Τα δημογραφικά χάσματα και η εγκατάλειψη της υπαίθρου

Φόρτωση Text-to-Speech…

Από το 2009 έως το 2024, οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 42%. Ομως η υπογεννητικότητα δεν είναι ο μόνος λόγος εγκατάλειψης της υπαίθρου. Η απουσία ποικιλομορφίας στην τοπική οικονομία φαίνεται να είναι μια σημαντική αιτία, καθώς τα χωριά που έχουν υψηλή εξάρτηση από έναν τομέα μόνο δείχνουν να μην μπορούν πια να συγκρατήσουν μόνιμους κατοίκους. Η διαπίστωση αυτή ανοίγει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση: έχει νόημα η πολιτεία να διοχετεύει πόρους σε μικρούς, φθίνοντες οικισμούς ή πρόκειται για μια άσκοπη δαπάνη, που βασίζεται μόνο στην ανάμνηση μιας τοπικής ταυτότητας και στο συναίσθημα; Μια νέα μελέτη, που βασίστηκε σε στοιχεία από τέσσερις δήμους της Κεντρικής Μακεδονίας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επένδυση στα μικρά αστικά κέντρα είναι πιο αποδοτική για τη συγκράτηση του πληθυσμού στην περιφέρεια. Η εκπόνηση των πολεοδομικών σχεδίων δίνει την ευκαιρία για επαναξιολόγηση προτεραιοτήτων.

Εκτός από την υπογεννητικότητα, η εγκατάλειψη της υπαίθρου οφείλεται και στην απουσία ποικιλομορφίας στην τοπική οικονομία, σύμφωνα με εργασία επιστημόνων του ΑΠΘ.

Η εργασία παρουσιάστηκε πριν από μερικές ημέρες στο 2ο Επιστημονικό Συνέδριο Χωρικού Σχεδιασμού, που διοργανώθηκε από το Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ. Την επιμελήθηκε η ομότιμη καθηγήτρια του τμήματος Αθηνά Γιαννακού, επικεφαλής ομάδας πέντε επιστημόνων (Δημοσθένης Εππας, Δήμητρα Ζέκα, Κωνσταντίνος Καράπαλης, Κωνσταντίνα Σαλάτα). Η εργασία εξετάζει τέσσερις δήμους της Κεντρικής Μακεδονίας, με τους οποίους η επιστημονική ομάδα ασχολήθηκε εις βάθος, καθώς συμμετείχε στην εκπόνηση των τοπικών πολεοδομικών σχεδίων τους. Πρόκειται για τον Δήμο Αλμωπίας Πέλλας, τον Δήμο Βισαλτίας Σερρών, τον Δήμο Ηρωικής Πόλης Νάουσας στην Ημαθία και τον Δήμο Αριστοτέλη στη Χαλκιδική.

Ο καθορισμός των ορίων

«Αφορμή για αυτή τη συγκριτική προσέγγιση είναι η μεγάλη και επίκαιρη συζήτηση γύρω από τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν, κυρίως, οι μικροί τόποι: η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα και της μεταποίησης, η πληθυσμιακή μείωση και η δημογραφική γήρανση», αναφέρει η κ. Γιαννακού. Οπως εξηγεί, κατά τη διαδικασία εκπόνησης των πολεοδομικών σχεδίων, τόσο το υπουργείο Περιβάλλοντος όσο και οι τοπικές κοινωνίες έδωσαν εξαρχής πολύ μεγάλη έμφαση στην οριοθέτηση των οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων. «Ο καθορισμός των ορίων στα χωριά κατέλαβε κεντρική θέση στις μελέτες των πολεοδομικών σχεδίων, που έχουν ως κύριο στόχο τη διαμόρφωση του χωρικού προτύπου ανάπτυξης, τη χωρική οργάνωση ενός δήμου καθώς και των οικισμών και την εκτίμηση αναγκών σε υποδομές. Ετσι, λοιπόν, ήρθαμε αντιμέτωποι με το κρίσιμο ερώτημα: Είναι η οριοθέτηση το σημαντικότερο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει ο σχεδιασμός για τους μικρούς οικισμούς; Και τελικά, πόσο σημαντικό είναι ένα τέτοιο ζήτημα για όλους τους μικρούς οικισμούς, ανεξαρτήτως χαρακτήρα;».

τα-δημογραφικά-χάσματα-και-η-εγκατάλε-564553501

Και οι τέσσερις δήμοι που εξετάστηκαν έχουν μεγάλο αριθμό οικισμών.

• Ο Δήμος Αλμωπίας έχει 38 χωριά και ένα ημιαστικό κέντρο (την Αριδαία, περίπου 7.000 κάτοικοι).

• Ο Δήμος Βισαλτίας έχει 29 χωριά και έναν οικισμό 5.000 κατοίκων (τη Νιγρίτα).

• Ο Δήμος Αριστοτέλη έχει 36 χωριά και τρεις οικισμούς με πληθυσμό 2.000-5.000 κατοίκων (την Ιερισσό, την Αρναία και τη Μεγάλη Παναγιά).

• Ο Δήμος Νάουσας έχει 24 χωριά και ένα μικρό αστικό κέντρο (τη Νάουσα, περίπου 18.000 κάτοικοι).

Οπως παρατηρούν οι πολεοδόμοι, και οι τέσσερις δήμοι παρουσιάζουν πληθυσμιακή συρρίκνωση, αλλά αυτή εμφανίζει σημαντική χωρική διαφοροποίηση. Και εκεί ξεκινούν οι ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

• Στον Δήμο Αλμωπίας, η Αριδαία και το Λουτράκι φαίνεται να συγκρατούν τον πληθυσμό τους, ενώ 17 από τα 37 χωριά παρουσιάζουν μείωση από 10% έως 20%.

• Ο Δήμος Βισαλτίας παρουσιάζει τα μεγαλύτερα ποσοστά μείωσης του πληθυσμού, σε επίπεδο δήμου περίπου 20% και κατά περίπτωση έως 30%-40%, ενώ όλα τα χωριά εμφανίζουν μείωση άνω του 10%. Τη μεγαλύτερη έχουν τα Θερμά και η Τριανταφυλλιά (38,5%). Η δημοτική ενότητα Νιγρίτας παρουσιάζει μείωση 12,5%.

• Στον Δήμο Αριστοτέλη, η μείωση φθάνει συνολικά το 7,2%. Ομως αυτή διαφοροποιείται ανά δημοτική ενότητα: στην περιοχή Σταγείρων – Ακάνθου είναι μικρότερη από 5%, ενώ στην περιοχή Παναγίας περίπου 11%. Ενδιαφέρον είναι ότι δύο οικισμοί, τα Στάγειρα και τα Νέα Ρόδα, παρουσιάζουν πληθυσμιακή αύξηση (6% και 2,3% αντιστοίχως).

• Αντίστοιχη είναι η εικόνα στον Δήμο Νάουσας. Το ποσοστό μείωσης σε επίπεδο δήμου είναι χαμηλό (7%). Το ποσοστό αυτό είναι ακόμη μικρότερο στην πόλη της Νάουσας (5,5%). Ωστόσο, στα ορεινά, ολιγοπληθή χωριά η μείωση πληθυσμού ξεπερνάει το 50%.

τα-δημογραφικά-χάσματα-και-η-εγκατάλε-564546727

Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους οικισμούς πιο ανθεκτικούς από άλλους; Σύμφωνα με τους πολεοδόμους, η απάντηση βρίσκεται στα χαρακτηριστικά της τοπικής οικονομίας. «Οπου περισσότεροι από ένας τομείς της οικονομίας είναι ενεργοί, τότε οι περιοχές αυτές σε σημαντικό βαθμό καταφέρνουν να συγκρατήσουν τον πληθυσμό τους.

Για παράδειγμα, στον Δήμο Αλμωπίας έχουμε δυναμική γεωργική παραγωγή αλλά και, λόγω των Λουτρών Πόζαρ, μια σταθερή τουριστική κίνηση όλο τον χρόνο», εξηγεί η κ. Γιαννακού. «Αντιστοίχως, στον Δήμο Αριστοτέλη έχουμε αγροτική παραγωγή και εξορυκτική δραστηριότητα, που βοήθησαν να συγκρατηθεί ο πληθυσμός στις ορεινές περιοχές. Τουριστικά, ο δήμος έχει μια δυναμική στις παραλιακές περιοχές, αλλά για κάποιο διάστημα του έτους, χωρίς να επηρεάζεται η μόνιμη κατοίκηση».

Αντιθέτως, οι περιοχές που έχουν αναπτύξει μόνο έναν τομέα της οικονομίας είναι λιγότερο ανθεκτικές. «Ο Δήμος Βισαλτίας έχει απόλυτη εξάρτηση από τον αγροτικό τομέα. Ο,τι υπήρχε σε αστική οικονομία μετακινήθηκε στις Σέρρες. Η Νιγρίτα δείχνει να μη βρίσκεται πια σε καλή περίοδο. Βεβαίως, μέσα στη σχετικά στατική αγροτική οικονομία της περιοχής υπάρχουν διαφοροποιήσεις: ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα είναι η περιοχή των Θερμών, όπου δημιουργήθηκαν 2-3 θερμοκήπια που παράγουν σπιρουλίνα και θερμαίνονται με γεωθερμία, δημιουργώντας ένα εξαγωγικά δυναμικό προϊόν».

Ενα δεύτερο συμπέρασμα των επιστημόνων, που σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να ακούγεται δυσάρεστο, είναι ότι δεν έχει νόημα να επιδιώκονται επενδύσεις σε παρακμάζοντες οικισμούς και ότι, για να συγκρατηθεί ο πληθυσμός στην ύπαιθρο, η προσοχή θα πρέπει να στραφεί στα μικρά και μεσαία αστικά κέντρα. «Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ορισμένες υπηρεσίες δύσκολα θα επιστρέψουν σε μικρά χωριά, ιδίως σε όσα φθίνουν πληθυσμιακά ή “γερνούν”. Δεν πρόκειται η πολιτεία να βάλει γιατρούς ή σχολεία σε τέτοια χωριά· δεν πρόκειται να επενδύσει στη βελτίωση του οδικού δικτύου σε μια περιοχή που σταδιακά εγκαταλείπεται και δεν έχει μια ισχυρή οικονομία. Για όποιον έχει οικογένεια, τα μικρά χωριά θα γίνονται ολοένα και λιγότερο ελκυστικά. Δεν ακούγεται ευχάριστο, αλλά η εγκατάλειψη κάποιων οικισμών αποτελεί μια εξέλιξη που δεν είναι πάντοτε εφικτό ούτε απαραιτήτως σκόπιμο να ανακοπεί», εκτιμά η κ. Γιαννακού.

Σημεία αναφοράς

«Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Το Ζαγόρι είναι ένα σύστημα οικισμών στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν κάποιες δραστηριότητες. Δύσκολα, όμως, μπορούν να συγκρατήσουν μόνιμη κατοικία. Δεν μπορείς να περιμένεις ακόμη και τουριστικά δυναμικούς οικισμούς, όπως το Πάπιγκο, να έχουν γυμνάσιο. Θα έχει τουριστική οικονομία, αλλά οι οικογένειες θα κατοικούν στα Ιωάννινα. Αυτό δεν είναι κακό, ας μη μας φοβίζει. Ούτε σημαίνει ότι δεν μπορούν να ενισχύονται κι άλλοι κλάδοι της οικονομίας σε μια περιοχή, για να αξιοποιηθούν οι τοπικοί πόροι. Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό δεν θα δημιουργήσει μόνιμη κατοίκηση. Είναι, λοιπόν, πρακτικό θέμα: αν θέλουμε ο κόσμος να παραμείνει στα χωριά και να μη φύγει για τις πρωτεύουσες των νομών, πρέπει να ασχοληθούμε περισσότερο με τα μικρά και μεσαία αστικά κέντρα. Δεν αναφέρομαι μόνο στους οικισμούς των 5.000 κατοίκων, αλλά και στις μικρές πόλεις των 15.000-20.000 κατοίκων. Τα κέντρα αυτά θα αποτελέσουν το ανάχωμα για τη συγκράτηση του πληθυσμού, ώστε να μη μετακινηθεί όλος ο πληθυσμός στις πρωτεύουσες των νομών ή στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της κάθε Περιφέρειας. Η Αριδαία ή η Νιγρίτα, για παράδειγμα, παίζουν τον ρόλο του αστικού κέντρου για όλα τα χωριά της περιοχής και είναι σημεία αναφοράς. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να δουλέψουμε», λέει η κ. Γιαννακού.