Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Οφίτσια; Μακριά από εμένα

Φόρτωση Text-to-Speech…

Το καθημερινό της πρόγραμμα παραμένει δύσκολη εξίσωση. Κάνει πρόβες για τον «Μακμπέθ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, που ανεβαίνει τον Νοέμβριο στο θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου», σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, με την ίδια και τον Γιώργο Γάλλο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Παράλληλα, πρωταγωνιστεί στη «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σε μουσική Γιώργου Κουμεντάκη, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου(Κτίριο Τσίλλερ), ενώ μόλις ολοκλήρωσε τα γυρίσματα του «Σουέλ», της νέας ταινίας του Αλέξανδρου Βούλγαρη, βασισμένης στο ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη. Με αυτή την τριπλή αφορμή μιλήσαμε για πολλά με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: για τη φιλοδοξία και το τίμημα της εξουσίας, για την αφοσίωση στην τέχνη και την αλήθεια της σκηνικής επικοινωνίας, αλλά και για όσα τη διαμόρφωσαν ως ηθοποιό και άνθρωπο – από τους εμβληματικούς ρόλους της έως τα μαθήματα αλληλεγγύης που πήρε μεγαλώνοντας σε ένα μικρό χωριό του Εβρου.

– Ποια πλευρά της Λαίδης Μακμπέθ δυσκολευτήκατε περισσότερο να κατανοήσετε;

– Με δυσκόλεψαν όλα όσα με απωθούν σε κάθε σκοτεινό και εγκληματικό χαρακτήρα· στην περίπτωσή της ο σχεδιασμός μιας δολοφονίας στο όνομα της φιλοδοξίας, της ανέλιξης στην εξουσία. Η Λαίδη Μακμπέθ ζητάει από τα πνεύματα να βγει ό,τι γυναικείο έχει μέσα της, να ξεριζωθεί κάθε ίχνος συμπόνιας. Θεωρεί ότι αν γίνει απάνθρωπη, θα είναι πιο δυνατή. Ολα αυτά, όμως, έχουν βαριές συνέπειες –εκτός από τη σχέση της με τον άνδρα της– στον ψυχισμό της και πληρώνει το τίμημα με βασανιστικές ενοχές. Μένει ουσιαστικά μόνη και οδηγείται στην τρέλα και στην αυτοκτονία.

– Πάνω στη σκηνή, περισσότερο σωματικά ή ψυχικά δοκιμάζεστε με αυτόν τον ρόλο;

– Ο τρόπος που αντιμετωπίζω τους ρόλους μου είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Εδώ, η Κατερίνα Ευαγγελάτου αξιοποιεί το πολύ εμπνευσμένο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη και την περιστρεφόμενη σκηνή του θεάτρου «Κατερίνα Βασιλάκου» και στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σκηνοθεσία της εικονοποιώντας –έτσι το αισθάνομαι– όσα ο Γιαν Κοτ αναφέρει στη μελέτη του «Σαίξπηρ ο σύγχρονός μας» περί του μεγάλου μηχανισμού της εξουσίας, που τους συμπαρασύρει όλους στην καταστροφή. Την περιγράφει ως έναν φαύλο κύκλο βίας, όπου ο σημερινός δήμιος θα γίνει το αυριανό θύμα. Στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, λοιπόν, βρισκόμαστε διαρκώς εν κινήσει. Αυτό απαιτεί σωματικές αντοχές, πέρα από τις ψυχικές.

– Ο «Μακμπέθ» γράφτηκε πριν από 400 και πλέον χρόνια, αλλά μοιάζει τρομακτικά σύγχρονος. Τι πιστεύετε ότι παραμένει αναλλοίωτο στην ανθρώπινη φύση και μας κάνει να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στους ήρωες του Σαίξπηρ;

– Ο διχασμός των ανθρώπων ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στο καλό και στο κακό. Πολλοί επιλέγουν τον δρόμο του σκότους, επιδιώκοντας την εξουσία, τη δύναμη, τον πλούτο. Είναι βέβαιο, όμως, ότι κάποια στιγμή θα βρουν μπροστά τους αυτή την επιλογή. Προσωπικά, ήδη από το ξεκίνημά μου, μένω μακριά από κάθε μορφή εξουσίας. Ποτέ δεν δέχομαι, για παράδειγμα, να συμμετάσχω σε επιτροπές αξιολόγησης ή απονομής βραβείων: δεν θέλω να πάρω αποφάσεις που θα επηρεάσουν την πορεία ενός νέου ηθοποιού ή δημιουργού.

– Η φιλοδοξία, βέβαια, δεν είναι κατ’ ανάγκην κάτι κακό· μπορεί να γίνει και κινητήριος δύναμη. Εχει επηρεάσει τη δική σας διαδρομή;

– Εξαρτάται πώς την ορίζει κανείς. Αν σημαίνει οφίτσια, μακριά από εμένα. Ακόμη και να πάρω μια θέση στο Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου αρνούμαι εδώ και χρόνια. Δική μου φιλοδοξία είναι να υπηρετώ κάθε φορά όσο το δυνατόν καλύτερα ένα έργο και, με τους συναδέλφους και τους υπόλοιπους συντελεστές, να δημιουργούμε μια παράσταση που θα έχει κάτι να πει στον θεατή –είτε για τον ίδιο είτε για τα μεγάλα κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματά μας–, που θα αγγίξει την ψυχή του. Γι’ αυτό και ποτέ δεν με ενδιέφερε η μαρκίζα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να παίξω δεύτερο ρόλο σε παράσταση στην οποία ήμουν κάποτε πρωταγωνίστρια. Στη «Λούλου», για παράδειγμα, έχω υποδυθεί την κεντρική ηρωίδα (το 1988) αλλά και την κόμισσα Γκέσβιτς (το 2019). Ούτε έχω ποτέ σκεφτεί πώς θα διασωθώ η ίδια σε μια μέτρια ή και κακή παράσταση. Αλλωστε, είμαστε όλοι μέρη ενός ενιαίου συνόλου. Δεν υπάρχουν καλές ερμηνείες σε μια όχι καλή παράσταση.

Ποτέ δεν δέχομαι να συμμετάσχω σε επιτροπές αξιολόγησης ή απονομής βραβείων: δεν θέλω να πάρω αποφάσεις που θα επηρεάσουν την πορεία ενός νέου ηθοποιού.

– Στον «Μακμπέθ», η δυναμική του ζευγαριού είναι καθοριστική. Είναι η αμοιβαία εκτίμηση και συμπάθεια προϋπόθεση για τη σκηνική χημεία δύο ηθοποιών ή μήπως πρόκειται για μια ρομαντική αντίληψη;

– Η Ελένη Σκότη μου έχει διδάξει ότι η αλήθεια της επικοινωνίας είναι το πιο σημαντικό πάνω στη σκηνή: πώς ακούς τον άλλο και πώς του απευθύνεσαι, να μη χτίζεις ένα ρόλο ερήμην του. Οποτε είχα την ατυχία να μην υπάρχει καλή σχέση με κάποιον ή κάποια συνάδελφο –ευτυχώς ελάχιστες φορές έχει συμβεί– προσπάθησα να το παραμερίσω, να μην το αφήσω να με επηρεάζει.

– Συχνά ακούμε ότι η συνεχής έκθεση στις οθόνες έχει αλλάξει την ικανότητά μας να συγκεντρωνόμαστε. Είναι διαφορετικός ο τρόπος με τον οποίο το κοινό παρακολουθεί μια παράσταση;

– Σίγουρα. Βλέπουμε ολοένα και περισσότερες οθόνες να φωτίζονται στην πλατεία, καθώς περνούν τα χρόνια. Οι νεότεροι είναι συνήθως εκείνοι που δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν. Η δουλειά μας, όμως, είναι λεπτεπίλεπτη, εύθραυστη. Πρέπει να είμαστε παρόντες με όλες μας τις αισθήσεις στη σκηνή και απολύτως συγκεντρωμένοι. Αν κάτι αποσπάσει την προσοχή μας, χάνει η ίδια η παράσταση και, μαζί της, οι θεατές που έχουν πληρώσει για να μας δουν, συχνά από το υστέρημά τους.

– Υπάρχουν ρόλοι που τους κουβαλάτε ακόμη;

– Ο Αμλετ. Οταν η Μάγια Λυμπεροπούλου μου τον είχε προτείνει, το 2003, ξαφνιάστηκα. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα υποδυόμουν έναν άνδρα. «Μην το βλέπεις έτσι. Θα υποδυθείς ένα ανθρώπινο ον. Αυτά που τον απασχολούν είναι κοινά για όλους μας, ανεξαρτήτως φύλου», επέμεινε εκείνη. Είχε δίκιο. Και, φυσικά, η Μήδεια. Την έχω συναντήσει αρκετές φορές, από την πρώτη παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, το 1997, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη. Κατανοώ καλύτερα πια τον ψυχισμό της, αλλά οι πράξεις της εξακολουθούν να μου παγώνουν το αίμα.

– Υπάρχει θεατρική συνθήκη που δεν έχετε ζήσει; Να σκηνοθετήσετε, για παράδειγμα;

– Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική θέση ευθύνης, που απαιτεί συνολική εποπτεία του έργου, από την ερμηνεία των ηθοποιών μέχρι τη σύνθεση όλων των επιμέρους στοιχείων μιας παράστασης. Η σκηνοθεσία προϋποθέτει συγκεκριμένες δεξιότητες, γνώσεις – ίσως και έναν άλλο τρόπο σκέψης. Δεν πιστεύω ότι διαθέτω τα απαραίτητα προσόντα, ώστε να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις της με την πληρότητα που θα ήθελα.

Κουβαλάω πάντα τον ρόλο του Αμλετ, που μου πρότεινε η Μάγια Λυμπεροπούλου το 2003, και φυσικά, της Μήδειας από την πρώτη παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, το 1997.

– Εχετε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής σας μπαίνοντας στην ψυχή και στο μυαλό των ανθρώπων, μέσα από τους ρόλους σας. Αυτό σας έχει κάνει πιο επιεική ή πιο αυστηρή απέναντι στους άλλους;

– Εχω γίνει πιο ευαίσθητη απέναντι στην ευαλωτότητα των ανθρώπων και νιώθω πως μπορώ πλέον να αντιλαμβάνομαι πιο ουσιαστικά όσα κρύβονται πίσω από τη συμπεριφορά τους. Προσπαθώ, λοιπόν, να δείχνω μεγαλύτερη κατανόηση, να μην κρίνω βιαστικά και να αναγνωρίζω ότι ο καθένας κουβαλάει τις δικές του δυσκολίες, τις δικές του πληγές.

– Ποια συμβουλή θα δίνατε σήμερα σε έναν νέο ηθοποιό που ξεκινά τη δική του διαδρομή;

– Να αναρωτηθεί τι τον οδηγεί στο θέατρο. Πυξίδα του είναι η ανάγκη του να εκφραστεί μέσα από μεγάλα κείμενα και να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τους άλλους ανθρώπους; Ή μήπως τον ελκύουν η δημοσιότητα, το σταριλίκι, τα εξώφυλλα; Δεν το κρίνω. Αρκεί να γνωρίζει τι πραγματικά αναζητεί και να επιλέξει συνειδητά, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις. Το θέατρο απαιτεί αφοσίωση, επιμονή, υπομονή και μεγάλη εσωτερική διαθεσιμότητα. Δεν προσφέρει πάντα αναγνώριση, επιτυχία ή χρήμα, ούτε είναι εύκολος δρόμος.

– Και αν μπορούσατε να συναντήσετε τη νεαρή Καρυοφυλλιά, στα πρώτα της βήματα στο θέατρο, τι θα της λέγατε με τη σημερινή εμπειρία;

– Η νεαρή Καρυοφυλλιά δεν διαφέρει και πολύ από τη σημερινή, τουλάχιστον εσωτερικά (γέλια). Στη Δόξα, το μικρό χωριό του Εβρου όπου μεγάλωσα, το πένθος μιας οικογένειας ήταν πένθος για όλους, όπως και η χαρά της γινόταν χαρά όλων. Απέκτησα, λοιπόν, τα αντισώματα της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης. Εμαθα να εμπιστεύομαι τους άλλους. Σε εκείνο το κορίτσι που ήμουν κάποτε, λοιπόν, θα έλεγα: Να πάρεις όσο πιο πολλά μπορείς από τα πολύτιμα μαθήματα που θα σου δώσουν οι δάσκαλοί σου· να μην κάνεις εκπτώσεις στο καλό και να πορεύεσαι λέγοντας «όχι» στην ευκολία· να παραμείνεις ανοιχτή στους ανθρώπους, να μην τους φοβάσαι. Ολοι είμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά.

*«Μακμπέθ», θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου», από 13/11
«Φόνισσα», 23, 24 και 25/10, Κεντρική Σκηνή (Κτίριο Τσίλλερ) Εθνικού Θεάτρου
«Σουέλ», στους κινηματογράφους από 24/12