Ο φόβος νικιέται (και) επί σκηνής

Φόρτωση Text-to-Speech…

«Εγώ; Εγώ είμαι δασκάλα», λέει στο κοινό ο Θέμης Πάνου. Είναι η πρώτη, λιτή αναφορά, για να αρχίσει ο θεατής να εξοικειώνεται με τη μεταμόρφωση του ηθοποιού σε γυναίκα, στην παράσταση «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα» του ιδίου και της Βίλιας Χατζοπούλου. Κάνει δύο βήματα στη σκηνή και από την τσέπη του βγάζει ένα κοκκινάδι και βάφει τα χείλη του, ένας φόρος τιμής στον Βασίλη Παπαβασιλείου και στην «Ελένη» του – έτσι ξεκινούσε ο μεγάλος Ελληνας σκηνοθέτης τη μνημειώδη πλέον παράστασή του πάνω στο κείμενο του Γιάννη Ρίτσου.

Πρόκειται για δύο συνδηλώσεις της σκηνοθεσίας προτού το 20χρονο κορίτσι από την Κοζάνη ξεκινήσει τη διήγηση της ιστορίας του. Το 1950 διορίζεται σε ένα μονοθέσιο δημοτικό σχολείο στις Κυκλάδες. Η πρώτη της αντίδραση ήταν να διστάσει: «Ηλθε ο διορισμός, να πάω ή όχι; Πολλά τα έξοδα». Τελικά πήγε γιατί ήθελε να φύγει από το σπίτι, να είναι ελεύθερη. Το πρώτο ταξίδι στο νησί το κάνει με τη μητέρα της· φτάνοντας εκείνη λέει στον παπά να προσέχει την κόρη της.

Είναι ακόμη καλοκαίρι, το βουνίσιο κορίτσι ενθουσιάζεται από το κυκλαδίτικο νησί και κολυμπά στη θάλασσα· πρωτόγνωρο θέαμα για τους ντόπιους που έχουν μάθει στην αυστηρή, στερεοτυπική μορφή της δασκάλας.

Τα σχολεία αρχίζουν, ωστόσο ένα ξαφνικό συμβάν ανατρέπει το πρόγραμμα της δασκαλίτσας. Της ζητούν να κάνει μαθήματα και στο δημοτικό σχολείο του απέναντι νησιού, μέχρι να πάει εκεί η καινούργια δασκάλα. Εκείνη δέχεται, αλλά μόνο για το Σαββατοκύριακο, με έναν ψαρά να την πηγαινοφέρνει. Στο απέναντι νησί συναντά έναν μαθητή με προβλήματα λόγου. Η 20χρονη κοπέλα γίνεται μέντορας στο παιδί, το οποίο συνεχώς πάει όλο και καλύτερα. Η συνέχεια επί σκηνής. Η παράσταση πρωτοπαρουσιάστηκε στην οδό Πειραιώς στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, επαναλήφθηκε προ ημερών στον ίδιο χώρο και θα συνεχίσει στο ΚΘΒΕ.

Τα σκηνικά (άμμος, ένα πέτρινο σπίτι, μια κουρτίνα που ανεμίζει από το αεράκι) και οι φωτισμοί της παράστασης αποτυπώνουν το τοπίο και το εκτυφλωτικό φως των Κυκλάδων της δεκαετίας του ’50, την απομόνωση των ανθρώπων, τα βλέμματα στην ανοιχτή γραμμή του ορίζοντα. Οι ήχοι είναι φυσικοί και λιτοί· η ανθρώπινη φωνή, ο λόγος και το τραγούδι, τα βήματα, το σώμα που βυθίζεται στο νερό.

Η ιστορία είναι απλή, μα καθόλου απλοϊκή, και γι’ αυτό σαγηνευτική. Βυθίζεσαι στις εικόνες που φτιάχνει με τον λόγο ο Θέμης Πάνου. «Φοβάσαι όταν είσαι μόνος στη σκηνή. Αλλά βρίσκεις το θάρρος να αντιμετωπίσεις τον φόβο. Αυτό είναι ζωή», μου λέει.

Μέσα στον θεατρικό βόμβο που μας κατακλύζει, ένιωσα την παράσταση ως μια επιστροφή στα θεμελιώδη, στις εργοστασιακές ρυθμίσεις του θεάτρου. Πολύτιμη επιστροφή.