Μιχάλης Πικραμένος: Δεν έχει κουλτούρα αξιολόγησης ούτε η Δικαιοσύνη

Φόρτωση Text-to-Speech…

Σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη δοκιμάζεται, οι δικαστικές αποφάσεις γίνονται αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και η ταχύτερη απονομή της παραμένει ζητούμενο, ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Μιχάλης Πικραμένος μιλάει στην «Κ» για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο θεσμός και τις αλλαγές που απαιτούνται.

Με αφετηρία τη συνταγματική αναθεώρηση και τον ρόλο της Δικαιοσύνης στον έλεγχο της κυβερνητικής εξουσίας, ο επικεφαλής του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου απαντάει για τα όρια της πολιτικής κριτικής, τις αιτίες της κοινωνικής δυσπιστίας, την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, ενώ τονίζει ότι οι εντάσεις ανάμεσα στους δικαστέςκαι στους δικηγόρουςδεν αντιμετωπίζονται με ρήξεις, αλλά με διάλογο.

– Εχετε προειδοποιήσει ότι το ισχύον Σύνταγμα χρειάζεται μόνο οριακές βελτιώσεις. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που βλέπετε στην εν εξελίξει συνταγματική αναθεώρηση;

– Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου υπέβαλε τις προτάσεις της για τη συνταγματική αναθεώρηση, ιδίως για τα θέματα της Δικαιοσύνης, επισημαίνοντας στο εισαγωγικό κείμενο ότι δεν έφταιξε το Σύνταγμα για τις κρίσεις που βίωσε η χώρα τον 20ό αιώνα, ενώ οι συνταγματικές διατάξεις δεν ευρέθησαν ελλιπείς ούτε κατά την οικονομική κρίση. Το Δικαστήριοπροτείνει σημειακές βελτιώσεις για την αντιμετώπιση ζητημάτων τα οποία απαιτούν οπωσδήποτε αναθεώρηση. Θεωρώ ότι το Σύνταγμα δεν πρέπει να μετατραπεί σε μακροσκελές ευχολόγιο χωρίς αντίκρισμα. Παρέχει περιθώρια να αντιμετωπισθούν προβλήματα, όπως π.χ. η τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς επιπλέον ρυθμίσεις, και άλλωστε δεν αποτελεί στην εποχή μας το μόνο κείμενο που ρυθμίζει σε επίπεδο αυξημένης τυπικής ισχύος τη ζωή μας. Η συμμετοχή μας στην Ε.Ε. έχει καταστήσει την ενωσιακή νομοθεσία κείμενο αυξημένης τυπικής ισχύος, που επιδρά στην ερμηνεία του Συντάγματος.

– Η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία αποτελεί διαχρονικό πεδίο συζήτησης. Θα έπρεπε να αλλάξει τελικά;

– Ηδη έχει αλλάξει, διότι ο νομοθέτης, ακολουθώντας σχετικές συστάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, προβλέπει τη γνώμη της Ολομέλειας των ανωτάτων δικαστηρίων πριν από την απόφαση της κυβέρνησης. Η νομοθετική ρύθμιση έχει μεταβάλει το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, καθώς περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του υπουργικού συμβουλίου. Η Ολομέλεια προτείνει η ρύθμιση αυτή να περιληφθεί στο Σύνταγμα. Θεωρώ ότι οποιαδήποτε αλλαγή κι αν γίνει –διότι υπάρχουν διάφορες προτάσεις– δεν θα πάψει ποτέ η επιλογή των προέδρων να αποτελεί εστία αμφισβητήσεων, διότι τα δικαστήρια επιλύουν διαφορές και, όταν το αποτέλεσμα μιας δίκης δεν είναι αρεστό, η εύκολη λύση είναι η αμφισβήτηση.

Το Σύνταγμα δεν πρέπει να μετατραπεί σε μακροσκελές ευχολόγιο χωρίς αντίκρισμα. Παρέχει περιθώρια να αντιμετωπισθούν προβλήματα, όπως π.χ. η τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς επιπλέον ρυθμίσεις.

– Εχετε μιλήσει για την εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης από πολιτικούς παίκτες. Πού τελειώνει η θεμιτή πολιτική κριτική σε μια δικαστική απόφαση και πού αρχίζει η προσπάθεια υπονόμευσης της δικαστικής εξουσίας;

– Στον 21ο αιώνα τα δικαστήρια σηκώνουν την ευθύνη του ελέγχου της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Αυτό σημαίνει ότι η δίκη, σε μεγάλες υποθέσεις, δεν έχει μόνο νομικό ενδιαφέρον, αλλά λειτουργεί ως πεδίο αντιπαραθέσεων που πυροδοτεί δημόσια συζήτηση στον Τύπο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ. Στη δημοκρατία όλοι έχουν το δικαίωμα οξύτατης κριτικής των δικαστικών αποφάσεων. Οι δικαστές, σε αυτό το πολύβουο περιβάλλον, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να παρουσιάζουν με ανακοίνωση και με κατανοητό τρόπο την απόφαση. Δεν μπορούν να κάνουν διάλογο. Ετσι, οι συμμετέχοντες στον δημόσιο διάλογο μπορούν να λένε ό,τι θέλουν χωρίς αντίλογο.

– Μπορεί να υπάρξει πραγματική λογοδοσία των δικαστικών λειτουργών χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανεξαρτησία τους; Ποια κενά εντοπίζετε σήμερα στους μηχανισμούς αξιολόγησης και ελέγχου στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης;

– Η λογοδοσία δεν αφορά μόνο το δικαστικό σύστημα, αλλά είναι ένα από τα μείζονα ζητήματα της σύγχρονης δημοκρατίας. Για τη Δικαιοσύνη, στην καρδιά της λογοδοσίας βρίσκεται η αξιολόγησητων δικαστών για την ποιότητα και την ποσότητα του έργου τους. Δυστυχώς, στη χώρα μας η αξιολόγηση δεν αποτελεί μέρος της κουλτούρας της κοινωνίας. Η νομοθεσία για τους δικαστές έχει περιλάβει διατάξεις για ουσιαστική αξιολόγηση. Ομως δεν αρκούν οι κανόνες δικαίου· απαιτείται οι αξιολογητές να τους δώσουν πνοή. Είναι δύσκολο να αλλάξει η νοοτροπία ανθρώπων μεγαλωμένων σε μια κοινωνία στην οποία η κακώς νοούμενη επιείκεια οδηγεί σε εξίσωση όλων προς τα πάνω. Υπάρχει η αντίληψη ότι η είσοδος στο σώμα σημαίνει ανεμπόδιστη εξέλιξη μέχρι την κορυφή με βάση την αρχαιότητα. Αυτήν την εσφαλμένη αντίληψη την πληρώνουμε όλοι.

μιχάλης-πικραμένος-δεν-έχει-κουλτούρ-564325333

– Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα. Εχετε θέσει ως στόχο τη μείωση του χρόνου εκδίκασης των υποθέσεων στο ΣτΕ στα δύο χρόνια. Πόσο εφικτός είναι αυτός ο στόχος;

– Ο άνθρωπος έχει συνηθίσει σε ταχύτατους ρυθμούς ικανοποίησης των προσωπικών αναγκών του, κυρίως χάρη στην τεχνολογία. Από την άλλη, οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου σημαίνουν δαπάνη χρόνου για την περαίωση μιας δίκης. Να προστεθεί ότι η δικαστική εργασία απαιτεί μελέτη και στοχασμό. Εχουμε, λοιπόν, διάσταση στην αντίληψη του χρόνου. Αλλος ο χρόνος ικανοποίησης προσωπικών αναγκών, άλλος ο χρόνος του δικάζειν. Αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν θα είναι ικανοποιημένοι οι πολίτες από τον δικαστικό χρόνο. Προσπαθούμε να μειώσουμε τους χρόνους· έχουμε κατέβει στις 950 ημέρες για την περαίωση υπόθεσης, με στόχο τις 720 ημέρες, που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος. Εμπόδιο αποτελεί ο μεγάλος αριθμός δυσχερών υποθέσεων, καθώς ο δικαστής καλείται να τιθασεύσει μια τεράστια ύλη ερμηνεύοντας πολλούς κανόνες. Η παραδοσιακή αντίληψη των δικαστών είναι ότι ενδιαφέρει μόνο η ποιότητα. Ο δικαστής, όμως, οφείλει να συνδυάζει ποιότητα και τήρηση εύλογου χρόνου.

– Οι δικαστικές αποφάσεις για ζητήματα με έντονο πολιτικό αποτύπωμα, από τις δημόσιες πολιτικές έως τα δικαιώματα των πολιτών, συχνά προκαλούν αντιδράσεις. Πώς μπορεί το ΣτΕ να διασφαλίζει τον έλεγχο της νομιμότητας των κυβερνητικών επιλογών χωρίς να κατηγορείται ότι ασκεί πολιτική;

– Η δίκη, τουλάχιστον για τις μεγάλες υποθέσεις, μεταφέρεται στην κοινωνικοπολιτική αντιπαράθεση και το δικαστήριο αναλαμβάνει φορτία που δεν του αναλογούν, διότι, κατά το Σύνταγμα, δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα των ρυθμίσεων, ούτε επιτρέπεται να υποκαθιστά την κυβέρνηση και τη Βουλή. Αυτό δεν γίνεται αντιληπτό από την κοινή γνώμη.

Από τη δεκαετία του ’80, που εισήλθα στο ΣτΕ, συμβαίνει η ίδια ιστορία: όταν μεγάλες δημόσιες πολιτικές κρίνονται συνταγματικές, το δικαστήριο κατηγορείται από τους αντιπολιτευομένους ότι ευθυγραμμίζεται με τις επιλογές της κυβέρνησης· όταν τις κρίνει αντισυνταγματικές, επιδοκιμάζεται από τους ίδιους για την ανεξαρτησία του. Η αφετηρία είναι κατά βάσιν ιδεολογική και πολιτική.

Το δικαστήριο έχει υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις και η επιστήμη να κρίνει την αιτιολογία. Αν ο δημόσιος διάλογος διεξαγόταν με τη νομική κοινότητα να δίνει το παράδειγμα της τεκμηριωμένης κριτικής, χωρίς να αντιμετωπίζει την απόφαση με όρους πολιτικούς, είναι βέβαιο ότι η κοινή γνώμη θα είχε καλύτερη εικόνα της λειτουργίας του δικαστηρίου.

– Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης και γενικότερα των νέων τεχνολογιών στο έργο των δικαστών;

– Η επίδραση των νέων τεχνολογιών εξελίσσεται σε τρία επίπεδα: στο πρώτο θα λειτουργήσει θετικά, βοηθώντας τους δικαστές στη συλλογή του υλικού. Σε δεύτερο επίπεδο μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά, αν αφήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη να υποκαταστήσει τον άνθρωπο, με συνέπεια να γίνουμε όμηροι των μηχανών. Το τρίτο επίπεδο είναι ανησυχητικό. Η κοινωνικοποίηση των νεότερων γενεών μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της διαρκούς επαφής με τις οθόνες οδηγεί τον άνθρωπο σε γνωστική ατροφία, μειώνει τη στοχαστική ικανότητα, εξασθενεί τη δημιουργική σκέψη. Μια τέτοια μεταβολή της ανθρώπινης ύπαρξης αλλάζει δραματικά την πορεία του κόσμου.

– Επειτα από δεκαετίες στη Δικαιοσύνη και έχοντας πλέον την ευθύνη του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη αδυναμία του ελληνικού δικαστικού συστήματος και ποια αλλαγή θα θέλατε να συντελεστεί;

– Οι αδυναμίες του δικαστικού συστήματος είναι αντανάκλαση παθογενειών της κοινωνίας. Οι δικαστές, όπως όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί, είναι δημιουργήματα μιας κοινωνίας που έχει το δικό της αξιακό σύστημα και ριζωμένες αντιλήψεις. Το κυριότερο πρόβλημα της Δικαιοσύνης, αλλά και του κράτους, είναι ότι τα πρόσωπα παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι πρέπει στη λειτουργία των θεσμών. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης υπάρχουν αυτοματισμοί, καλές πρακτικές, υπεύθυνες ιεραρχίες που διασφαλίζουν ποιότητα στο κράτος. Εδώ η απόδοση των θεσμών συναρτάται με τα πρόσωπα. Δεν είναι εύκολο να αλλάξουν νοοτροπίες ριζωμένες. Εχω κατά νουν αυτό που έγραψε ο Σκοτ Φιτζέραλντ στην «Κατάρρευση»: «Να βλέπεις ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και ωστόσο να είσαι αποφασισμένος να κάνεις κάτι. Αυτή η φιλοσοφία ταιριάζει στην ενήλικη ζωή μου».

– Θεωρείτε ότι μια εκδήλωση όπως αυτή της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, με θέμα τη συμπεριφορά δικηγόρων απέναντι σε δικαστικούς λειτουργούς, συμβάλλει στην επίλυση προβλημάτων ή μπορεί να οξύνει τις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών;

– Ζούμε σε παράξενη εποχή, στην οποία οι πολίτες προσδοκούν πολλά από τη Δικαιοσύνη και ταυτόχρονα την αμφισβητούν. Επακόλουθο του ζεύγματος «προσδοκία – αμφισβήτηση» είναι η δημιουργία εντάσεων στα δικαστήρια. Αυτά τα φαινόμενα δεν αντιμετωπίζονται με ρήξεις. Αντιμετωπίζονται με διάλογο που αφοπλίζει την πόλωση.

Οι αδυναμίες του δικαστικού συστήματος είναι αντανάκλαση παθογενειών της κοινωνίας. Οι δικαστές, όπως όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί, είναι δημιουργήματα μιας κοινωνίας που έχει το δικό της αξιακό σύστημα και ριζωμένες αντιλήψεις.

– Οι έρευνες κοινής γνώμης καταγράφουν σοβαρό έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Γνωρίζουμε ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες της δυσπιστίας;

– Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν εργαλεία για σχεδιασμό πολιτικών που ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη μόνο αν έχουν ποιοτικά στοιχεία που δοκιμάζονται σε ικανό δείγμα ατόμων. Είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στη δημοσκόπηση το δικαστήριο που ερευνάται. Μια έρευνα για το σύνολο της Δικαιοσύνης προσφέρει εσφαλμένη εικόνα. Για παράδειγμα, για το ΣτΕ θα βοηθούσε έρευνα στην οποία θα επιλέγονταν πρόσωπα που είχαν επαφή με το δικαστήριο, με ερώτημα, μεταξύ άλλων, ποιο αποτέλεσμα είχε η δίκη. Για όσους δεν είχαν επαφή με το δικαστήριο, ενδιαφέρον έχει ποια είναι η πηγή πληροφόρησής τους (ΜΜΕ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κόμματα).

– Ποια τελικά είναι η ουσία της δικαστικής ανεξαρτησίας;

– Ο Επίκτητος λέει ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος όταν ακολουθεί με πίστη τις αξίες, τις αρχές, τις επιθυμίες του. Υποδουλώνεται όταν έχει κατά νουν να ευχαριστήσει τους άλλους και να αποκτήσει καλή φήμη. Η ουσία της ανεξαρτησίας του δικαστή είναι η απελευθέρωση, κατά το δυνατόν, από εσωτερικές εξαρτήσεις.