Λάζλο Νέμες: Δεν εξορίζω το σκοτάδι. Το εξερευνώ

Φόρτωση Text-to-Speech…

Οταν ρωτάω τον Λάζλο Νέμες γιατί επιμένει να τοποθετεί όλες τις ταινίεςτου στο παρελθόν και ιδιαίτερα στο πρώτο κομμάτι του 20ού αιώνα (1900-1944), επιλέγει το χιούμορ για να απαντήσει – το στοιχείο, δηλαδή, που σε πρώτη ανάγνωση δεν εντοπίζουν πολλοί στη φιλμογραφία του. «Σήμερα οι άνθρωποι είναι κακοντυμένοι. Μοιάζει σαν να άρχισαν όλοι να ντύνονται χάλια μετά τη δεκαετία του 1960, οπότε δεν θέλω να δείχνω τέτοια ρούχα στις ταινίες μου…».

Δεν είναι να απορεί, λοιπόν, κανείς που η επιμέλεια κοστουμιών ξεχωρίζει στο «Μουλέν: ο αντιστασιακός», τη νεότερη ταινία του, που αναμένεται από την ερχόμενη Πέμπτη στις ελληνικές αίθουσες. Σε αυτήν αφηγείται την αληθινή ιστορία του Ζαν Μουλέν, ηγέτη του γαλλικού αντιστασιακού κινήματος κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, τον οποίο υποδύεται ο Ζιλ Λελούς. Αλλη μια προσπάθεια του Νέμες να διεισδύσει στις αθέατες όψεις της Ιστορίας προκειμένου να ανακαλύψει κάτι παραπάνω για τους μηχανισμούς που κινούν τα γρανάζια της και (ίσως) να το προβάλει στο σήμερα. Προσέγγιση την οποία έχει κατοχυρώσει ήδη με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, τον οσκαρικό «Γιο του Σαούλ» (2015), που έμελλε έκτοτε να αναφέρεται ως μια από τις σημαντικότερες ταινίες για το Ολοκαύτωμα (και δεν έχουμε πολλές).

«Πιστεύω ότι κάποια πράγματα, όπως η τάση μας προς την αυτοκαταστροφή, κάνουν κύκλους στην ανθρώπινη Ιστορία. Η κατοχή της Γαλλίας από τη ναζιστική Γερμανία αποτελεί το καταλληλότερο παράδειγμα σχετικά με το πώς ο πολιτισμένος κόσμος καταλαμβάνεται από τη βαρβαρότητα και την παράνοια ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Και η Γαλλία όμως προσπαθεί ακόμη να κατανοήσει τι συνέβη, διότι υπήρξε ταυτόχρονα συνεργασία με τον κατακτητή αλλά και αντίσταση. Δεν κάνω όμως ιστορική έρευνα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η συμπύκνωση της ανθρώπινης φύσης. Η φιγούρα του Μουλέν ενσωματώνει τόσο την τάση προς την αυτοκαταστροφή όσο και τη δυνατότητα προς μια ουμανιστική εξύψωση – δεν την εξετάζουμε όμως ως σύμβολο, αλλά σε ανθρώπινο επίπεδο», λέει ο Λάζλο Νέμες, τον οποίο συναντήσαμε στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών.

λάζλο-νέμες-δεν-εξορίζω-το-σκοτάδι-το-564481723

Εχοντας δει από κοντά τη φρίκη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αρνούμενος να δεχθεί τη συνθηκολόγηση της πατρίδας του το 1940, ο Ζαν Μουλέν πέρασε αυτομάτως στην παρανομία, δούλεψε μυστικά στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας, ενώ στις αρχές του 1943 συντόνισε τον σχηματισμό της Ενωσης Αντιστασιακών Κινημάτων της Γαλλίας, με τις ευλογίες του στρατηγού Ντε Γκωλ. Ο Νέμες ωστόσο επιλέγει, αντί μιας πληρέστερης βιογραφίας, να επικεντρωθεί μόνο στις τελευταίες ημέρες της ζωής του ήρωα, όταν εκείνος συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο της Λυών και ανακρίνεται με βασανιστήρια από τον ανελέητο Κλάους Μπάρμπι (ο αυθεντικά τρομακτικός Λαρς Αϊντινγκερ). «Εξαρχής ο στόχος δεν ήταν να δημιουργήσουμε μια βιογραφία, αλλά να βουτήξουμε σε αυτές τις τελευταίες ημέρες της ύπαρξής του. Να βυθιστούμε μαζί με το κοινό σε αυτή την πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία βρέθηκε ένας κατά τα άλλα τρομερά ενδιαφέρων άνθρωπος, αληθινά φιλοσοφημένος γύρω από τη ζωή και την τέχνη», σημειώνει ο Ούγγρος σκηνοθέτης.

Οι κανόνες της Ιστορίας

Ενα άλλο στοιχείο της φιλμογραφίας του και του βλέμματός του για τον κόσμο δεν θα μπορούσε να λείπει και από αυτή την ταινία: η ιστορική αλήθεια που πρέπει να φιλτραριστεί μέσα από τη μυθοπλαστική ελευθερία. Και η αισθητική του βλέμματος που πρέπει να υπακούσει στους κανόνες της Ιστορίας. Μιλώντας σχεδόν άπταιστα γαλλικά –και αγγλικά–, ο Νέμες ερεύνησε σε βάθος τόσο τη δράση του Μουλέν όσο και την εποχή του. Παρ’ όλα αυτά, όπως παραδέχεται, τα ντοκουμέντα σχετικά με το τι ακριβώς συνέβη εκείνες τις δέκα ημέρες είναι ανύπαρκτα. «Προφανώς υπάρχει αρκετή μυθοπλασία γιατί δεν γνωρίζουμε τα ακριβή γεγονότα. Ταυτόχρονα πρέπει να δημιουργήσεις έναν κόσμο που να είναι πιστευτός. Βλέπεις μερικές φορές σε ταινίες, π.χ., οι κρατούμενοι φυλακών να επικοινωνούν πολύ εύκολα μεταξύ τους. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε στη φυλακή της Γκεστάπο στη Λυών, όπου κατέληξε ο Μουλέν. Πρέπει να έχεις την αίσθηση της ευθύνης τού τι είδους μυθοπλασία αφήνεις να εισέλθει στο ιστορικό πλαίσιο».

Βλέπεις σε ταινίες οι κρατούμενοι να επικοινωνούν εύκολα μεταξύ τους. Δεν νομίζω ότι αυτό θα συνέβαινε στη φυλακή της Γκεστάπο στη Λυών, όπου κατέληξε ο Μουλέν.

Στο δεύτερο κομμάτι του, το φιλμ του Νέμες εξελίσσεται σε μια ιδιότυπη αναμέτρηση θέλησης: μεταξύ του ιδεαλιστή Μουλέν και του σαδιστή Κλάους Μπάρμπι. «Οι σκηνές του βασανισμού είναι σημαντικές, όμως δεν θέλαμε να απεικονίσουμε τις πιο ακραίες μορφές του, ώστε να μην τις απωθήσει αυτόματα το κοινό. Προτιμάμε τη χρήση της φαντασίας από μια ευθεία απεικόνιση, η οποία θα έδινε ίσως στον θεατή και μια πιο ηδονοβλεπτική προοπτική».

Το ψυχικό σκοτάδι, πάντως, που αποκαλύπτεται εκεί ενδιαφέρει ολοφάνερα τον Νέμες. Από τον «Γιο του Σαούλ» μέχρι τη «Δύση ηλίου» (2018) και το πιο πρόσφατο «Χωρίς πατέρα» (2025). Σε όλα του τα έργα υπάρχει αυτή η μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, με όρους ωστόσο όχι μανιχαϊστικούς, αλλά περισσότερο ψυχοκοινωνικούς. «Η σύγκρουση στην ταινία συμβολίζει τον δικό μας εσωτερικό αγώνα. Γι’ αυτό δεν με ενδιαφέρει να εξορίσω το σκοτάδι στο περιθώριο, μα να το εξερευνήσω από μέσα», εξηγεί ο ίδιος.

Λάζλο Νέμες: Δεν εξορίζω το σκοτάδι. Το εξερευνώ-1
«Κατά τη γνώμη μου, τέχνη είναι να παλεύεις με τη δυσκολία των υλικών, με τα εμπόδια, να αποτυγχάνεις και να στοχεύεις πάντα ψηλότερα», λέει στην «Κ» ο Λάζλο Νέμες. (Φωτογραφία: Martin BUREAU / AFP)

Ο καταξιωμένος Γάλλος ηθοποιός Ζιλ Λελούς εμφανίζεται σχεδόν σε όλα τα πλάνα και, όπως λέει ο σκηνοθέτης του, πήρε τον ρόλο διότι «ήταν πρόθυμος να βάλει τον εαυτό του σε κίνδυνο». Πιο περίπλοκη αποδείχθηκε η διαδικασία εύρεσης των περιφερειακών ρόλων ή των κομπάρσων λόγω… εποχής. «Ηδη ο Παζολίνι έλεγε πως δεν μπορούσε πια να βρει τα πρόσωπα της παλιάς Ιταλίας. Η όψη της ανθρώπινης γεωγραφίας εξαφανίζεται. Είμαστε υπερβολικά καλοζωισμένοι, η ζωή μας είναι υπερβολικά εύκολη. Οπότε ένα πρόβλημα είναι ότι δεν βρίσκω πια πρόσωπα που να είναι πιστευτά για αυτή την εποχή. Τελικά ίσως πρέπει να σταματήσω να κάνω ταινίες για το παρελθόν», σημειώνει γελώντας ο Νέμες.

Η λέξη «κίνδυνος» που χρησιμοποιεί για τον πρωταγωνιστή του δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, αφορά την οπτική ταυτότητα της ταινίας. Στις δύο πρώτες δουλειές του («Γιος του Σαούλ», «Δύση ηλίου»), το αφηρημένο φόντο και η έντονη ηχητική παλέτα θεωρήθηκαν αρκετά απαιτητικά για τον θεατή· εδώ η εικόνα είναι σαφώς πιο «ήπια», χωρίς να λείπει το σήμα κατατεθέν του: η προσοχή στη λεπτομέρεια. «Αρχικά γυρίζω πάντα σε φιλμ. Είναι πολύ σημαντικό για εμένα να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες του υλικού. Το φιλμ σε ωθεί να γίνεις ο καλύτερος που μπορείς, αλλιώς σε τρώει ζωντανό. Επίσης, βάζει όρια. Κάνεις πρόβες και μετά περνάς στο γύρισμα, δεν καταγράφεις τις πρόβες, όπως συμβαίνει συχνά σήμερα. Οπότε όταν ξεκινάει το γύρισμα όλοι νιώθουν το βάρος της στιγμής, δημιουργείται ένα αίσθημα κινδύνου. Το λατρεύω αυτό. Γιατί να κάνεις ταινίες αν δεν είναι δύσκολες; Αν δεν έχεις λίγο άγχος, τότε κάτι πάει στραβά…».

Πάντα γυρίζω σε φιλμ. Το φιλμ σε ωθεί να γίνεις ο καλύτερος που μπορείς, αλλιώς σε τρώει ζωντανό. Επίσης βάζει όρια. Κάνεις πρόβες και μετά περνάς στο γύρισμα.

«Δεν είναι τέχνη»

To «Μουλέν», λοιπόν, είναι άλλη μια ταινία του στην οποία χρησιμοποίησε αποκλειστικά φιλμ 35 mm, ενώ πειραματίστηκε με διαφορετικές τεχνικές, ώστε να επιτύχει τα έντονα κοντράστ. Οταν του επισημαίνω ότι ο σπουδαίος ομότεχνος και συμπατριώτης του, Μπέλα Ταρ, δήλωσε λίγο πριν πεθάνει ότι οι νέοι κινηματογραφιστές πρέπει να νιώθουν ελεύθεροι να χρησιμοποιούν ακόμη και τα κινητά τους για να κάνουν ταινίες, εκρήγνυται: «Αυτά είναι βλακείες. Εχω κάνει την ίδια κουβέντα με τον Μπέλα. Προφανώς όσο περισσότερο “παίζει” κανείς με την τεχνολογία, τόσο περισσότερο την ερωτεύεται. Κι αυτό είναι πολύ καλό για την Apple. Ομως δεν είναι τέχνη. Κατά τη γνώμη μου, τέχνη είναι να παλεύεις με τη δυσκολία των υλικών, με τα εμπόδια, να αποτυγχάνεις και να στοχεύεις πάντα ψηλότερα. Υπάρχει αυτή η προπαγάνδα του δήθεν εκδημοκρατισμού του σινεμά, που λέει ότι “δεν πειράζει να κάνετε άθλια φιλμ, πείτε την ιστορία σας κ.τ.λ.”. Αυτά είναι βλακείες και είναι ενάντια στην τέχνη. Ο Μπέλα Ταρ τα είπε αυτά, όμως ο ίδιος δεν γύρισε τίποτα δίχως φιλμ. Πάντα προτιμούσε τα 35 mm, που δίνουν πλαστική υφή και συναισθηματική αξία στην εικόνα. Ισως με αυτά τα λόγια να ήθελε να αποπροσανατολίσει τις νεότερες γενιές, ώστε να μη φτάσουν ποτέ το δικό του επίπεδο. Οι νέοι όμως δεν χρειάζονται πατρονάρισμα. Βασικά πολλοί από αυτούς θέλουν να γυρίσουν σε φιλμ, γιατί νιώθουν ότι μαζί με τις δυσκολίες γεννιέται και η μαγεία».