Φόρτωση Text-to-Speech…
Δύο ποτηράκια μπράντι είναι στο τραπέζι του μπιστρό κι ένα πακέτο τσιγάρα. Ενα ζευγάρι μεσήλικες σιγοπίνουν και καπνίζουν, κουβεντιάζοντας. Πίσω τους, στα είκοσι μέτρα, καίγεται το Παρίσι.
Το σύντομο βίντεο έγινε βάιραλ. Τι να σημαίνει άραγε η τόση αμεριμνησία; Να ανάβουν οι φωτιές δίπλα σου και να μη σε μέλει; Πολλοί το είδαν σαν κοινωνική αναισθησία. Τίποτε δεν μπορεί να ταράξει την ιδιωτεία της γενιάς που έχει μάθει να τα έχει όλα και δεν αισθάνεται ότι την απειλεί τίποτα. Ομως, αυτόν τον βίο δεν θέλουν όλοι; Αν υπάρχει κάτι να διασωθεί στη Γαλλία, έπειτα από τόσους αιώνες όχι πάντα αναίμακτης δημοκρατίας, δεν είναι η «joie de vivre» – να μπορείς να χαίρεσαι τη ζωή, το βράδυ στην πόλη, ήρεμα, πίνοντας και συζητώντας; Γι’ αυτό δεν πολέμησαν οι Γάλλοι;
Το πρόβλημα είναι μάλλον ότι τείνει να χαθεί η δυνατότητα αυτής της ζωής. Οι διαδηλωτές δεν φαντάζονται ότι θα ζήσουν έτσι. Το σύνθημά τους λέει «Bismillah, c’est les ténèbres». Κάτι σαν «άγιος ο Θεός» στην καθομιλουμένη του Ισλάμ· «παίζει φάση σκοτάδια». Το μήνυμα εμφανίστηκε στο Snapchat και έκανε μπαμ: κάποιος προσπαθούσε αδέξια να μιλήσει τη γλώσσα των νέων, υποδυόμενος τον μουσουλμάνο. Αυτός ο κάποιος ήταν μάλλον Ασφαλίτης του Διαδικτύου. Η ιδιοφυΐα του συνθήματος έγκειται στο γεγονός ότι υιοθετεί και επιστρέφει τη στρεβλή εικόνα που έχει το σύστημα για τους αμφισβητίες του. Παίρνει το χάσμα της ασυνεννοησίας και το μεταφράζει σε σύμβολο, που δεν έχει ανάγκη το νόημα.
«Κάτω από το πλακόστρωτο, η παραλία», έγραφαν οι τοίχοι στους ίδιους δρόμους τον Μάιο του 1968. Ούτε τότε το συμπαγές νόημα ενός πολιτικού προγράμματος ήταν το ζητούμενο. Αλλά υπάρχει μια φαντασιακή μετατόπιση από την ουτοπία στη δυστοπία. Τότε, κάτω από τους λίθους που ξήλωναν οι διαδηλωτές, προσδοκούσαν ότι υπάρχει μια άμμος για να δεξιωθεί τη μετεπαναστατική αταραξία τους. Τώρα, στο μέλλον καραδοκούν τα σκοτάδια.
Η εικόνα του ανοιχτού μπιστρό στη μέση της φλεγόμενης πόλης συνοψίζει και τη δικαίωση της επιθυμίας του ’68 και τον άγουρο φαταλισμό της γενιάς που βλέπει τη φάση της πιασμένη στη θηλιά του μηδενός.
Τι έχει αλλάξει; Εχει αλλάξει η σχέση με την εκπαίδευση. Οι μαθητές διαμαρτύρονται για τις υποδομές, αλλά δεν είναι μόνο τα κτίρια και η έλλειψη προσωπικού που τους αποξενώνουν από το σχολείο. Κανένα σχολείο δεν μπορεί να είναι ενδιαφέρον για τα μυαλά που έχουν εθιστεί στο κατακλυσμιαίο ερέθισμα της οθόνης. Μέσα στο περιβάλλον της ψηφιακής πραγματικότητας, κανένα σχολείο δεν μπορεί να μην είναι βαρετό.
Τι άλλο έχει αλλάξει; Εχει διαρραγεί η σχέση του εργαζομένου με την εργασία του. Η δουλειά δεν είναι πια κάτι που είσαι – «είμαι δάσκαλος», «είμαι δημόσιος υπάλληλος». Είναι κάτι που κάνεις χωρίς προοπτική. Ακόμη κι αν σε αμείβει άνω του μέσου όρου, δεν έχει νόημα να επενδύσεις σε αυτήν. Οι αμοιβές είναι τόσο χαμηλές, σε σχέση με το κόστος ζωής, που καμία «σταδιοδρομία» δεν μπορεί να εγγυηθεί κοινωνική ανέλιξη. Εκλείπει έτσι και το κίνητρο ψυχικής επένδυσης στην εργασία. Γιατί να ανεχθείς περιβάλλοντα με ιεραρχική δομή, όπου είσαι υποχρεωμένος να ακολουθείς οδηγίες; Γιατί να μην εκλαμβάνεις κάθε διευθυντική επιβολή ως εμπειρία «κακοποιητική»; Γιατί να μην προτιμάς να δουλεύεις περιστασιακά, μόνο χρησιμοθηρικά, από το σπίτι;
Μπισμιλάχ. Ο γυμνός σαρκασμός –στα όρια της απάλειψης του νοήματος– μπορεί να είναι και το τελευταίο επαναστατικό καταφύγιο. «Λογικά» και «συγκροτημένα» μιλούν πλέον οι μηχανές. Αυτές που λένε ότι θα κάνουν περιττή την εργασία και τους μέλλοντες εργαζομένους. Η φράση «καλή πρόοδος» μόνο σαν ξεκούδουνο ξόρκι –μπισμιλάχ– μπορεί πλέον να ακουστεί. Τι παίζει; Σκοτάδια μόνο.
Παράδοξα
Είδες πώς γίνεται; Η Αριστερά εμφανίζεται σήμερα αντισημιτική, ενώ η Ακροδεξιά δεν τσιγκουνεύεται τα εγκώμια για το εβραϊκό –και ισλαμοφαγικό– κράτος του Ισραήλ. Το παράδοξο δεν είναι νέο. Η ιδέα του εξορισμού των Εβραίων από την Ευρώπη και η «συγκέντρωσή» τους σε ένα μακρινό τόπο ήταν εξαρχής ένα σημείο οξύμωρης σύμπτωσης του αντισημιτισμού με τον σιωνισμό: Αμφότεροι επιδίωκαν την απόσπαση των Ευρωπαίων Εβραίων από τις εστίες τους, οι μεν ως εκκαθάριση, οι δε ως χειραφέτηση. Ο Μαρκ Μαζάουερ, στο βιβλίο του για τον αντισημιτισμό, αντιγράφει ένα άρθρο του 1965 από τη γαλλική ακροδεξιά εφημερίδα «Ριβαρόλ»: «Οι πιο άτεγκτοι αντισημίτες» θα έπρεπε να επιδοκιμάζουν την ιδέα της εγκατάστασης των Εβραίων σε ένα ενιαίο έδαφος. Το Ισραήλ «παραμένει, το 1965, η μόνη χώρα στον κόσμο που ζει σε μια αρμονική σύνθεση εθνικισμού, σοσιαλισμού και ρατσισμού. Ισως αυτό να φαίνεται παράδοξο… [όμως] ορισμένες μισητές αξίες του εθνικοσοσιαλισμού βρήκαν καταφύγιο στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού». Τι είναι, εξήντα χρόνια μετά, το Ισραήλ; Ενα προκεχωρημένο προπύργιο των δυτικών αξιών στη Μέση Ανατολή; Ή η χωματερή τους; Μια πρώτη απάντηση καλούνται να δώσουν μεθαύριο στην κάλπη οι Ισραηλινοί.