Το GPS ξέρει τον δρόμο. Εμείς;

Φόρτωση Text-to-Speech…

Οι γενικοί χάρτες όλης της Ελλάδας «φώλιαζαν» σε μόνιμη βάση στο ντουλαπάκι του συνοδηγού, πολλές φορές μάλιστα μαζί με τον απαραίτητο οδηγό για τους δρόμους της Αθήνας. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξεκινήσει κανείς ταξίδι προς άγνωστο προορισμό χωρίς να έχει προμηθευτεί πρώτα τον αναλυτικό χάρτη της περιοχής. Λίγοι ήταν εκείνοι που θα ξεκινούσαν την πορεία τους έχοντας κατά νου μόνο μια γενική ιδέα της κατεύθυνσης, αλλά και την πεποίθηση ότι κάπου
στον δρόμο θα βρισκόταν ένας άνθρωπος πρόθυμος να τους βοηθήσει.

Η ιστορία της ελληνικής τουριστικής και οδικής χαρτογραφίας ξεκινά ουσιαστικά από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Με το αντικείμενο ασχολήθηκε αρχικά ο ιστορικός εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκης, με την τρίτομη έκδοση Ελλάς-Οδηγός Ταξιδιώτου, που κυκλοφόρησε το 1926, και φυσικά ο ΕΟΤ. Την ίδια χρονιά, η ΕΛΠΑ (Ελληνική Λέσχη Περιηγήσεων και Αυτοκινήτου) εξέδωσε κι εκείνη τους πρώτους της οδικούς χάρτες.

Μετά τον πόλεμο, η σταδιακή έκρηξη του μαζικού τουρισμού άλλαξε ριζικά το εκδοτικό τοπίο. Την περίοδο εκείνη, ο εκδοτικός οίκος Λουκόπουλος εισήγαγε πολλούς γενικούς γεωγραφικούς και οδικούς χάρτες οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν από τους πρώτους επαγγελματίες οδηγούς, μεταφέροντας την τεχνογνωσία των μεγάλων σχολικών χαρτών στον δρόμο. Παράλληλα, η ΕΛΠΑ εδραίωσε την παρουσία της ανάμεσα στις δεκαετίες του 1950 και του 1970 με τους πολυσέλιδους τόμους Οδικοί Χάρται και Τουριστικός Οδηγός Ελλάδος.

Καθώς ο τουρισμός εξελισσόταν σε βαριά βιομηχανία, την αγορά κατέκλυσαν οι άκρως αναγνωρίσιμοι τοπικοί χάρτες των εκδόσεων Αφοί Τούμπη, ενώ την ίδια στιγμή οι οδηγοί των δεκαετιών του 1980 και του 1990 είχαν στη διάθεσή τους τους θρυλικούς σπιράλ άτλαντες της ΕΛΠΑ, σε συνεργασία με τον χαρτογράφο Ι. Καπρανίδη. Αντίστοιχα, για όσους ταξίδευαν στην Ευρώπη, δεν υπήρχε καλύτερη επιλογή από τους χάρτες της Michelin. Τέλος, τη χαρτογραφική επανάσταση σε επίπεδο απόλυτης ακρίβειας έφεραν από τη δεκαετία του 1990 και μετά οι εκδόσεις Road, Όραμα, καθώς και οι εκδόσεις Ανάβαση, οι οποίες άνοιξαν τον δρόμο για την εξερεύνηση των πιο δύσβατων ορεινών και νησιωτικών μονοπατιών της Ελλάδας.

Ο υπεροδηγός της Αθήνας

Με τη ραγδαία αστικοποίηση και την αύξηση των πωλήσεων αυτοκινήτων, γεννήθηκε και η ανάγκη για την έκδοση εξειδικευμένων οδηγών για τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Από τη δεκαετία του 1970, η πλοήγηση στις πόλεις διευκολύνθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στο έργο κορυφαίων Ελλήνων χαρτογράφων και εκδοτών, με πρωτοστάτες τον Στέλιο Καπρανίδη και τις χαρτογραφικές εκδόσεις Ν. & Ι. Φώτης. Οι οδηγοί αυτοί (όπως ο Υπεροδηγός ή ο Χάρτης-Οδηγός Αθήνα-Πειραιάς-Προάστια) υπήρχαν σε κάθε σπίτι και αυτοκίνητο, αποτελώντας τη χρυσή βίβλο των επαγγελματιών αυτοκινητιστών. Τα βιβλία εκείνα χώριζαν τις περιοχές σε εκατοντάδες αριθμημένα, ευανάγνωστα τετράγωνα και περιλάμβαναν αλφαβητικό ευρετήριο όλων των οδών, των πλατειών, των εκκλησιών και των δημόσιων υπηρεσιών.

Το GPS ξέρει τον δρόμο. Εμείς;-1
(Φωτογραφία: Christine Balderas/ Getty Images/ Ideal Image)

Βέβαια, η Αθήνα της αντιπαροχής άλλαζε με ρυθμό που δύσκολα ακολουθούσε μια έντυπη έκδοση. Νέοι δρόμοι ανοίγονταν, άλλοι άλλαζαν όνομα, τα προάστια επεκτείνονταν και οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις αναθεωρούνταν. Για να αποτυπωθούν όλα αυτά, κάποιος έπρεπε να βγει από το γραφείο. Συνεργάτες των εκδοτών περπατούσαν ή κινούνταν με αυτοκίνητο στις γειτονιές, κρατώντας σημειώσεις. Κατέγραφαν τις πινακίδες των οδών, έλεγχαν από πού άρχιζε και πού τελείωνε η αρίθμηση, σημείωναν τις μονοδρομήσεις και επικοινωνούσαν με τις τεχνικές υπηρεσίες των δήμων για να μάθουν ποιος δρόμος επρόκειτο να ανοίξει. Ήταν μια εργασία που… έλιωνε παπούτσια.

Τα βιβλία εκείνα χώριζαν τις περιοχές σε εκατοντάδες αριθμημένα, ευανάγνωστα τετράγωνα και περιλάμβαναν αλφαβητικό ευρετήριο όλων των οδών, των πλατειών, των εκκλησιών και των δημόσιων υπηρεσιών.

Κάθε νέα έκδοση αποτελούσε ταυτόχρονα μια φωτογραφία της εξελισσόμενης ελληνικής κοινωνίας. Αν συγκρίνει κανείς έναν οδηγό της Αθήνας του 1980 με έναν του 1995, βλέπει την πόλη να αναπτύσσεται. Αναμενόμενα, με την ψηφιακή πλοήγηση να έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, οι οδηγοί αυτοί δεν ενημερώνονται πλέον κάθε χρόνο, εξ ου και η τελευταία έκδοση που εντοπίσαμε ήταν του 2021.

Ο ρόλος του συνοδηγού

Στις οικογενειακές εξορμήσεις, η ανάγνωση του χάρτη αποτελούσε ένα από τα καθήκοντα του συνοδηγού. Ήταν εκείνος που προσπαθούσε να τον ξεδιπλώσει χωρίς να κρύψει τον καθρέφτη, να εντοπίσει το σωστό κομμάτι και μετά να τον ξαναδιπλώσει με τον σωστό τρόπο χωρίς να τον τσαλακώσει, κάτι που σπάνια πετύχαινε με την πρώτη προσπάθεια. Κάπως έτσι γεννήθηκαν πολλοί από τους κλασικούς καβγάδες των διακοπών. «Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα;» ρωτούσε ο οδηγός, έχοντας ήδη προσπεράσει την έξοδο. Σήμερα, ένα αντίστοιχο σφάλμα πλοήγησης απλώς συνοδεύεται από την ψύχραιμη ανακοίνωση «υπολογισμός νέας διαδρομής».

Φυσικά, όταν ο οδηγός ταξίδευε μόνος, όλα γίνονταν δυσκολότερα. Η πιο έντονη προσωπική μου ανάμνηση είναι από την παραμονή της δοκιμής της Ferrari 612 Scaglietti, στο πλαίσιο μιας δημοσιογραφικής παρουσίασης στην οποία συμμετείχαν οι 4ΤΡΟΧΟΙ. Οδηγούσα νύχτα σε έναν περιφερειακό αυτοκινητόδρομο του Μιλάνου, προσπαθώντας πρώτα να εντοπίσω τη σωστή έξοδο και έπειτα να βρω το ξενοδοχείο μου μέσα στην πόλη. Μοναδικός μου οδηγός ήταν μια κακής ποιότητας φωτοτυπία του χάρτη της περιοχής, που μου είχαν δώσει από το γραφείο ενοικιάσεων αυτοκινήτων του αεροδρομίου. Είναι κάτι που δεν μπορείς να διανοηθείς ότι θα το κάνεις σήμερα.

Εννοείται πως ένας έντυπος χάρτης, όσο καλός και αν ήταν όταν τυπώθηκε, δεν μπορούσε να «γνωρίζει» ότι ένας δρόμος είχε στο μεταξύ μονοδρομηθεί, ότι μια γέφυρα είχε κλείσει ή ότι η πόλη είχε επεκταθεί πέρα από τα όρια της τελευταίας έκδοσης. Αυτές οι δυσκολίες καλλιεργούσαν, όμως, μια διαφορετική σχέση με τον χώρο. Ο οδηγός έπρεπε να αποκτήσει μια συνολική εικόνα, δηλαδή πού βρίσκεται το κέντρο της πόλης, ποιος μεγάλος δρόμος οδηγεί στην έξοδο από αυτή και προς ποια κατεύθυνση είναι η θάλασσα. Χρειαζόταν ακόμα να δίνει σημασία στα ονόματα των οδών, στα χαρακτηριστικά κτίρια, ακόμα και στη θέση του ήλιου. Για τις παλαιότερες γενιές, αυτή η ικανότητα αποτελούσε μέρος της ίδιας της οδήγησης. Όπως μάθαινες να αλλάζεις λάστιχο, να ελέγχεις τα λάδια ή να ακούς έναν ύποπτο θόρυβο του κινητήρα, έτσι εκπαιδευόσουν και να βρίσκεις τον δρόμο.

Σχεδιάζοντας έναν χάρτη

Ο χαρτογράφος δεν ξεκινούσε από ένα λευκό χαρτί. Η πρώτη ύλη προερχόταν από επίσημους τοπογραφικούς χάρτες, κυρίως της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού. «Οι χάρτες φτιάχνονταν με το χέρι μέχρι να εξελιχθούν οι υπολογιστές και τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών», μας εξηγεί η χαρτογράφος, φωτογράφος και ιδρύτρια των Εκδόσεων Ανάβαση, Πηνελόπη Ματσούκα. Σύμφωνα με την ίδια, η χώρα δεν απέκτησε ποτέ μια ισχυρή παράδοση χαρτών γενικής χρήσης, καθώς η χαρτογραφία παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό υπό τη διαχείριση της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, εξυπηρετώντας πρωτίστως τις δικές της ανάγκες.

Επιπλέον, υπήρχαν σοβαροί περιορισμοί στη διάθεση αναλυτικών χαρτών κοντά στα σύνορα. Οι περιορισμοί αφορούσαν ζώνες σε απόσταση έως και 100 χλμ. από αυτά, με αποτέλεσμα μεγάλο τμήμα της χώρας –η Βόρεια Ελλάδα, νησιά του Βορείου Αιγαίου, ακόμα και η Κρήτη– να μην είναι διαθέσιμο σε ικανοποιητική λεπτομέρεια για το κοινό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι χάρτες που παρείχε η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού ήταν σε κλίμακα 1:250.000, με αρκετά αδρή απεικόνιση των στοιχείων μιας τοποθεσίας.

Η ίδια θυμάται την εντύπωση που της προκάλεσαν, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι γαλλικοί χάρτες των Άλπεων σε κλίμακα 1:20.000. «Έδειχναν ακόμα και την τελευταία ρωγμή του παγετώνα. Για εμάς στην Ελλάδα ήταν ασύλληπτο». Την ίδια εποχή, όποιος ήθελε να οργανώσει μια διάσχιση στην Τύμφη ή να κινηθεί σε περιοχές κοντά στα σύνορα, όπως ο Γράμος, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με διαβαθμισμένους ή υπερβολικά γενικούς χάρτες. Καθώς οι υπηρεσίες του Στρατού δεν παρείχαν τις απαραίτητες πληροφορίες που χρειαζόταν ο ταξιδιώτης, οι πρώτοι οδικοί και τουριστικοί χάρτες της χώρας συχνά συμπληρώνονταν με πληροφορίες από τουριστικούς πράκτορες και προσωπικές εμπειρίες. Οι γραφίστες προσπαθούσαν να τους εμπλουτίσουν, αλλά η γεωμετρική ακρίβεια δεν ήταν πάντοτε δεδομένη.

Το GPS ξέρει τον δρόμο. Εμείς;-2

Όλα αυτά έχουν πλέον αλλάξει, καθώς οι σύγχρονοι χάρτες δημιουργούνται και ενημερώνονται με τη βοήθεια των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών, των γνωστών GIS. Παρά τη χρήση της τεχνολογίας, η επιτόπια έρευνα δεν εξαφανίστηκε. Τα δεδομένα πρέπει να επαληθεύονται και η πραγματικότητα εξακολουθεί να προηγείται του χάρτη. Ένας δρόμος που φαίνεται ανοικτός μπορεί να είναι δύσβατος, μια σύνδεση να έχει διακοπεί και μια ονομασία να χρησιμοποιείται διαφορετικά από τους κατοίκους. Η τεχνολογία άλλαξε τα εργαλεία, όχι την απαίτηση για ακρίβεια.

«Για να ασχοληθείς με τους χάρτες, πρέπει να έχεις λίγη λόξα», λέει η κ. Ματσούκα. Σε όσους πήγαιναν να εργαστούν στην εταιρεία συνήθιζε να τους επισημαίνει ότι αυτή τη δουλειά την έκαναν κάποτε «στρατιωτικοί και μοναχοί», αφού απαιτεί αφοσίωση, επιμονή και υπομονή. «Δεν σηκώνει “περίπου”. Αν ένας χάρτης έχει λάθη, θα σε στήσουν στον τοίχο».

Το τζίνι του GPS

Η επόμενη μεγάλη αλλαγή για τον οδηγό ήρθε με τις αυτόνομες συσκευές GPS, εκείνες τις μικρές οθόνες που στερεώνονταν με βεντούζα στο παρμπρίζ. Το GPS είχε στρατιωτική καταγωγή, ενώ για χρόνια η ακρίβεια του πολιτικού σήματος υποβαθμιζόταν σκόπιμα για λόγους ασφαλείας. Όταν η πρακτική αυτή σταμάτησε, τον Μάιο του 2000, η αναμενόμενη ακρίβεια για τους πολίτες βελτιώθηκε περίπου από τα 100 στα 20 μέτρα, συχνά και περισσότερο στην πράξη. Μαζί με τη μείωση του κόστους των ηλεκτρονικών, αυτή η εξέλιξη άνοιξε τον δρόμο για τη μαζική χρήση της δορυφορικής πλοήγησης στα αυτοκίνητα. Η κ. Ματσούκα περιγράφει τη νέα τεχνολογία σαν κάτι μαγικό και σε καμία περίπτωση δεν την απαξιώνει. «Είναι το τζίνι που το τρίβεις λίγο και σε σώζει, κάνοντας το θαύμα του».

Η ευκολία αυτή, όμως, έχει και το τίμημά της: μπορεί κανείς να φτάσει στον προορισμό του χωρίς να έχει καταλάβει πού πραγματικά πήγε. Η ίδια θυμάται μια επίσκεψη στο Μπορντό, όπου ζει ο γιος της. Πήρε το αυτοκίνητό του, έβαλε στο σύστημα πλοήγησης τη διεύθυνση ενός πανεπιστημίου και ακολούθησε τις οδηγίες. Όταν επέστρεψε, η διαδρομή είχε ολοκληρωθεί με απόλυτη επιτυχία, αλλά η ίδια δεν μπορούσε να τη συνδέσει με τον χώρο. Δεν γνώριζε αν κινήθηκε βόρεια, νότια, δυτικά, ανατολικά. Η ιστορία είναι γνώριμη σε όλους μας· ακολουθούμε τις οδηγίες, δεν γνωρίζουμε όμως το όνομα της λεωφόρου στην οποία κινηθήκαμε, ούτε ποια συνοικία διασχίσαμε.

Η ευκολία του GPS, όμως, έχει και το τίμημά της: μπορεί κανείς να φτάσει στον προορισμό του χωρίς να έχει καταλάβει πού πραγματικά πήγε.

«Ο χάρτης είναι συνδεδεμένος με την εξερεύνηση και με το εξερευνητικό πνεύμα», επισημαίνει η κ. Ματσούκα. «Ένας άνθρωπος που είναι ανήσυχος δεν αντέχει να πηγαίνει στα τυφλά. Θέλει να δει και παραπέρα». Για την ίδια, ο προσανατολισμός αποτελεί πνευματική άσκηση. Αν αναθέτουμε διαρκώς αυτή τη λειτουργία στη συσκευή, η σχετική ικανότητα εξασθενεί, όπως εξασθενεί η ευχέρεια στους απλούς υπολογισμούς όταν για κάθε πράξη ανοίγουμε το κομπιουτεράκι.

Η νέα εξάρτηση

Το όφελος της ψηφιακής πλοήγησης είναι αδιαμφισβήτητο. Η μετακίνηση σε μια άγνωστη πόλη έγινε ευκολότερη και το νυχτερινό ταξίδι λιγότερο αγχωτικό. Ο οδηγός δεν χρειάζεται να διαβάζει έναν μεγάλο χάρτη καθώς κινείται, ενώ η φωνητική καθοδήγηση του επιτρέπει να κρατά το βλέμμα του περισσότερο στον δρόμο. Ακόμα και μια λάθος στροφή δεν τον αφήνει μετέωρο, αφού το σύστημα υπολογίζει αμέσως μια νέα διαδρομή.

Ταυτόχρονα, όμως, η εξάρτηση από τον ψηφιακό συνοδηγό έχει γίνει σχεδόν απόλυτη. Μια άδεια μπαταρία, η απώλεια σήματος ή ένα σφάλμα του χάρτη μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογη αμηχανία. Πολλοί οδηγοί ξεκινούν χωρίς να γνωρίζουν ούτε τη γενική κατεύθυνση του προορισμού. Επίσης, η εφαρμογή επιλέγει μαθηματικά τη συντομότερη διαδρομή, η οποία όμως μπορεί να σε οδηγήσει σε έναν αγροτικό δρόμο, μη προσπελάσιμο για ένα συμβατικό αυτοκίνητο. Αντίστοιχα, η μαζική εκτροπή της κυκλοφορίας μπορεί να επιβαρύνει μια ήσυχη γειτονιά, επειδή χιλιάδες οδηγοί έλαβαν συγχρόνως την ίδια υπόδειξη.

Ο έντυπος χάρτης καλά κρατεί

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο έντυπος χάρτης έχει ήδη εξαφανιστεί. Δεν συμβαίνει όμως ακριβώς αυτό. Οι χάρτες της Ελλάδας εξακολουθούν να έχουν ζήτηση, ιδιαίτερα μεταξύ Ευρωπαίων επισκεπτών που θέλουν να γνωρίσουν τη χώρα πέρα από μια διαδρομή στην οθόνη. Όπως ένας Έλληνας μπορεί να αγοράσει χάρτη της Νορβηγίας πριν από ένα μεγάλο ταξίδι, έτσι και ένας ξένος αναζητά έναν χάρτη της Ελλάδας για να κατανοήσει τις αποστάσεις, τις εναλλακτικές και τη μορφή του τόπου.

Ο χάρτης επιτρέπει κάτι που ακόμα και μια μεγάλη οθόνη δυσκολεύεται να προσφέρει: τη συνολική θέαση. Τον απλώνεις στο τραπέζι και βλέπεις ταυτόχρονα τον προορισμό, τη διαδρομή και όσα βρίσκονται γύρω της. Μπορείς να ανακαλύψεις έναν παραλιακό δρόμο, ένα χωριό ή μια παράκαμψη που δεν θα ζητούσες ποτέ από τη μηχανή αναζήτησης, επειδή δεν γνώριζες ότι υπάρχουν.

Με τον χάρτη μπορείς να ανακαλύψεις έναν παραλιακό δρόμο, ένα χωριό ή μια παράκαμψη που δεν θα ζητούσες ποτέ από τη μηχανή αναζήτησης, επειδή δεν γνώριζες ότι υπάρχουν.

Τελικά, ο έντυπος χάρτης και το GPS δεν είναι απλώς δύο διαφορετικές γενιές του ίδιου εργαλείου. Το GPS έκανε την πλοήγηση ευκολότερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη, δεν αντικατέστησε όμως ολοκληρωτικά εκείνο που προσφέρει ο χάρτης, την εποπτεία του χώρου και τη δυνατότητα να ανακαλύψεις κάτι που δεν σκέφτηκες να αναζητήσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε στον έντυπο χάρτη, ούτε να αρνηθούμε την ευκολία του GPS. Μια ματιά στη συνολική διαδρομή πριν από την αναχώρηση αρκεί για να μη μετατρέπεται το ταξίδι σε μηχανική εκτέλεση οδηγιών.