Του Πατριάρχη
Κάθε 28η Οκτωβρίου επανέρχεται με αξιοθαύμαστη συνέπεια το ίδιο ερώτημα (λες και δεν έχει απαντηθεί).
Ποιος είπε το «Όχι»; Ο Ιωάννης Μεταξάς ή ο ελληνικός λαός; Ορισμένοι επιμένουν να διεκδικούν την πατρότητα του ιστορικού «Όχι» για λογαριασμό της μιας ή της άλλης πολιτικής παράταξης, λες και η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο ήταν αντικείμενο ιδεολογικής δημοπρασίας.
Η πραγματικότητα είναι απλή και καταγεγραμμένη από την Ιστορία. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης Εμανουέλε Γκράτσι πήγε στο σπίτι του Ιωάννη Μεταξά και του επέδωσε το τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Ο Μεταξάς το απέρριψε, γνωρίζοντας ότι η άρνηση σήμαινε πόλεμο. Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε λαϊκές συνελεύσεις ή συλλογικές αποφάσεις που δεν υπήρξαν για να αποδεχθούμε αυτό το ιστορικό γεγονός.
Ο Μεταξάς είπε το «Όχι» ως επικεφαλής του ελληνικού κράτους. Ο ελληνικός λαός το υπερασπίστηκε στα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Το ένα γεγονός συμπληρώνει το άλλο. Πού ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση;
Βεβαίως, ο Μεταξάς ήταν δικτάτορας. Είχε καταλύσει τη δημοκρατία, είχε φυλακίσει και εξορίσει πολιτικούς αντιπάλους και είχε επιβάλει ένα αυταρχικό καθεστώς. Ουδείς υποχρεούται να τον θαυμάζει για την πολιτική του διαδρομή. Η αναγνώριση, όμως, μιας συγκεκριμένης ιστορικής πράξης δεν ισοδυναμεί με αποδοχή ολόκληρου του καθεστώτος του.
Αντίστοιχα, η αναγνώριση του αποφασιστικού ρόλου του ελληνικού λαού δεν απαιτεί τη διαγραφή του Μεταξά από τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου. Η Ιστορία δεν είναι οικογενειακό άλμπουμ από το οποίο αφαιρούμε τις φωτογραφίες των συγγενών που δεν συμπαθούμε.
Επειδή, ωστόσο, κάθε χρόνο έχουμε «το ίδιο βιολί», αξίζει να θυμηθούμε ορισμένα γεγονότα που συνήθως ξεχνάμε στους μονολόγους μας..
Τον Οκτώβριο του 1940, η Σοβιετική Ένωση του Ιωσήφ Στάλιν συνεργαζόταν στενά με τη ναζιστική Γερμανία. Από τον Αύγουστο του 1939 ίσχυε το Σύμφωνο Μολότοφ και Ρίμπεντροπ, με το οποίο οι δύο ολοκληρωτικές δυνάμεις συμφώνησαν να μην επιτεθούν η μία στην άλλη, ενώ με μυστικό πρωτόκολλο μοίρασαν μεταξύ τους περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης.
Η Πολωνία υπέστη γερμανική εισβολή από τα δυτικά και σοβιετική από τα ανατολικά. Ακολούθησαν η σοβιετική επίθεση στη Φινλανδία και η επιβολή σοβιετικού ελέγχου στις χώρες της Βαλτικής (Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία). Παράλληλα, η Μόσχα διατηρούσε σημαντικές οικονομικές σχέσεις με το Βερολίνο, προσφέροντας πρώτες ύλες στη γερμανική πολεμική οικονομία, η οποία βομβάρδιζε από τον Απρίλη του 1941 και την Ελλάδα.
Η ΕΣΣΔ ήταν στρατηγικός και οικονομικός εταίρος της ναζιστικής Γερμανίας σε εκείνη τη φάση του πολέμου. Η συνεργασία τερματίστηκε μόνο όταν ο Χίτλερ εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση, στις 22 Ιουνίου 1941. Μέχρι τότε, ο Στάλιν είχε κάθε λόγο να αποφεύγει κάθε αντιπαράθεση με το Βερολίνο.
Αυτή η πραγματικότητα είχε επιπτώσεις και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, το οποίο ήταν στενά συνδεδεμένο με τις επιλογές της Μόσχας.
Στην Ελλάδα, η στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι στον ελληνοϊταλικό πόλεμο υπήρξε τουλάχιστον αντιφατική. Στις 31 Οκτωβρίου 1940, ο φυλακισμένος ΓΓ του κόμματος, Νίκος Ζαχαριάδης, απηύθυνε ανοιχτή επιστολή καλώντας τους Έλληνες να αντισταθούν στην ιταλική εισβολή. Χαρακτήρισε τον αγώνα εθνικοαπελευθερωτικό και ζήτησε την πλήρη κινητοποίηση υπέρ της πολεμικής προσπάθειας, την οποία διηύθυνε η κυβέρνηση Μεταξά. Το κόμμα όμως είχε χαρακτηρίσει το γράμμα πλαστό και ότι δήθεν γράφτηκε από τον μηχανισμό του Μεταξά. Το γράμμα δεν ήταν πλαστό.
Μετά όμως τράβηξε το αυτί του Ζαχαριάδη ο Στάλιν και στις 26 Νοεμβρίου, με δεύτερη επιστολή του, ο ίδιος υποστήριξε την ανάγκη ειρήνης και ουδετερότητας, με αποκατάσταση της προπολεμικής κατάστασης, αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων και μεσολάβηση της Σοβιετικής Ένωσης. Μάλιστα σε τρίτο γράμμα τον Ιανουάριο του 1941, ο πόλεμος χαρακτηριζόταν ως ιμπεριαλιστικός και καταχτητικός εκ μέρους της Ελλάδας και απευθυνόταν έκκληση για ανατροπή της κυβέρνησης και προσέγγιση στην Σοβιετική Ένωση. Μάλιστα απευθυνόταν έκκληση στους Έλληνες στρατιώτες να αρνηθούν να πολεμήσουν στην Βόρεια Ήπειρο. Το αντιστασιακό πνεύμα αναπτύχθηκε μόνο μετά την γερμανική εισβολή στην ΕΣΣΔ.
Ακριβώς γι’ αυτό η ιστορική αλήθεια δεν χρειάζεται κομματικούς διαχειριστές. Ούτε ο Μεταξάς δικαιούται να μονοπωλεί το «Όχι» ούτε το ΚΚΕ ή οποιαδήποτε άλλη παράταξη να εμφανίζεται ως αποκλειστικός εκφραστής της εθνικής αντίστασης. Το 1940 οι Έλληνες, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια ξένη εισβολή. Άνθρωποι που διαφωνούσαν βαθύτατα μεταξύ τους πολέμησαν στον ίδιο στρατό. Οι πολιτικές τους διαφορές δεν εξαφανίστηκαν. Υποχώρησαν, όμως, μπροστά στην ανάγκη υπεράσπισης της χώρας.
Η 28η Οκτωβρίου είναι μια από τις σημαντικότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Το μεγαλείο της βρίσκεται στο γεγονός ότι μια μικρή χώρα αρνήθηκε να υποταχθεί σε έναν ισχυρότερο εισβολέα και ότι ένας ολόκληρος λαός υπερασπίστηκε αυτή την απόφαση με τεράστιες θυσίες.
Ο Μεταξάς αρνήθηκε το τελεσίγραφο. Ο ελληνικός λαός πολέμησε. Και οι δύο αυτές προτάσεις είναι ιστορικά αληθινές.
Όποιος αισθάνεται την ανάγκη να διαγράψει τη μία για να αποδεχθεί την άλλη, μάλλον ενδιαφέρεται περισσότερο για την κομματική του ταυτότητα παρά για την Ιστορία.
Οι νεκροί του 1940 αξίζουν κάτι σοβαρότερο από την ετήσια διαμάχη για το ποιος δικαιούται να εισπράττει τα πολιτικά δικαιώματα μιας λέξης.