Φόρτωση Text-to-Speech…
Ο μέσος ποδοσφαιρόφιλος γνωρίζει από καλά έως πολύ καλά τη συντριπτική πλειονότητα των παικτών που κέρδισαν τη Χρυσή Μπάλα. Τους μεν παλαιότερους γιατί είναι θρύλοι του αθλήματος, π.χ. Ντι Στέφανο, Γιασίν, Εουσέμπιο, Μπεστ, Ριβέρα, Μίλερ, Κρόιφ, Μπεκενμπάουερ, Κίγκαν, τους δε νεότερους επειδή έχει φρέσκα τα κατορθώματα που τους οδήγησαν σ’ αυτή την κορυφή, π.χ. Ροναλντίνιο, Καναβάρο, Κακά, Μόντριτς, Ρόδρι, Ντεμπελέ.
Ανάμεσά τους, εκεί στη σκιά, βρίσκονται και κάποιοι νικητές λιγότερο γνωστοί που έτυχε, έστω για μία χρονιά, να είναι τόσο εξόφθαλμα εντυπωσιακοί που ήταν αδύνατον να τους αγνοήσεις.
Γιόζεφ Μάζοπουστ – 1962
Ο Τσεχοσλοβάκος αριστερός χαφ της Ντούκλα Πράγας με το νούμερο 6 στην πλάτη κέρδισε το βραβείο του Ευρωπαίου Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς (έτσι ονομαζόταν τότε) στα 31 του, κυρίως λόγω των εκπληκτικών εμφανίσεών του στο Μουντιάλ της Χιλής, στο οποίο οδήγησε την εθνική ομάδα της χώρας του μέχρι τον τελικό, όπου ηττήθηκε με 3-1 από τη Βραζιλία (ο ίδιος έκανε το 0-1 στο 15ο λεπτό).
Στην ψηφοφορία εκείνης της χρονιάς συγκέντρωσε 65 βαθμούς, αφήνοντας πίσω του τον Εουσέμπιο με 53 και τον Καρλ-Χάιντς Σνέλινγκερ της Κολωνίας με 33.
Φλόριαν Αλμπερτ – 1967
Γνωστός με το προσωνύμιο «Αυτοκράτορας», ο Ούγγρος σέντερ φορ έγινε θρύλος της Φερεντσβάρος, στην οποία πέρασε όλη του την καριέρα (από το 1958 μέχρι το 1974), αγωνιζόμενος σε 409 παιχνίδια και πετυχαίνοντας 294 γκολ. Με την εθνική του αναδείχθηκε καλύτερος νέος παίκτης στο ΠΚ του 1962, ενώ ήταν μέλος της καλύτερης ενδεκάδας στο ΠΚ του 1966. Τη χρονιά που κατέκτησε τη Χρυσή Μπάλα σκόραρε 38 φορές σε 40 αγώνες.
Στην ψηφοφορία εκείνης της χρονιάς συγκέντρωσε 68 βαθμούς, αφήνοντας πίσω του τον Μπόμπι Τσάρλτον με 40 και τον Τζίμι Τζόνστον της Σέλτικ με 39.
Αλαν Σίμονσεν – 1977
Είναι ο πρώτος Δανός που κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα, σε μια εποχή που οι Σκανδιναβοί δεν μετρούσαν ακόμα ιδιαίτερα στο διεθνές ποδοσφαιρικό στερέωμα. Στο τέλος της σεζόν 1976-77 ο Σίμονσεν ολοκλήρωσε μια εντυπωσιακή τριετία στην Μπουντεσλίγκα με τη φανέλα της Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ, κατά τη διάρκεια της οποίας κέρδισε ισάριθμα πρωταθλήματα, με τον ίδιο να σκοράρει στο διάστημα αυτό 68 γκολ σε 137 παιχνίδια, παρότι αγωνιζόταν κυρίως ως δεξιός μεσοεπιθετικός. Το 1977 μάλιστα οδήγησε την ομάδα του στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (σκόραρε κιόλας εκεί), στο οποίο ηττήθηκε με 3-1 από τη Λίβερπουλ.
Η ψηφοφορία εκείνης της χρονιάς ήταν ντέρμπι. Ο Σίμονσεν επικράτησε συγκεντρώνοντας 74 βαθμούς, αφήνοντας πίσω του τον Κέβιν Κίγκαν με 71 και τον Μισέλ Πλατινί με 70.
Ιγκόρ Μπελάνοφ – 1986
Βασικό μέλος της «υπερηχητικής» Ντινάμο Κιέβου του Βαλερί Λομπανόφσκι, η οποία εκείνη τη σεζόν κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων, επικρατώντας στον τελικό της Ατλέτικο Μαδρίτης με 3-0. Ο βασικός λόγος, όμως, που ο Σοβιετικός σέντερ φορ κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα εκείνης της χρονιάς ήταν τα τέσσερα γκολ που πέτυχε και οι έξι ασίστ που μοίρασε στα μόλις τέσσερα παιχνίδια που έδωσε η Σοβιετική Ενωση στο ΠΚ του 1986, πριν αποκλειστεί στους «16» από το Βέλγιο στην παράταση με 3-4.
Στην ψηφοφορία εκείνης της χρονιάς συγκέντρωσε 84 βαθμούς, αφήνοντας πίσω του τον Γκάρι Λίνεκερ με 62 και τον Εμίλιο Μπουτραγκένιο με 59.
Ματίας Ζάμερ – 1996
Μετά από οκτώ χρόνια επαγγελματικής καριέρας ως αμυντικός μέσος σε Δυναμό Δρέσδης, Στουτγκάρδη και Ιντερ, ο Ζάμερ μεταγράφεται στην Ντόρτμουντ το 1993 και την επόμενη χρονιά ο Οτμαρ Χίτζφελντ αποφασίζει να του αλλάξει θέση και να τον κάνει λίμπερο στα 27 του. Το αποτέλεσμα είναι δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα για την Ντόρτμουντ, το 1995 και το 1996. Αμέσως μετά ο Ζάμερ κάνει πράματα και θάματα στο Euro του 1996, σκοράρει δύο φορές στην πορεία της εθνικής Γερμανίας προς την κατάκτηση του τροπαίου (2-1 στην παράταση, κόντρα στην Τσεχία), αναδεικνύεται καλύτερος παίκτης του τουρνουά και η Χρυσή Μπάλα είναι δική του.
Η ψηφοφορία της χρονιάς εκείνης κρίθηκε στον πόντο. Ο Ζάμερ συγκέντρωσε 144 βαθμούς, έναντι 143 του Ρονάλντο (του ορθόδοξου) και 107 του Αλαν Σίρερ.