Φόρτωση Text-to-Speech…
Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, οι πένες και οι πενιές των λαϊκών δημιουργών πήραν φωτιά εκφράζοντας τις αγωνίες, την καθημερινότητα και τους πόθους του λαού και των στρατευμένων μας στη νέα πραγματικότητα. Ηταν η περίοδος που το τραγούδι των μπουζουκιών, λαμβάνοντας με σεβασμό αλλά και εξελίσσοντας ευρηματικά τον θησαυρό του ρεμπέτικου καθώς και του σμυρναίικου και παραδοσιακού, κατόρθωνε να αγγίζει όλο και ευρύτερα ακροατήρια.
Βέβαια, το λεγόμενο ελαφρό εξακολουθούσε να κρατάει τα σκήπτρα του ως «επίσημο αστικό τραγούδι» και ομολογουμένως οι επίσης ανάλογες πολεμικές δημιουργίες των περίτεχνων εκπροσώπων του, που υμνούσαν τις νίκες του στρατού μας, διακωμωδώντας ταυτόχρονα τους επίδοξους κατακτητές, αγαπήθηκαν και αποθεώθηκαν από τον κόσμο, κερδίζοντας μάλιστα τη δύσκολη μάχη με το χρόνο.
Μέσα και από τις μουσικές θεατρικές επιθεωρήσεις αναδείχθηκαν και καταξιώθηκαν σπουδαίοι καλλιτέχνες ερμηνεύοντας θρυλικές στιγμές: «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», «Κορόιδο Μουσολίνι», «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός», «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», «Μας χωρίζει ο πόλεμος», και όχι μόνο).
Στο «αντίπαλο» στρατόπεδο, οι λαϊκοί καλλιτέχνες, παρότι πολυγραφότατοι επί του θέματος, δεν κατάφεραν να γνωρίσουν ανάλογες δόξες. Κάποια από τα τραγούδια τους που χαρακτήρισαν τις ώρες του πολέμου και της Κατοχής που ακολούθησε, λόγω των συνθηκών και της διάλυσης της δισκογραφίας, ηχογραφήθηκαν μετά το 1946 κατά την επαναλειτουργία του εργοστασίου της Κολούμπια στον Περισσό. Κάποια άλλα έμειναν για χρόνια στην αφάνεια μέχρι να έρθει η στιγμή τους να κατακτήσουν το πανελλήνιο. Ανάμεσά τους και ο περίφημος «Σαλταδόρος».
«Ζεϊμπέκικο του Μιχάλη Γενίτσαρη (του κατ’ εξοχήν συνθέτη της Κατοχής) γραμμένο και συνθεμένο στα 1942. Θεωρείται το σύμβολο (οι ρεμπέτες και οι επιζώντες σαλταδόροι το αποκαλούν “ύμνο”) της Κατοχής, μια και στην τραγική εκείνη περίοδο τραγουδήθηκε όσο κανένα άλλο τραγούδι. Ωστόσο δεν έγινε δίσκος ποτέ. Και είναι αρκετά περίεργο το γεγονός ότι από τα 1946 (που ξανάνοιξαν τα εργοστάσια δίσκων), μέχρι το 1975 (που πρώτος ο Νταλάρας άρχισε να το παρουσιάζει από τα πάλκα των μπουάτ, με σκοπό να το κυκλοφορήσει σε δίσκο), κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να φωνογραφήσει το υπέροχο αυτό τραγούδι. (Για την ιστορία πρέπει να σημειώσω πως ο “Σαλταδόρος” γραμμοφωνήθηκε το 1945 στην Αμερική τραγουδισμένος από τον παλαίμαχο Ελληνοαμερικανό τραγουδιστή και συνθέτη Κατσαρό, αλλά ελάχιστα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα). Οι Σαλταδόροι (βέβαια υπήρχαν και Σαλταδόρισσες) αποτελούν μοναδικό φαινόμενο σ’ όλες τις κατεχόμενες χώρες».
Με αυτά τα λόγια σκιαγραφούσε ο «ρακοσυλλέκτης» Κώστας Χατζηδουλής το τραγούδι που άνοιγε τον μεγάλο δίσκο που επιμελήθηκε για τον Γιώργο Νταλάρα με τον τίτλο«Ρεμπέτικα της Κατοχής» ο οποίος κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1980 από τη Minos. Υπότιτλος της έκδοσης «Κατοχή – Εμφύλιος – Απελευθέρωση» με την εξής υποσημείωση: «Ανέκδοτα και Απαγορευμένα». Ο δημιουργός του τραγουδιού αναφέρει στην αυτοβιογραφία του:
«Πιάνω δουλειά στο “Περοκέ”. Από κάτω ήτανε ένα κέντρο, του Κατελάνου. Επαιζε εκεί ο Χιώτης, ο Λαύκας, ο Αντρέας ο Καλόκαρδου πιάνο, ο Χρήστος Λαβίδας και εγώ. Τότε τραγουδίστριες δεν είχανε όλα τα μαγαζιά, γιατί ήτανε λίγες. Μετά πήγα στο κέντρο “Καρέ του Ασσου”, με Καπλάνη, Χατζηχρήστο. Μετά πήγα στου Βλάχου, που έπαθα τη ζημιά με τον Μενιδιάτη τον Βρετό με το λάδι, που πουλούσε νερό. Εγώ δεν ήξερα ότι ήταν κομπίνα, ενόμιζα ότι ήταν λάδι από το χωριό του… Προτού όμως να με πιάσουνε με τον Βρετό με το λάδι, στου Βλάχου είχα γράψει τον “Σαλταδόρο”, που είχε γίνει μεγάλο σουξέ τότε. Το παίζανε όλα τα κέντρα και το τραγουδούσανε και οι Ιταλοί ακόμα».¹
Ο δίσκος «Ρεμπέτικα της Κατοχής» ήταν μια εξαιρετική πρόταση, και παρά την ειδική θεματολογία της, χάρη και στο εκτόπισμα του ερμηνευτή της, σημείωσε πλατιά επιτυχία με προμετωπίδα τον «Σαλταδόρο». Το τραγούδι, ειδικά στα χρόνια του ’80, παρουσιαζόταν ανελλιπώς από διαφορετικής κοπής καλλιτέχνες, σε ρεμπετάδικα, μπουάτ, θέατρα, μουσικές σκηνές, μπουζουκάδικα μέχρι και μεγάλες πίστες. Στο πολυσέλιδο ένθετο της έκδοσης, κυριολεκτικά ένα ξεχωριστό βιβλίο, το οποίο φρόντισε ο Χατζηδουλής, ο Μιχάλης Γενίτσαρης εξηγεί τους λόγους που το τραγούδι του, στην αρχική μορφή του, παρέμεινε αδισκογράφητο για δεκαετίες:
«Ποιος τόλμαγε μετά που τέλειωσε ο πόλεμος να γραμμοφωνήσει τα τραγούδια που είχε γράψει στην Κατοχή, εκτός βέβαια από ’κείνα που δεν πείραζαν την εξουσία; Και πιο πολύ εγώ, που δεν μου άρεσε και δεν τα είχα ποτέ καλά μαζί της. Τα ’χαμε φυλαγμένα τα τραγούδια και περιμέναμε».
Να αναφέρουμε πως ο Γενίτσαρης το 1976 είχε ερμηνεύσει ο ίδιος τον «Σαλταδόρο» του, χωρίς την τέταρτη στροφή που περιλαμβάνεται στα «Ρεμπέτικα της Κατοχής» και ίσως, το σημαντικότερο, δίχως αυτή η εκτέλεσή του να γίνει γνωστή. Και νωρίτερα είχε παρουσιάσει εκδοχές του τραγουδιού με διαφορετικά λόγια με το ίδιο αντίκρισμα. Σε συζητήσεις που είχα μαζί του στο σπίτι του στον Πειραιά μου είχε τονίσει πως «ο Νταλάρας τα ’πε καλά τα τραγούδια».
¹ «Μιχάλης Γενίτσαρης – Μάγκας από μικράκι», επιμέλεια Στάθης Gauntlett (εκδόσεις Δωδώνη, 1992)