Το Ισραήλ, οι εκλογές και εμείς

Του Πατριάρχη

Ο Βενιαμίν Νετανιάχου μπορεί να έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχασε και την εξουσία. Αντιθέτως, το εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργεί μια ιδιόμορφη κατάσταση, στην οποία ένας αποδυναμωμένος πρωθυπουργός ενδέχεται να παραμείνει στη θέση του επειδή οι αντίπαλοί του δυσκολεύονται να συμφωνήσουν μεταξύ τους. Για το Ισραήλ, που εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με σοβαρές στρατιωτικές και διπλωματικές προκλήσεις, αυτή η αβεβαιότητα μόνο ασήμαντη δεν είναι.

Τα αποτελέσματα των εκλογών, με καταμετρημένο (μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις) περίπου το 86% των ψήφων, έδιναν στον συνασπισμό Νετανιάχου 53 έδρες, έναντι 48 του αντιπολιτευόμενου συνασπισμού υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ. Τα αραβικά κόμματα συγκέντρωναν 19 έδρες, σε μια ιστορικά υψηλή επίδοση. Στην Κνεσέτ των 120 εδρών απαιτούνται 61 για την εξασφάλιση πλειοψηφίας. Επομένως, κανένας από τους δύο βασικούς διεκδικητές δεν διαθέτει ακόμη τους αναγκαίους αριθμούς. Η καταμέτρηση συνεχίζεται και οι τελικοί συσχετισμοί ενδέχεται να διαφοροποιηθούν, αλλά πολύ δύσκολα θα ανατραπούν ριζικά.

Η φθορά του Νετανιάχου ήταν αναμενόμενη. Το κόμμα Λικούντ παραμένει πρώτο κόμμα, αλλά υποχωρεί σε σύγκριση με το 2022, όπως και ο ευρύτερος κυβερνητικός συνασπισμός. Η καταστροφική αποτυχία των υπηρεσιών ασφαλείας στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι παρατεταμένοι πόλεμοι, η σύγκρουση με το Ιράν, οι δικαστικές του περιπέτειες και η εξάρτησή του από ακραίους θρησκευτικούς και εθνικιστικούς εταίρους έχουν συσσωρεύσει πολιτικό κόστος. Ωστόσο, ένα σημαντικό τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας εξακολουθεί να τον θεωρεί καταλληλότερο για τη διαχείριση των απειλών.

Απέναντί του βρίσκεται ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ. Πρόκειται για πολιτικό με ισχυρά στρατιωτικά διαπιστευτήρια, ο οποίος έχασε τον γιο του και δύο ανιψιούς του στις επιχειρήσεις στη Γάζα. Η προσωπική του διαδρομή και η αποχώρησή του από το πολεμικό συμβούλιο του Νετανιάχου ενίσχυσαν την αξιοπιστία του. Δεν εκπροσωπεί, όμως, κάποια φιλειρηνική στροφή της ισραηλινής κοινωνίας. Οι θέσεις του σε ζητήματα ασφάλειας παραμένουν ιδιαίτερα σκληρές. Εκείνο που υπόσχεται είναι διαφορετική πολιτική ηγεσία, θεσμική λειτουργία και μεγαλύτερη εθνική συναίνεση.

Το πρόβλημα δημιουργείται με τους κυβερνητικούς εταίρους. Ο Ναφτάλι Μπένετ, ο Γιάιρ Λαπίντ, ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν και ο Γιαΐρ Γκολάν δεν έχουν ταυτόσημες πολιτικές επιδιώξεις. Τους ενώνει κυρίως η επιθυμία απομάκρυνσης του Νετανιάχου. Ακόμη δυσκολότερη είναι η σχέση τους με τα αραβικά κόμματα, τα οποία διαθέτουν τη δυνατότητα να ανατρέψουν τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Ο Μανσούρ Αμπάς της Ραάμ έχει ήδη δείξει στο παρελθόν ότι η συμμετοχή αραβικού κόμματος σε κυβερνητικό συνασπισμό είναι εφικτή. Η συνεργασία, όμως, με την ευρύτερη αραβική Κοινή Λίστα αποτελεί πολύ δυσκολότερο εγχείρημα. Ο Άιζενκοτ έχει θέσει όρους που περιορίζουν σοβαρά μια τέτοια προοπτική. Συνεπώς, μια κυβέρνηση αλλαγής παραμένει αριθμητικά πιθανή, πολιτικά όμως εξαιρετικά δύσκολη. Εξίσου αβέβαια είναι τα σενάρια κυβέρνησης εθνικής ενότητας ή νέων εκλογών.

Στην εξωτερική πολιτική οι διαφορές ενδέχεται να είναι μικρότερες.

Απέναντι στο Ιράν υπάρχει ουσιαστική στρατηγική συνέχεια. Ο Άιζενκοτ δεν αποδέχεται ένα Ιράν με πυρηνικά όπλα και δεν αποκλείει τη στρατιωτική ισχύ για την αποτροπή μιας τέτοιας εξέλιξης. Μια κυβέρνησή του θα μπορούσε να επιδείξει μεγαλύτερη προθυμία για διπλωματικές διευθετήσεις, αλλά δύσκολα θα εγκατέλειπε την πολιτική αποτροπής που διαμορφώθηκε μέσα από τις πολεμικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών.

Ανάλογη είναι η εικόνα έναντι της Τουρκίας. Η αντιπαράθεση Ισραήλ και Άγκυρας υπερβαίνει πλέον την προσωπική εχθρότητα Νετανιάχου και Ερντογάν. Η τουρκική διείσδυση στη Συρία, οι ανταγωνισμοί για περιφερειακή επιρροή και οι διαφορετικές επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν πραγματικές στρατηγικές διαφωνίες. Μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση μπορεί να χαμηλώσει τους διπλωματικούς τόνους, χωρίς αναγκαστικά να μεταβάλει τις βασικές της επιλογές.

Στο Παλαιστινιακό, επίσης, δεν δικαιολογούνται μεγάλες προσδοκίες. Ο Άιζενκοτ έχει απορρίψει τη λύση των δύο κρατών υπό τις σημερινές συνθήκες. Αντιτίθεται, ωστόσο, στη βία ακραίων εποίκων και έχει επικρίνει συγκεκριμένα σχέδια επέκτασης των οικισμών στη Δυτική Όχθη. Αυτές οι διαφοροποιήσεις θα μπορούσαν να διευκολύνουν τις σχέσεις του Ισραήλ με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, χωρίς να εγγυώνται ουσιαστική επανεκκίνηση της ειρηνευτικής διαδικασίας.

Για την Κύπρο και την Ελλάδα, οι εξελίξεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η τριμερής συνεργασία με το Ισραήλ έχει αποκτήσει περιεχόμενο στην άμυνα, στην ενέργεια, στη θαλάσσια ασφάλεια και στην αντιμετώπιση κρίσεων. Η κοινή διακήρυξη της συνόδου του Δεκεμβρίου 2025 προέβλεπε ενίσχυση της συνεργασίας και επαναβεβαίωνε τη στήριξη στον ηλεκτρικό διάδρομο Great Sea Interconnector.

Η Λευκωσία οφείλει να καλλιεργεί σχέσεις με ολόκληρο το ισραηλινό πολιτικό και θεσμικό σύστημα, με την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση, τα αρμόδια υπουργεία, τις ένοπλες δυνάμεις και την οικονομική κοινότητα. Το ίδιο ισχύει για την Αθήνα.

Η στρατηγική συνεργασία δεν μπορεί να στηρίζεται στην πολιτική μακροημέρευση του Νετανιάχου, ούτε να θεωρείται δεδομένο ότι το Ισραήλ θα ταυτίζεται πάντοτε με τις ελληνικές και κυπριακές επιδιώξεις έναντι της Τουρκίας. Χρειάζονται συγκεκριμένες συμφωνίες, κοινά συμφέροντα και μηχανισμοί συνεργασίας που θα αντέχουν στις κυβερνητικές εναλλαγές.

Ο Νετανιάχου κάποτε θα αποχωρήσει. Είτε σύντομα είτε αργότερα. Η γεωγραφία, οι ενεργειακές ανάγκες και οι απειλές στην Ανατολική Μεσόγειο θα παραμείνουν. Η Κύπρος πρέπει να έχει διασφαλίσει ότι οι σχέσεις της με το Ισραήλ θα συνεχίσουν να εξυπηρετούν τα συμφέροντά της, ανεξαρτήτως του ποιος θα κυβερνάει το Ισραήλ.