» καταιγίδα πληροφοριών α λα Βικιπαίδεια – σαν σε δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, όπου ο σεναριογράφος λυπάται να κόψει λόγια. Τότε, και παρά το ότι η μετάφραση είναι καλή και η γλώσσα ρέουσα, παράγεται ένα κομφούζιο από κλισέ περί του τι εστί τέχνη και τι καλλιτέχνης, τι ξεπούλημά του στην αγορά και ποιος λογίζεται ως γνήσιος ασυμβίβαστος.
Το επόμενο στάδιο του έργου δείχνει πλουσιότερο σε ερεθίσματα για τον θεατή, καθώς εστιάζεται καθαρότερα στο κατά πόσον ο νεαρός βοηθός θα καταφέρει τον συμβολικό οιδιπόδειο φόνο του πνευματικού/καλλιτεχνικού πατέρα του.
Αλλά και πάλι, όλα δείχνουν «τεχνητά». Για παράδειγμα, το παιδικό τραύμα του νέου, το δέσιμό του με τον Ρόθκο, οι ηθικές απαιτήσεις που προβάλλει πλέον προς αυτόν – είναι στοιχεία χωρίς την αρμολόγηση που θα είχαν εάν αποτελούσαν το ένα συνάρτηση του άλλου. Στέκονται σαν «εργαλεία» ενίσχυσης μιας δραματικής έντασης, που είναι όμως ανερμάτιστη κι ως εκ τούτου πανικόβλητη. Δεν πρόκειται για προβλήματα της παράστασης, αλλά του θεατρικού έργου.
Οταν είσαι ένας «αυτοδημιούργητος-έγκλειστος» σε μια κάποια μοναχικότητα, όπως ο Ρόθκο στο έργο, δύσκολα στρέφεσαι προς τους άλλους και ακόμη σπανιότερα τους ανοίγεσαι. Πρωτεύει το ότι ο «αυτοδημιούργητος-εγκλεισμένος» κατασκευάζει για τον εαυτό του ένα «χρηματοκιβώτιο συναισθημάτων», το οποίο κρατάει καλά κλειδωμένο. Εξαιτίας του οδηγείται στον τύπο εσωτερικού διχασμού όπου ο μοναχικός καταλήγει να συνίσταται από δύο προσωπικότητες: εκείνη που επιθυμεί τη συνάντηση με τον άλλο και τη δεύτερη, που κυβερνάται από το εν λόγω κλειδωμένο χρηματοκιβώτιο. Το πιο ενδιαφέρον σημείο της παράστασης είναι όταν ο θεατής πιστεύει ότι ο Ρόθκο θα «ανοίξει» προς τον Κένεθ, ότι θα γίνει καταδεκτικός και θα του εκφράσει την πατρική στοργή που εκείνος αποζητεί· όμως ο Ρόθκο αποτυγχάνει να το καταφέρει σε κάθε τέτοια κρίσιμη συγκυρία. Ο Γιώργος Κιμούλης είναι αξιοθαύμαστος σε αυτές τις στιγμές. Παίζει με απόλυτη φυσικότητα, δηλαδή χωρίς καν κάποιου είδους υπογράμμιση για να κάνει λίγο πιο νιανιά για τον θεατή τη διαβόητη αντίδραση του ψυχικού οργάνου· αυτήν όπου δεν διακρίνεται καμιά μετάπτωση από την επιθυμία εξωτερίκευσης του συναισθήματος, στην παγερή ολοκληρωτική παρακράτησή του. Ολα συμβαίνουν σαν το διεγερτικό ερέθισμα που νιώθει ο Ρόθκο, χάρη στον Κένεθ, να είναι το σωστό κλειδί, που, όμως, ανοίγει τη λάθος κλειδαριά.
Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος σε αυτές τις στιγμές της ψυχρολουσίας του Κένεθ γίνεται πιο εκφραστικός και «ευανάγνωστος» από τον Γιώργο Κιμούλη. Χαρίζει στο κοινό κάτι από αυτό που εκείνο περιμένει, όμως ο σωστός τόνος είναι μάλλον εκείνος του Γιώργου Κιμούλη, στον οποίο ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος θα μπορούσε να συντονιστεί. Βέβαια, είναι γεγονός ότι ο τόνος αυτός δεν είναι αρκετά «θεαματικός», για να τον προτιμά η θεατρική σκηνή, αλλά και τι μ’ αυτό; Το κοινό δεν είναι χαζό, καταλαβαίνει πάρα πολύ καλά ό,τι και αν βλέπει· κι εκτιμά μόνο την αλήθεια του.
Κατά τα άλλα, ο Γιώργος Κιμούλης υποδύεται τον Ρόθκο σαν να ήταν Ελληνας εικαστικός της γενιάς του ’80. Τουτέστιν ο Ρόθκο του έχει κάτι λίγο πιο «αγοραίο» απ’ όσο θα έπρεπε – το κάπως πιο «μαστοράτζα», στον τρόπο που φέρεται μειωτικά προς τον Κένεθ. Αυτό ωστόσο το ισοφαρίζει με κάτι πολύ φίνες κινήσεις των καρπών, τόσο κομψές και ήρεμα κοφτές, που πραγματικά γοητεύουν επειδή αναιρούν αυτό που στον λόγο του θα ισοδυναμούσε με γάβγισμα λυκόσκυλου (χωρίς να είναι).
Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος ίσως σκοντάφτει στο πώς πέθαναν οι γονείς του Κένεθ. Αν αυτό ισχύει, τότε έχει δίκιο: το θεατρικό έργο περιέχει μια κιτσάτη υπερβολή σ’ αυτό το θέμα. Ως εκ τούτου, ο Γκοτσόπουλος δείχνει παγιδευμένος στην τιμιότητά του να θέλει να εκφράσει αυτήν την υπερβολή. Ολα, πάντως, θα ήταν καλύτερα αν την ξεχνούσε. Είναι βέβαιο ότι θα κατακτούσε πανεύκολα τον σωστό τόνο.
Από σκηνοθετικής πλευράς, ο θεατής θα συγχωρούσε τη σταθερότητα των θέσεων των δύο προσώπων επί σκηνής, αλλά δεν θα κατάπινε με άνεση τη σημαντική εικόνα όπου Ρόθκο και Κένεθ περνούν –δουλεύοντας ταυτόχρονα και γρήγορα– ένα χέρι κόκκινου χρώματος σε μεγάλο καμβά – γιατί ο Ρόθκο δεν έκανε πασαλείμματα.
«ΚΟΚΚΙΝΟ»
του Τζον Λόγκαν
Μετάφραση – σκηνοθεσία: Γιώργος Κιμούλης
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Σοφία Νικολαΐδη
Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Κιμούλης (Μαρκ Ρόθκο), Δημήτρης Γκοτσόπουλος (Κένεθ)
Θέατρο Μουσούρη
Πλατεία Καρύτση 7, Αθήνα