Μέχρι και σχετικά πρόσφατα, η ταμπέλα «Made in China» θεωρείτο συνώνυμη με τα φθηνά, χαμηλής ποιότητας προϊόντα. Οχι πια. Ασφαλώς, η ικανότητα της Κίνας να κατασκευάζει ηλεκτρικά αυτοκίνητα, εξοπλισμό ηλιακής ενέργειας και μια διαρκώς αυξανόμενη γκάμα προϊόντων υψηλής τεχνολογίας που γίνονται ανάρπαστα σε όλο τον κόσμο, δεν αποτελεί είδηση. Αυτό που γνωρίζουν λιγότεροι είναι ότι οι οικιακές συσκευές και τα καταναλωτικά αγαθά της Κίνας κερδίζουν πλέον έδαφος ανά τον πλανήτη. Σε τέτοιο σημείο, μάλιστα, που δεν αντιμετωπίζονται πια σαν ένα φθηνότερο υποκατάστατο, αλλά σαν ένα σύμβολο του στάτους.
Κάτι τέτοιο έχει γίνει, για παράδειγμα, στους φακούς φωτογραφικών μηχανών, η κατασκευή των οποίων θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη. Τα οπτικά στοιχεία ακριβείας στο εσωτερικό τους πρέπει να παραμένουν καθαρά και σε σχεδόν τέλεια ευθυγράμμιση, ακόμη και όταν ο φακός δέχεται χτυπήματα ή εκτίθεται σε αντίξοες καιρικές συνθήκες. Επιπλέον, οι εξαιρετικά ακριβείς κινήσεις των μοτέρ αυτόματης εστίασης και των ελασμάτων του διαφράγματος δεν αφήνουν περιθώρια για λάθη. Το ίδιο ισχύει και για τις απαιτήσεις των πελατών. Οι λάτρεις της φωτογραφίας, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν 1.000 δολάρια ή και περισσότερα για έναν μόνο φακό –είτε πρόκειται για Nikon, Sony ή Fujifilm– μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα απαιτητικοί και σχολαστικοί. Δίνουν τεράστια σημασία στην ευκρίνεια της εικόνας και είναι ικανοί να βγουν εκτός εαυτού αν εντοπίσουν έστω και έναν κόκκο σκόνης πίσω από το κρύσταλλο.
Για αυτό και μέχρι σχετικά πρόσφατα, η εταιρεία φακών Viltrox περιοριζόταν στον ρόλο που κατά κανόνα είχαν οι κινεζικές επιχειρήσεις: Να κατασκευάζει μια πιο οικονομική εναλλακτική λύση. Οι πρώτοι φακοί της εταιρείας θεωρήθηκαν αξιόλογοι, αλλά απευθύνονταν σε φωτογράφους που δεν έβρισκαν λόγο να πληρώσουν εκατοντάδες δολάρια επιπλέον για να αγοράσουν ανώτερα προϊόντα από τους πιο καθιερωμένους Ιάπωνες κατασκευαστές. Ωστόσο, πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, χάρη σε επενδύσεις σε υλικά και διαδικασίες παραγωγής, η ποιότητα των προϊόντων της Viltrox αναβαθμίστηκε σημαντικά.
Σταδιακά, η φήμη της Viltrox άλλαξε. Οι φακοί της δεν θεωρούνταν πια απλώς «καλοί για την τιμή τους», αλλά «καλοί» – τελεία και παύλα. Για όσους παρακολουθούν συχνά κανάλια στο YouTube ή φόρουμ στο ίντερνετ που απευθύνονται σε λάτρεις της φωτογραφίας, η Viltrox έχει εξελιχθεί σε μια μάρκα για τους γνώστες, σημειώνει το Bloomberg.
Αμφισβητούν τις καθιερωμένες μάρκες
Παρόμοιες ιστορίες συναντώνται σε κάθε είδους προϊόντα, όπου κινεζικές εταιρείες αμφισβητούν καθιερωμένες μάρκες, προσφέροντας εναλλακτικές λύσεις υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους. Με τον τρόπο αυτό, κλονίζουν τις αντιλήψεις ακόμη και των πιο απαιτητικών καταναλωτών, αυτών που ήταν παραδοσιακά καχύποπτοι απέναντι σε προϊόντα που φέρουν την ένδειξη «Made in China».
Στις πένες, κινεζικές εταιρείες όπως η Asvine και η Hongdian στέκονται επάξια δίπλα σε ευρωπαϊκές και ιαπωνικές μάρκες. Συλλέκτες ξεχωρίζουν τα προϊόντα τους τόσο για την αισθητική τους όσο και για την απόδοσή τους στη γραφή, παρότι πωλούνται σε ένα κλάσμα του κόστους.
Στους σουγιάδες τσέπης, εταιρείες όπως η WE Knife Co. και η Reate Knives, οι οποίες ξεκίνησαν κατασκευάζοντας προϊόντα για άλλες μάρκες, έχουν πλέον καθιερωθεί χάρη στα δικά τους σχέδια. Αυτά συναγωνίζονται, ή και ξεπερνούν, την ποιότητα κατασκευής και το φινίρισμα ακόμη και των πιο ακριβών αμερικανικών και ευρωπαϊκών οίκων.
Οι καταναλωτές της Gen Z διαφέρουν
Όπως εξηγεί ο Glyn Atwal, αναπληρωτής καθηγητής στη Burgundy School of Business στη Ντιζόν της Γαλλίας, πολλοί νεότεροι καταναλωτές στις ΗΠΑ και την Ευρώπη δεν τρέφουν τον ίδιο βαθμό συναισθηματικού δεσμού με τις δυτικές μάρκες, όπως συμβαίνει με τις παλαιότερες γενιές. Άλλωστε, γνωρίζουν καλά ότι πάρα πολλά αμερικανικά και ευρωπαϊκά προϊόντα κατασκευάζονται σε εργοστάσια στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τον Atwal, ο οποίος μελετά τους λόγους για τους οποίους οι καταναλωτές επιλέγουν ένα προϊόν έναντι κάποιου άλλου, οι κινεζικές μάρκες θεωρούνται όλο και περισσότερο «της μόδας» από τους αγοραστές της Gen Z. Τα κινεζικά προϊόντα, όπως εξηγεί, «δεν χαρακτηρίζονται απλώς από το ότι είναι φθηνά και προσιτά». Οι νεαροί καταναλωτές τείνουν περισσότερο να «βλέπουν την Κίνα ως κάτι “cool”, όσον αφορά την καινοτομία και την τεχνολογία».
Κάτι τέτοιο συνέβη στα αθλητικά παπούτσια τρεξίματος, σε μια αγορά όπου οι φανατικοί αγοραστές εύκολα ξοδεύουν 200 ή και 300 δολάρια για ένα ζευγάρι. Όμως την άνοιξη, στα ιντερνετικά φόρουμ του τρεξίματος άρχισε να διακρίνεται ένας ενθουσιασμός για ένα νέο παπούτσι από ένα άγνωστο κινεζικό brand: Την Dynafish Xiaonian.
Με τιμή γύρω στα 130 δολάρια, το παπούτσι είναι ελαφρύ και γρήγορο, ενώ διαθέτει μια ενδιάμεση σόλα από αφρό υψηλών επιδόσεων, ένα χαρακτηριστικό που συνήθως συναντάται σε παπούτσια πολύ υψηλότερης τιμής. Η εταιρεία δεν είχε παρουσία στις ΗΠΑ, ούτε διέθετε κάποιο αξιόλογο σάιτ για να πουλά τα προϊόντα της. Όμως έπειτα από δεκάδες κριτικές στο YouTube, οι ενότητες των σχολίων μετατράπηκαν σε χώρους ανταλλαγής πληροφοριών για το πώς μπορεί κανείς να τα προμηθευτεί.
Η ραγδαία αύξηση του ενδιαφέροντος για τα Dynafish ξάφνιασε ακόμα και τον Chen Zhu, συνιδρυτή της εταιρείας. «Δεν το περιμέναμε αυτό», λέει στο Bloomberg.
Βέβαια, η Dynafish χρειάστηκε να κάνει μια παραχώρηση, προκειμένου να καταστήσει τα προϊόντα της πιο προσιτά σε ένα διεθνές κοινό: Στις ΗΠΑ, το μοντέλο της Xiaonian ονομάζεται πλέον Dyna Super, καθώς βλέποντας πόσο δυσκολεύονταν πολλοί αγγλόφωνοι καταναλωτές να προφέρουν το όνομα του παπουτσιού, η διοίκηση της εταιρείας αποφάσισε ότι η αλλαγή ήταν απαραίτητη.
«Η καρδιά και το DNA μπορούν να παραμείνουν κινεζικά», λέει ο διανομέας της Dynafish στις ΗΠΑ, Simon Tse.
Πηγή: MoneyReview