Φόρτωση Text-to-Speech…
Την περασμένη Κυριακή ένα φοιτητικό κίνημα που μετατράπηκε σε πολιτικό, αναδείχθηκε σε πρώτη πολιτική δύναμη στη Σερβία ανατρέποντας τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς που βρισκόταν στην εξουσία για περισσότερα από 12 χρόνια. Αυτή η πρωτόγνωρη ανατρεπτική διαδρομή ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια, όταν στον ανακαινισμένο σταθμό του Νόβι Σαντ κατέρρευσε ένα στέγαστρο και σκοτώθηκαν 16 άνθρωποι. Οι φοιτητές άρχισαν να διαδηλώνουν ζητώντας να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι. Στις γέφυρες κρέμονταν πανό που έγραφαν «η διαφθορά σκοτώνει» και οι νέοι αρνούνταν για μέρες να εγκαταλείψουν τους δρόμους, απαιτώντας δικαιοσύνη και διαφάνεια.
«Το κίνημα μας ξεπέρασε γρήγορα τα όρια των πανεπιστημίων και προσέλκυσε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, ηλικιακές ομάδες και ανθρώπους εκτός των αστικών κέντρων» αναφέρει η εικοσάχρονη Ζέλιανα, φοιτήτρια από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, που όπως οι περισσότεροι δεν θέλει να μιλήσει επωνύμως. Στην ερώτηση γιατί δεν υπάρχει ορατή ηγεσία, απαντά ότι έτσι αποφεύγεται η συγκέντρωση της πίεσης του συστήματος σε συγκεκριμένα πρόσωπακαι ότι αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί από τους πρωταγωνιστές δεν δίνουν ακόμα προσωπικές συνεντεύξεις.
Ο Βούτσιτς, επιχείρησε να καταστείλει το κίνημα με αστυνομική βία και συλλήψεις φοιτητών, τους οποίους χαρακτήριζε «πράκτορες ξένων δυνάμεων», με το μιντιακό σύστημα που ήλεγχε να αναπαράγει τις κατηγορίες.
«Οι διαδηλώσεις στη Σερβία ήταν ειρηνικές χωρίς έκτροπα, βανδαλισμούς ή καταστροφές», αναφέρει στην «Κ» ο ιστορικός Αθανάσιος Λούπας που μελετά την ιστορία της Σερβίας, αλλά παρακολουθεί και τις σημερινές εξελίξεις. «Αυτό που μου έκανε εντύπωση» λέει, «ήταν ότι δεν έμειναν στην αντιπαράθεση, αλλά υπερβαίνοντας τις αντιθέσεις επιχείρησαν να συνθέσουν σε ένα κλίμα ενωτικό».
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Σέρβοι φοιτητές πέτυχαν κάτι που φαινόταν ακατόρθωτο και έγραψαν ιστορία, αλλά τώρα αρχίζουν για αυτούς τα ακόμα πιο δύσκολα» επισημαίνει ο Αθ. Λούπας, ο οποίος έχει ζήσει δύο χρόνια στη Σερβία, την περίοδο 2014-2016.
Τα ερωτήματα είναι πράγματι πολλά. Θα καταφέρουν να μείνουν ενωμένοι; Θα μπορέσει ένα κίνημα σαν αυτό, χωρίς αρχηγούς και επαγγελματίες πολιτικούς, να σχηματίσει κυβέρνηση; Και αν τα καταφέρει, θα μπορέσει να κυβερνήσει στη συνέχεια και να εφαρμόσει το πρόγραμμα του για περισσότερη δημοκρατία, δικαιοσύνη, διαφάνεια και ελευθερία;
Οι φοιτητές χάλασαν τα σχέδια του Βούτσιτς
Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς, που μετρούσε ήδη 12 χρόνια στην εξουσία, πότε ως πρωθυπουργός, πότε ως πρόεδρος, σκόπευε να συνεχίσει να κυβερνά, επιχειρώντας να καθιερώσει ένα μοντέλο εξουσίας περίπου σαν του Πούτιν και του Ερντογάν. Η αντιπολίτευση, κατακερματισμένη και αδύναμη, δεν μπορούσε ούτε να τον νικήσει, ούτε να τον ελέγξει. Κυρίως όμως, δεν μπορούσε να πείσει τον Σερβικό λαό ότι ήταν καλύτερη. Εκείνο που δεν μπόρεσαν να κάνουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης τελικά, το πέτυχαν οι φοιτητές, χαλώντας τα σχέδια του Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο, ότι έχει χάσει κάθε δύναμη.
Τον προηγούμενο μήνα αναγκάστηκε να παραιτηθεί από πρόεδρος για να συμμετάσχει στις βουλευτικές εκλογές της περασμένης Κυριακής και να διεκδικήσει την πρωθυπουργία, καθώς σύμφωνα με το σερβικό Σύνταγμα το προεδρικό αξίωμα περιορίζεται σε δύο πενταετείς θητείες και δεν μπορούσε να διεκδικήσει τρίτη. Οι προεδρικές εκλογές θα γίνουν τους επόμενους μήνες και τότε το σύστημα που έχασε τώρα, αναμένεται να αντεπιτεθεί.

Η μαζική συμμετοχή
Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα των φοιτητών ήταν η κινητοποίηση πολλών πολιτών που έως τότε δεν έβρισκαν πολιτική έκφραση. Η μαζική προσέλευση στις εκλογές τους έδωσε την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο και μία τεράστια νίκη με ποσοστό 52,71% που τους εξασφαλίζει 140 βουλευτές σε μια Βουλή 250 εδρών και άνετη αυτοδυναμία.
Γιατί ζητούσαν την παραίτηση του Βούτσιτς
Οι φοιτητές και το μαζικό κίνημα που αναπτύχθηκε, θεώρησαν τον Βούτσιτς πολιτικά υπεύθυνο για ένα σύστημα εξουσίας που εμπόδισε την λογοδοσία για το δυστύχημα στο Νόβι Σαντ, παρ’ότι ασκήθηκαν κάποιες διώξεις και υπήρξαν παραιτήσεις.
Μεταξύ των αιτημάτων τους αρχικά ήταν να δοθούν στη δημοσιότητα όλα τα έγγραφα της ανακαίνισης του σιδηροδρομικού σταθμού στο Νόβι Σαντ και να αποδοθούν ευθύνες σε όλους τους πολιτικά υπεύθυνους. Ζητούσαν επίσης τη δίωξη των αστυνομικών που είχαν ασκήσει βία σε διαδηλωτές και την απόσυρση των κατηγοριών κατά φοιτητών και καθηγητών που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Στην πορεία όμως, και καθώς το κίνημα μεγάλωνε, εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος.
«Σερβία ή μαφία»
Τον Μάρτιο του 2025 μία διεθνής έκκληση αλληλεγγύης προς τους Σέρβους φοιτητές και πανεπιστημιακούς συγκέντρωσε χιλιάδες υπογραφές. Η έκκληση εστίαζε στην καταστολή και στην προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Μεταξύ των γνωστών διανοουμένων που την υπέγραψαν ήταν και οι Τομά Πικετί, Τζούντιθ Μπάτλερ και Φράνσις Φουκουγιάμα.
Δύο μήνες μετά, το φοιτητικό κίνημα ζήτησε πρόωρες βουλευτικές εκλογές και πολιτική αλλαγή. Καθώς δεν εμπιστεύονταν όμως, ούτε τα κόμματα της αντιπολίτευσης για την προώθηση των αιτημάτων τους, αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ήταν αποφασισμένοι για το επόμενο βήμα, βάζοντας το δίλημμα που αποτυπώθηκε στο σύνθημα τους: «Σερβία ή μαφία»
Στις αρχές του περασμένου μήνα ανακοινώθηκε η συμμετοχή τους στις εκλογές και στις 14 Σεπτεμβρίου κατατέθηκε το ψηφοδέλτιο τους με τους 250 υποψήφιους που επέλεξαν οι φοιτητές μέσα από λαϊκές συνελεύσεις, χωρίς να είναι κανένας από τους ίδιους σε αυτό.
Οι κατηγορίες του Βούτσιτς για μαριονέτες
Όλο το προηγούμενο διάστημα ο Βούτσις αρνιόταν τις κατηγορίες περί διαφθοράς και αυταρχισμού και υποστήριζε ότι οι διαδηλωτές υποκινούνταν από το εξωτερικό, παρουσιάζοντας τους σαν μαριονέτες των κακών της Δύσης. «Παρότι στο παρελθόν έχουν υπάρξει οργανώσεις νέων στη Σερβία, που αποκαλύφθηκε ότι χρηματοδοτούνταν από το εξωτερικό, αυτή τη φορά δεν υπάρχουν ενδείξεις για κάτι τέτοιο και οι ισχυρισμοί του Βούτσις είναι εντελώς αυθαίρετοι» αναφέρει Σέρβος δημοσιογράφος.
Οι φοιτητές πάντως, δεν φάνηκε να πτοούνται. «Δεν θα τους φοβηθούμε, ούτε θα αφήσουμε να μας νικήσουν με τα ψέματα και τη βία τους» λέει η Ζέλιανα από το πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, που υπήρξε το κέντρο της εξέγερσης.
Αμεση Δημοκρατία και λαϊκές συνελεύσεις
Αρκετοί ξένοι αναλυτές χαρακτήρισαν τη νίκη του σερβικού φοιτητικού κινήματος ως μία από τις πιο αξιοσημείωτες δημοκρατικές νίκες στην ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης και μίλησαν για ένα κίνημα με χαρακτηριστικά που σπάνια έχουμε δει μεταπολεμικά. Κάποιοι άλλοι διατήρησαν τις επιφυλάξεις τους για τη συνέχεια.
Τα χαρακτηριστικά του πάντως, είναι πρωτόγνωρα για ένα τόσο μαζικό κίνημα. Αντί να αναπτυχθούν οι συνήθεις μηχανισμοί καθοδήγησης, τις αποφάσεις τις λάμβαναν οι λαϊκές συνελεύσεις, όπου όλοι μπορούσαν να εκφράσουν την άποψη τους. Καθώς δεν είχαν την δυνατότητα να προβάλουν τις θέσεις τους μέσα από τα ΜΜΕ, επικοινωνούσαν τα μηνύματα τους με λαϊκές πορείες από πόλη σε πόλη και μέσα από το διαδίκτυο. Αντί για μια οργάνωση από πάνω, βασισμένη σε μια ισχυρή ηγεσία, συγκρότησαν τις λαϊκές συνελεύσεις, αρχικά στα πανεπιστήμια τους και μετά σε γειτονιές, Οι αποφάσεις συζητούνταν και λαμβάνονταν με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση.
Για την στελέχωση του ψηφοδελτίου πραγματοποιήθηκαν γενικές συνελεύσεις, στις οποίες ο καθένας μπορούσε να προτείνει ένα πρόσωπο και να εξηγήσει γιατί το πρότεινε. Όλα τα ονόματα συγκεντρώθηκαν σε έναν κοινό κατάλογο, τον οποίο μπορούσαν να εξετάσουν όλες οι σχολές και να θέσουν βέτο αν δεν συμφωνούσαν για κάποιο.
Στην ερώτηση πώς τα κατάφερε το κίνημα τους, η Ζέλιανα απαντά ότι «Δεν καπελώθηκε από κόμματα, δεν είχε ξύλινο λόγο και μίλησε στην καρδιά των απλών ανθρώπων που βρήκαν έκφραση μέσα από το κίνημα των φοιτητών».
Οι περισσότεροι υποψήφιοι ήταν καθηγητές που τους επέλεξαν οι φοιτητές στις συνελεύσεις τους. Επικεφαλής του ψηφοδελτίου ήταν ο δημοφιλής Ίλια Σρντάνοβιτς, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής στο Νόβι Σαντ που συμμετείχε ενεργά στις κινητοποιήσεις. Μεταξύ των ελάχιστων γνωστών προσώπων του ψηφοδελτίου είναι ο πρώην διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Σερβίας (για δύο χρόνια επί Τάντιτς) Ντέγιαν Σόσκιτς, ο δημοφιλής ακτιβιστής που αντιτίθεται στην εξόρυξη του λιθίου στην περιοχή Τζαντάρ της Σερβίας, Ζλάτκο Κοκάνοβιτς, και ο πρώην μπασκετμπολίστας Ντέγιαν Μποντιρόγκα.
Το πρόγραμμα τους και τι δεν θα αλλάξει
Το πρόγραμμά της Φοιτητικής Λίστας, όπως ονομάστηκε ο εκλογικός συνδυασμός των φοιτητών, περιλαμβάνει προτάσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την αντιμετώπιση της οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς και του αθέμιτου πλουτισμού, την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους και της διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις.
Πολλοί ευρωπαίοι αναλυτές επισημαίνουν ότι δεν παρατηρούν αλλαγές στην πολιτική για την Ε.Ε., το Κοσσυφοπέδιο και την Ρωσία κι εκφράζουν τον σκεπτικισμό τους. Την ίδια ώρα ο Βούτσιτς τους κατηγορεί ότι ετοιμάζονται να «ξεπουλήσουν την χώρα» και ο Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά και ο Φρίντριχ Μερτς, εκφράζουν τις ευχές τους για συνεργασία.
Εκπρόσωποι της Λίστας Φοιτητών έχουν δηλώσει ότι δεν σκοπεύουν να επιβάλουν κυρώσεις στη Μόσχα μετά την ανάληψη της εξουσίας. Η στάση αυτή όμως, όπως εξηγούν οι φοιτητές, δεν σχετίζεται με την Ουκρανία, για την οποία έχουν δηλώσει ότι είναι υπέρ της εδαφικής της ακεραιότητας.
Το κλειδί εδώ είναι ότι η Ρωσία στηρίζει τη Σερβία στο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου και διαθέτει δικαίωμα βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Επίσης, προμηθεύει τη Σερβία με φθηνό φυσικό αέριο. Και τα δύο τα θεωρούν κρίσιμα για τη χώρα τους. Φοιτητές αναφέρουν ότι «Η ΕΕ πιέζει τη Σερβία να επιβάλλει κυρώσεις στη Ρωσία και να υποστεί τις συνέπειες, αλλά δεν κάνει το ίδιο με άλλες χώρες όπως η Τουρκία, την οποία χαρακτηρίζει σημαντικό σύμμαχο».
Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς προσπάθησε να ακολουθήσει μία πολιτική ισορροπιών και καλών σχέσεων με όλες τις πλευρές και η ελληνική κυβέρνηση τον βοήθησε σε αυτό, όσον αφορά την προσέγγιση με ΕΕ και ΗΠΑ, όπως είχε κάνει και η προηγούμενη. Είναι γνωστές οι προσπάθειες του Βούτσιτς για βελτίωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Έχει άλλωστε κατηγορηθεί και αυτός, όπως ο Έντι Ράμα, ότι διευκόλυνε τον περιβόητο γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, για να κάνει δουλειές στη Σερβία, σε βάρος των συμφερόντων της.
Η Κίνα έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στη Σερβία, οι οποίες συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη που έχει σημειώσει η χώρα τα τελευταία χρόνια και για αυτό οι Σέρβοι δεν τη βλέπουν αρνητικά.
Διαφορετικές αναγνώσεις
Η Σερβία παραμένει υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά η ενταξιακή της πορεία έχει επιβραδυνθεί λόγω ζητημάτων κράτους δικαίου, αλλά κυρίως λόγω της απροθυμίας της να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία και της άρνησης της να αναγνωρίσει το Κοσσυφοπέδιο ως ανεξάρτητο κράτος.
Ευρωπαϊκή πηγή στις Βρυξέλλες αναφέρει ότι αναμένουν να δουν αν η νέα κυβέρνηση θα ευθυγραμμιστεί με την εξωτερική πολιτική της ΕΕ και αν θα γίνουν υποχωρήσεις στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε ότι η ΕΕ είναι έτοιμη να στηρίξει μεταρρυθμίσεις στους τομείς του κράτους δικαίου και να συνεργαστεί για την προώθηση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Σερβίας.
Ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και πρώην πρέσβης της Σερβίας στην Ελλάδα, Ντούσαν Σπασόγιεβιτς, υποστηρίζει ότι δεν είναι η χώρα του αυτή που δεν θέλει την ένταξη της στην ΕΕ, αλλά η Γερμανία που την υπονομεύει. «Η Γερμανία πιέζει τη Σερβία να αναγνωρίσει το Κοσσυφοπέδιο, αλλά αυτό δεν υπάρχει κανένας πολιτικός πρόθυμος στη Σερβία να το κάνει». Ως τώρα, φαίνεται ότι η Φοιτητική Λίστα δεν αποτελεί εξαίρεση. «Είναι σαν να ζητούσαν από την Κυπριακή Δημοκρατία για να την κάνουν δεκτή στην ΕΕ, να αναγνωρίσει πρώτα την κατεχόμενη Κύπρο ως «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» λέει στην «Κ» ένας από τους καθηγητές της Λίστας Φοιτητών, αναδεικνύοντας το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Η επικράτηση του φοιτητικού κινήματος μπορεί να σηματοδοτήσει μια αλλαγή στο εσωτερικό της Σερβίας, εφόσον οι εκπρόσωποί της καταφέρουν να εφαρμόσουν τις εξαγγελίες τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα ανατραπεί και η εθνική πολιτική που έχει χαραχθεί τα τελευταία χρόνια. Για την ώρα το σύστημα Βούτσιτς τους κατηγορεί ότι θα την αλλάξουν, ενώ Γερμανοί αναλυτές που μελετούν τη Σερβία ότι δεν θα την αλλάξουν. Οι φοιτητές πάντως, μιλούσαν μόνο για αλλαγές στο εσωτερικό της χώρας. Οι πιέσεις που περιμένουν να δεχθούν το επόμενο διάστημα όμως, θα είναι τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό.