Υπάρχουν ταραξίες χωρίς αιτία;

Φωνές από τη ∆εξιά έως την Αριστερά υψώνονται για να καταγγείλουν τις πράξεις λεηλασίας και καταστροφής. Εκατοντάδες βίντεο κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δείχνουν απελπισμένους καταστηματάρχες, κάποιες φορές με δάκρυα στα μάτια, μπροστά στα μαγαζιά τους από τα οποία δεν έχει απομείνει τίποτα.

Απέναντι σε αυτές τις εικόνες ακούγονται κυρίως δύο ειδών λόγοι.

Ο πρώτος, που κυριαρχεί, καταδικάζει με σφοδρότητα τους ταραξίες, που αποκαλούνται «μπαχαλάκηδες», και ζητάει να τους επιβληθούν οι αυστηρότερες δυνατές ποινές. Αυτοί οι μπαχαλάκηδες, υποτίθεται, βύθισαν τη Γαλλία «στο χάος» και με τις πράξεις τους στόχευσαν τη δημοκρατία στο σύνολό της. Είναι ο λόγος της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς, αλλά και των σοσιαλιστών, που είναι πάντα πρόθυμοι να υιοθετούν τη φρασεολογία της κυβέρνησης, από φόβο μήπως δεν φανούν αρκετά αξιοσέβαστοι.

Ο δεύτερος λόγος επιμένει ότι αυτοί οι «μπαχαλάκηδες» «δεν έχουν καμία σχέση» με τις διαδηλώσεις. Οτι, δυστυχώς, βλάπτουν το κοινωνικό κίνημα που βρίσκεται σε εξέλιξη και του δίνουν κακή εικόνα. Οτι η Ακροδεξιά, όπως ήδη κάνει, θα εκμεταλλευθεί αυτά τα γεγονότα για να ζητήσει τάξη και καταστολή.

Τα όρνεα της Ακροδεξιάς πράγματι δεν περιμένουν τίποτε άλλο από τα πτώματα των πυρπολημένων μαγαζιών και τα απομεινάρια των απανθρακωμένων στάσεων λεωφορείων για να θρέψουν τον αποκρουστικό λόγο τους. Αυτό το έχει συνειδητοποιήσει ένα μέρος της Αριστεράς και γι’ αυτό η Αριστερά αυτή επιμένει ότι οι ταραχές, οι μπαχαλάκηδες και οι πλιατσικολόγοι δεν έχουν καμία σχέση με το κοινωνικό κίνημα.

Ολοι αυτοί οι λόγοι, όμως, έχουν κάτι κοινό: φέρονται σαν να ήταν πραγματική αυτή η οντότητα, «οι μπαχαλάκηδες». Αυτή η ανάλυση χωρίζει τον πληθυσμό σε δύο κατηγορίες. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι αυθεντικοί διαδηλωτές, που τους κινεί πολιτικός θυμός και που η κοινωνική τους θέση τούς οδηγεί να δράσουν. Από την άλλη βρίσκονται μεμονωμένα άτομα, απλώς συναθροισμένα, που τα καθοδηγούν μόνο πάθη καταστροφής και αταξίας.

Πώς όμως να μη δει κανείς ότι όσοι έσπαγαν και λεηλατούσαν το περασμένο Σαββατοκύριακο είχαν όλοι κάτι οικείο; Οτι όλοι τους –ή τουλάχιστον η συντριπτική τους πλειονότητα– έμοιαζαν να προέρχονται από λαϊκά στρώματα; Οτι φορούσαν τα ρούχα, τα καπέλα και τα αθλητικά παπούτσια αυτών των στρωμάτων;

Πώς να μη δει κανείς ότι ήταν σε μεγάλο βαθμό άνδρες, μαύροι και Αραβες; Οτι ήταν από εκείνους που η γαλλική κοινωνία εδώ και δεκαετίες στοιβάζει σε ανθυγιεινές εργατικές πολυκατοικίες και καταδικάζει στη φτώχεια; Από εκείνους για τους οποίους επιφυλάσσονται υποβαθμισμένα σχολεία, γεμάτα αρουραίους ή κατσαρίδες;

Το γεγονός ότι οι ταραξίες φαίνεται να προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από το ίδιο κοινωνικό στρώμα θα έπρεπε να αρκεί για να καταλάβουμε ότι πάντα ένα ορισμένο περιβάλλον και επομένως ορισμένες συνθήκες ζωής γεννούν ορισμένες συμπεριφορές. Δεν πρόκειται για ατομικές αποφάσεις να σπάσει και να καταστρέψει κανείς. Πρόκειται για μια κοινωνική διαμόρφωση που ωθεί τους ανθρώπους να δράσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Το λέω: κι εγώ λυπάμαι και νιώθω συμπόνια όταν βλέπω καταστηματάρχες να κλαίνε μπροστά στο κατεστραμμένο μαγαζί τους. Αυτή η συμπόνια, όμως, δεν πρέπει να μας εμποδίσει να αναρωτηθούμε σε βάθος τι σημαίνει αυτή η βία. Το να κατανοήσουμε γιατί κάποιοι καταστρέφουν δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε τον πόνο όσων υφίστανται τις καταστροφές. Σημαίνει ότι αρνούμαστε να θεωρήσουμε αυτόν τον πόνο επαρκή λόγο για να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε, σαν ο πόνος των μεν να έπρεπε αναγκαστικά να μας τυφλώνει απέναντι στον πόνο των δε.

Το γεγονός ότι όσοι έσπαγαν και λεηλατούσαν έμοιαζαν να προέρχονται από λαϊκά στρώματα, που η γαλλική κοινωνία στοιβάζει σε ανθυγιεινές πολυκατοικίες και καταδικάζει στη φτώχεια, αρκεί για να καταλάβουμε ότι ορισμένες συνθήκες ζωής γεννούν ορισμένες συμπεριφορές.

Πώς η κοινωνική οδύνη και η κοινωνική βία ωθούν ορισμένα άτομα να έχουν τη βία ως μόνη τους γλώσσα; Πώς συνέβαλαν σε αυτό η φτωχοποίηση του γαλλικού πληθυσμού, η περικοπή των κοινωνικών επιδομάτων, η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών, η εγκατάλειψη και η δίωξη των λαϊκών τάξεων από τις κυβερνήσεις του Μακρόν και τις προηγούμενες; Πώς έκαναν το σπάσιμο και τη λεηλασία για κάποιους τον μόνο δυνατό δρόμο;

Βεβαίως, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες. Ενας είναι η αρρενωπότητα: οι λεηλασίες έγιναν από άνδρες και γυναίκες, αλλά οι καταστροφές ήταν σχεδόν αποκλειστικά έργο ανδρών. Αλλοι είναι η κουλτούρα ή ο εκθειασμός της βίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η γοητεία του χρήματος και της κατανάλωσης. Το ερώτημα, όμως, θα παρέμενε το ίδιο. Γιατί αυτές οι αναπαραστάσεις, αυτές οι πρακτικές, αυτοί οι τρόποι συμπεριφοράς βρίσκουν τόσο μεγάλη απήχηση σε ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα και όχι σε άλλα; Γιατί η βία λαμβάνει αυτή τη μορφή, σε αυτά τα άτομα, αυτή τη στιγμή;

Μια πράξη, μια δράση, δεν είναι ποτέ κάτι που ένα άτομο αποφασίζει μόνο του. Μια βίαιη πράξη δεν είναι ποτέ ένα άτομο, ούτε καν μια ομάδα ατόμων, που ξυπνούν το πρωί και αποφασίζουν: «Για να δούμε, σήμερα θα κάνω κάτι βίαιο».

Τη μέρα που θα δούμε παιδιά από τις καλές γειτονιές, φοιτητές του Sciences Po ή του HEC, με λευκά πουκάμισα και γυαλισμένα παπούτσια, να σπάνε βιτρίνες και να λεηλατούν σούπερ μάρκετ, ίσως τότε να μπορέσουμε να αρχίσουμε να πιστεύουμε στις θεωρίες της ευθύνης και της ατομικής δράσης. Οσο όμως οι ίδιες συμπεριφορές εμφανίζονται σχεδόν πάντα στις ίδιες κατηγορίες πληθυσμού, στις ίδιες περιοχές, στις ίδιες ομάδες ανδρών, θα πρέπει να παραδεχθούμε κάτι. Κάτι στην οργάνωση της κοινωνίας μας κάνει αυτές τις συμπεριφορές πιο πιθανές από άλλες.

Αν μαθητές διαδηλώνουν και κάνουν καταλήψεις στα σχολεία τους, θα πούμε πρόθυμα ότι το πλαίσιο και η κατάσταση τους καθόρισαν.

Αν όμως αυτοί που διαμαρτύρονται βάζοντας φωτιά σε κτίρια, σπάζοντας βιτρίνες και λεηλατώντας καταστήματα είναι νεαροί άνδρες ή γυναίκες από τις λαϊκές γειτονιές, τότε ξαφνικά ο συλλογισμός σταματάει. Δεν είναι πια το προϊόν μιας ιστορίας, μιας κοινωνικής τάξης, ενός τόπου, μιας ανατροφής, μιας σχέσης με την αστυνομία, με το χρήμα και με την κατανάλωση. Γίνονται άτομα χωρίς αιτίες, χωρίς παρελθόν, χωρίς καθορισμούς. Τους αποδίδουμε μια καθαρή βούληση, μια σχεδόν έμφυτη κακία.

Το πρόβλημα αυτής της αντίληψης, που αφαιρεί από τους ταραξίες κάθε κοινωνική διάσταση, είναι ότι μας εμποδίζει να αντιληφθούμε την κοινωνική, εκφραστική και πολιτική πτυχή της δράσης τους. Το ζήτημα δεν είναι ηθικό. Δεν είναι να κρίνουμε αν αυτό που κάνουν είναι σωστό ή όχι. Το ζήτημα είναι πολιτικό: γιατί το κάνουν και τι λένε οι πράξεις τους για την κατάσταση της Γαλλίας και για την κοινωνική βία σήμερα;

Τα γεγονότα που συμβαίνουν στη Γαλλία τις τελευταίες ημέρες είναι εξαιρετικά πολύπλοκα. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα κατανοώ, ούτε ότι ξέρω πώς να τα λύσω. Πιστεύω όμως ότι δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια σε ορισμένα ζητήματα. Είναι κεφαλαιώδους σημασίας για να κατανοήσουμε τον τόσο δικαιολογημένο θυμό που αναστατώνει τη χώρα εδώ και αρκετές εβδομάδες.

*Ο κ. Εντουάρ Λουί είναι συγγραφέας. Τα βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδ. Αντίποδες.