Γιατί να πουλήσει κανείς μια μετοχή που συνεχίζει να ανεβαίνει, όταν μπορεί να δανειστεί με εγγύηση την αξία της; Για τους δισεκατομμυριούχους, η απάντηση έχει μετατραπεί εδώ και χρόνια σε ολόκληρη στρατηγική διαχείρισης πλούτου. Για τις τράπεζες, σε μια εξαιρετικά κερδοφόρα δραστηριότητα.
Η αγορά δανείων με εξασφάλιση τίτλους έχει πλέον φθάσει περίπου τα 5,4 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με νέα μελέτη της Deloitte, την οποία παρουσιάζει η Wall Street Journal. Η έρευνα, που καλύπτει 57 μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες και άλλους δανειστές, φωτίζει έναν τομέα για τον οποίο δεν υπάρχει ενιαία, κεντρική καταγραφή.
Το σημαντικότερο είναι ότι η πρακτική παύει σταδιακά να αποτελεί προνόμιο μόνο των υπερπλούσιων. Η άνοδος των χρηματοοικονομικών περιουσιών και η ψηφιοποίηση των διαδικασιών ανοίγουν την πόρτα και σε μικρότερους επενδυτές.
Πώς λειτουργεί το «buy, borrow and die»
Η λογική της στρατηγικής είναι απλή: κάποιος αγοράζει περιουσιακά στοιχεία, τα διακρατεί και στη συνέχεια δανείζεται χρησιμοποιώντας τα ως εγγύηση. Έτσι αποκτά μετρητά χωρίς να χρειάζεται να ρευστοποιήσει τις επενδύσεις του.
Για έναν ιδρυτή μεγάλης εισηγμένης εταιρείας, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι χρηματοδοτεί αγορές ή νέες επιχειρηματικές κινήσεις χωρίς να πουλήσει μετοχές. Διατηρεί έτσι τη συμμετοχή και τα δικαιώματα ψήφου του, ενώ αποφεύγει την άμεση φορολόγηση υπεραξίας που θα μπορούσε να προκύψει από την πώληση.
Το «πέθανε» στο όνομα της στρατηγικής παραπέμπει στη μεταβίβαση της περιουσίας αργότερα. Η τελική φορολογική μεταχείριση, ωστόσο, εξαρτάται από τη νομοθεσία κάθε χώρας και τις συνθήκες της κληρονομιάς.
Μεταξύ των δισεκατομμυριούχων που έχουν χρησιμοποιήσει τέτοιου είδους δανεισμό συγκαταλέγονται ο Λάρι Έλισον και ο Έλον Μασκ, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.
Τα 5,4 τρισ. δεν είναι όλα δάνεια που έχουν εκταμιευθεί
Ο εντυπωσιακός αριθμός της Deloitte χρειάζεται μια διευκρίνιση. Οι πελάτες δεν χρησιμοποιούν πάντοτε ολόκληρο το πιστωτικό όριο που έχουν εξασφαλίσει. Η εταιρεία εκτιμά ότι ο πραγματικός δανεισμός από αυτές τις πιστωτικές γραμμές ενδέχεται να βρίσκεται κοντά στα 1,6 τρισ. δολάρια.
Στα στοιχεία περιλαμβάνονται και τα δάνεια περιθωρίου, τα οποία συνήθως χρησιμοποιούνται για την αγορά περισσότερων επενδύσεων. Έχουν δηλαδή διαφορετικό σκοπό από ένα δάνειο με ενέχυρο τίτλους που χρηματοδοτεί, για παράδειγμα, την αγορά ενός ακινήτου.
Οι εξασφαλίσεις αποτελούνται κυρίως από χαρτοφυλάκια μετοχών και ομολόγων, αλλά μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν μερίδια επενδυτικών κεφαλαίων ή κρυπτονομίσματα. Σύμφωνα με τη Deloitte, η αγορά αναπτύχθηκε κατά μέσο όρο 12% ετησίως την τελευταία δεκαετία.
Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περίπου το 30% της αγοράς, ενώ η Ελβετία και το Λιχτενστάιν μαζί περίπου το 12%.
Γιατί αρέσει τόσο στις τράπεζες
Οι τίτλοι που δίνονται ως ενέχυρο έχουν ένα χαρακτηριστικό ιδιαίτερα ελκυστικό για τον δανειστή: η αξία τους παρακολουθείται καθημερινά και, σε πολλές περιπτώσεις, μπορούν να πωληθούν γρήγορα.
Η διαδικασία έγκρισης μπορεί έτσι να είναι ταχύτερη από εκείνη άλλων μορφών δανεισμού. Η Deloitte υπολογίζει ότι το μέσο δάνειο αντιστοιχεί περίπου στο 50% της αξίας των ενεχυριασμένων περιουσιακών στοιχείων, με επιτόκιο περίπου μία ποσοστιαία μονάδα πάνω από το επιτόκιο αναφοράς.
Για ορισμένες παραδοσιακές ιδιωτικές τράπεζες, τα δάνεια αυτά μπορούν να παράγουν 25% έως 30% των ετήσιων κερδών, σύμφωνα με τη μελέτη.
Από τους δισεκατομμυριούχους στους μικρότερους επενδυτές
Το μεγαλύτερο κομμάτι της δραστηριότητας εξακολουθεί να συνδέεται με μεγάλες περιουσίες: περίπου το 45% των πιστωτικών γραμμών πελατών ξεπερνά τα 2,5 εκατ. δολάρια.
Ωστόσο, η πρόσβαση διευρύνεται. Στις ΗΠΑ, η Charles Schwab προσφέρει σχετικό προϊόν σε πελάτες με τουλάχιστον 100.000 δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία εκτός συνταξιοδοτικών λογαριασμών. Η εταιρεία ανέφερε ότι η συγκεκριμένη υπηρεσία συνέβαλε στην αύξηση των τραπεζικών δανειακών υπολοίπων της κατά 35%, στα 72,3 δισ. δολάρια το τρίτο τρίμηνο.
Η ψηφιακή διαδικασία που εισήγαγε πριν από τρία χρόνια μπορεί, σύμφωνα με εκπρόσωπό της, να οδηγήσει σε έγκριση μέσα σε λίγα λεπτά.
Το ενέχυρο που μπορεί να εξαφανιστεί σε μια πτώση
Η ευκολία έχει και ένα κρίσιμο αντίβαρο. Εάν οι αγορές υποχωρήσουν απότομα, πέφτει και η αξία των τίτλων που εγγυώνται το δάνειο. Ο δανειολήπτης μπορεί τότε να χρειαστεί να προσθέσει εξασφαλίσεις ή να αποπληρώσει μέρος της οφειλής. Διαφορετικά, ο δανειστής μπορεί να προχωρήσει σε πώληση τίτλων.
Μια αναγκαστική ρευστοποίηση σε περίοδο πτώσης μπορεί να παγιώσει ζημίες και να έχει φορολογικές συνέπειες. Ο κίνδυνος γίνεται ιδιαίτερα έντονος όταν το ενέχυρο αποτελείται από ευμετάβλητα περιουσιακά στοιχεία.
Η Deloitte εντόπισε τράπεζες που εξειδικεύονται σε λιγότερο συμβατικές εξασφαλίσεις, όπως τα κρυπτονομίσματα, με ορισμένες να δανείζουν έως και το 90% της αξίας τους. Όπως σημειώνει στη Wall Street Journal ο Έρικ Γκούτσβιλερ της Deloitte Switzerland, οι συγκεκριμένοι δανειστές προχωρούν άμεσα σε ρευστοποίηση όταν χρειαστεί.
Η στρατηγική που επιτρέπει στους πλούσιους να ζουν από την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων αποκτά έτσι ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Το εάν θα παραμείνει άνετη εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το τι θα συμβεί όταν οι τιμές σταματήσουν να ανεβαίνουν.
Προτιμώμενη πηγή στην Google