Στις 27 Οκτωβρίου 1962, ένα σοβιετικό υποβρύχιο έπλεε στα νερά της Καραϊβικής, περικυκλωμένο από αμερικανικά πολεμικά πλοία. Οι άνδρες του είχαν χάσει την επικοινωνία με τη Μόσχα, οι συνθήκες στο εσωτερικό του σκάφους ήταν αποπνικτικές και οι εκρήξεις που ακούγονταν γύρω τους ενίσχυαν την πεποίθηση ότι ενδεχομένως είχε ξεσπάσει πόλεμος. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα αβεβαιότητας, ο αξιωματικός του σοβιετικού Ναυτικού Βασίλι Αρχίποφ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια απόφαση που θα μπορούσε να έχει ανυπολόγιστες συνέπειες.
Η Κρίση των Πυραύλων της Κούβας είχε ξεκινήσει δύο εβδομάδες νωρίτερα, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακάλυψαν ότι η Σοβιετική Ενωση εγκαθιστούσε πυρηνικούς πυραύλους στο νησί, σε απόσταση περίπου 150 χιλιομέτρων από τις αμερικανικές ακτές. Ο πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι ανακοίνωσε ναυτικό αποκλεισμό, τον οποίο η Ουάσιγκτον ονόμασε «καραντίνα», με στόχο να εμποδίσει την άφιξη νέου σοβιετικού στρατιωτικού εξοπλισμού. Η Μόσχα, από την πλευρά της, αρνήθηκε αρχικά να υποχωρήσει, ενώ οι δύο υπερδυνάμεις αύξαναν την ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεών τους.
Στις 27 Οκτωβρίου, την ημέρα που έμεινε γνωστή ως «Μαύρο Σάββατο», η ένταση έφτασε σε εξαιρετικά επικίνδυνο σημείο. Ενα αμερικανικό αναγνωριστικό αεροσκάφος U-2 καταρρίφθηκε πάνω από την Κούβα, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο πιλότος του, Ρούντολφ Αντερσον. Την ίδια μέρα, ένα άλλο αμερικανικό U-2, το οποίο εκτελούσε αποστολή συλλογής δειγμάτων της ατμόσφαιρας κοντά στον Βόρειο Πόλο, παρεξέκλινε της πορείας του λόγω σφάλματος στην πλοήγηση και εισήλθε στον σοβιετικό εναέριο χώρο πάνω από την Απω Ανατολή. Σοβιετικά μαχητικά απογειώθηκαν για να το αναχαιτίσουν, ενώ η αμερικανική Πολεμική Αεροπορία έστειλε δικά της μαχητικά για να το συνοδεύσουν πίσω. Στην Ουάσιγκτον, στρατιωτικοί αξιωματούχοι πίεζαν για δυναμικότερη αντίδραση, ενώ ο Κένεντι προσπαθούσε να αποφύγει μια εξέλιξη που θα οδηγούσε σε γενικευμένο πόλεμο.
Στη θάλασσα, τέσσερα σοβιετικά υποβρύχια κλάσης Foxtrot είχαν αποπλεύσει από τη Σοβιετική Ενωση στις αρχές Οκτωβρίου, στο πλαίσιο της επιχείρησης υποστήριξης της στρατιωτικής ανάπτυξης στην Κούβα. Κάθε υποβρύχιο μετέφερε συμβατικές τορπίλες, αλλά και μία τορπίλη με πυρηνική κεφαλή. Η παρουσία των πυρηνικών όπλων στα σκάφη παρέμενε άγνωστη στους Αμερικανούς, οι οποίοι επιχειρούσαν να εντοπίσουν και να αναγκάσουν τα σοβιετικά υποβρύχια να αναδυθούν.
Ενα από αυτά ήταν το Β-59, με κυβερνήτη τον Βαλεντίν Σαβίτσκι. Στο σκάφος επέβαινε και ο Βασίλι Αρχίποφ, επιτελάρχης της 69ης σοβιετικής υποβρυχιακής ταξιαρχίας. Αμερικανικά πολεμικά πλοία εντόπισαν το σοβιετικό υποβρύχιο Β-59 στην Καραϊβική. Στην επιχείρηση συμμετείχαν το αεροπλανοφόρο USS Randolphκαι αρκετά αντιτορπιλικά, τα οποία επιχείρησαν να το αναγκάσουν να αναδυθεί, ρίχνοντας εκπαιδευτικές βομβίδες βυθού στην περιοχή όπου βρισκόταν.
Οι Σοβιετικοί, ωστόσο, δεν γνώριζαν τις αμερικανικές προθέσεις. Αποκομμένοι από την ηγεσία τους για μέρες, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν αν η κρίση είχε κλιμακωθεί σε πολεμική σύγκρουση. Η κατάσταση στο εσωτερικό του Β-59επιδεινωνόταν διαρκώς. Το υποβρύχιο, σχεδιασμένο για επιχειρήσεις σε ψυχρότερα νερά, αντιμετώπιζε τις υψηλές θερμοκρασίες της Καραϊβικής. Η παρατεταμένη παραμονή σε κατάδυση είχε εξαντλήσει σχεδόν τις μπαταρίες του, και έπρεπε να αναδυθεί για να τις επαναφορτίσει. Παράλληλα, η υψηλή θερμοκρασία, ο ανεπαρκής αερισμός και η συσσώρευση διοξειδίου του άνθρακα είχαν καταστήσει τις συνθήκες στο εσωτερικό του εξαιρετικά δύσκολες, με αρκετά μέλη του πληρώματος να λιποθυμούν.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Σαβίτσκι φέρεται να πίστεψε ότι το υποβρύχιο δεχόταν πραγματική επίθεση και ότι ο πόλεμος είχε ήδη αρχίσει. Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες, διέταξε να προετοιμαστεί η πυρηνική τορπίλη για εκτόξευση εναντίον των αμερικανικών πλοίων, με πιθανότερο στόχο το αεροπλανοφόρο USS Randolph. Η χρήση του ειδικού αυτού όπλου απαιτούσε τη συμφωνία των τριών ανώτερων αξιωματικών που βρίσκονταν στο Β-59: του κυβερνήτη, του πολιτικού αξιωματικού Ιβάν Μασλένικοφ και του Αρχίποφ.
Ο τελευταίος αρνήθηκε να συναινέσει. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που ήρθαν στο φως αργότερα, ο Αρχίποφ εκτίμησε ότι οι Αμερικανοί επιχειρούσαν να αναγκάσουν το υποβρύχιο να αναδυθεί και όχι να το καταστρέψουν. Επέμεινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις πως είχε ξεκινήσει πόλεμος και ότι το πλήρωμα έπρεπε να αναδυθεί και να επιχειρήσει να αποκαταστήσει την επικοινωνία με τη Μόσχα. Οι ακριβείς λεπτομέρειες της αντιπαράθεσης μεταξύ των αξιωματικών παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης, ωστόσο η άρνηση του Αρχίποφ να εγκρίνει την εκτόξευση θεωρείται καθοριστική για την έκβαση του περιστατικού.
Το Β-59αναδύθηκε τελικά το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου, χωρίς να χρησιμοποιήσει την πυρηνική τορπίλη, και απομακρύνθηκε από την περιοχή. Οι Αμερικανοί δεν γνώριζαν τότε ότι το σοβιετικό υποβρύχιο που είχαν εντοπίσει έφερε πυρηνικό όπλο. Εάν η τορπίλη είχε εκτοξευθεί εναντίον αμερικανικού πλοίου, η απάντηση των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Οι στρατιωτικοί σχεδιασμοί της εποχής προέβλεπαν ευρείας κλίμακας πυρηνικά πλήγματα και δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι μια τέτοια επίθεση θα περιοριζόταν σε τοπικό επίπεδο.
Η κρίση αποκλιμακώθηκε την επόμενη μέρα, όταν ο σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ ανακοίνωσε ότι η Σοβιετική Ενωση θα απέσυρε τους πυραύλους από την Κούβα. Η συμφωνία με την Ουάσιγκτον περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τη δημόσια δέσμευση των ΗΠΑ να μην εισβάλουν στο νησί, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση συμφώνησε μυστικά να αποσύρει τους πυραύλους Jupiter από την Τουρκία σε μεταγενέστερο χρόνο. Η αντιπαράθεση είχε φτάσει στο τέλος της χωρίς πυρηνική σύγκρουση, αλλά το περιστατικό του Β-59παρέμεινε για δεκαετίες άγνωστο στο ευρύ κοινό.
Ο Αρχίποφ είχε βρεθεί και στο παρελθόν αντιμέτωπος με τις συνέπειες της πυρηνικής τεχνολογίας. Το 1961, ως υποδιοικητής του σοβιετικού πυρηνοκίνητου υποβρυχίου Κ-19, είχε συμμετάσχει στην αντιμετώπιση σοβαρής βλάβης στο σύστημα ψύξης του αντιδραστήρα, η οποία απείλησε το πλήρωμα με πυρηνικό ατύχημα. Το περιστατικό είχε στοιχίσει τη ζωή σε αρκετούς ναυτικούς και είχε αφήσει βαθύ αποτύπωμα σε όσους επέζησαν.
Η ιστορία του Β-59 έγινε ευρύτερα γνωστή το 2002, σε διεθνή διάσκεψη στην Αβάνα για την τεσσαρακοστή επέτειο της κρίσης των πυραύλων της Κούβας, όταν παρουσιάστηκαν στοιχεία και μαρτυρίες για το ενδεχόμενο χρήσης της πυρηνικής τορπίλης. Ο Αρχίποφ είχε πεθάνει το 1998 και δεν έζησε για να δει τη δημόσια αναγνώριση του ρόλου του. Εκτοτε, το όνομά του συνδέθηκε με μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις κατά τις οποίες η ανθρώπινη κρίση, σε συνθήκες ακραίας πίεσης και ελλιπούς πληροφόρησης, συνέβαλε στην αποτροπή μιας πυρηνικής καταστροφής.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης,
Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης