Περισσότερα ρούχα από ποτέ, αλλά γιατί δυσκολευόμαστε να ψωνίσουμε;

Σε ένα παλιό βιομηχανικό κτίριο στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, η Naomi Mishkin κατασκευάζει πουκάμισα από βαμβάκι και μαλλί. Δεν είναι φθηνά, δεν πωλούνται ποτέ με έκπτωση και κατασκευάζονται μόνο κατόπιν παραγγελίας.

Το λευκό βαμβακερό πουκάμισο Oxford της εταιρείας της, Naomi Nomi, κοστίζει 268 δολάρια, ενώ ένα αντίστοιχο από μαλλί μερινός φτάνει τα 338 δολάρια. Η παραγωγή γίνεται στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, λίγα χιλιόμετρα από το εργαστήριό της.

Η επιχειρηματίας, που ίδρυσε την εταιρεία το 2018, έχει επιλέξει ένα μοντέλο που έρχεται σε αντίθεση με τις πρακτικές της παγκόσμιας βιομηχανίας μόδας. Και, όπως αναφέρει το CNN, βρίσκει ολοένα περισσότερους πελάτες οι οποίοι προτιμούν να αγοράζουν λιγότερα αλλά ποιοτικότερα ρούχα.

Η Mishkin υποστηρίζει ότι ο μέσος πελάτης της αγοράζει αρχικά ένα πουκάμισο και επιστρέφει μέσα σε έξι μήνες για άλλα τρία.

Περισσότερα χρήματα, χαμηλότερη ποιότητα

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη λεγόμενη fast fashion. Ακόμη και καθιερωμένες εταιρείες της μεσαίας κατηγορίας αυξάνουν τις τιμές τους, ενώ χρησιμοποιούν φθηνότερα υλικά και περιορίζουν το κόστος παραγωγής.

Σύμφωνα με τον Neil Saunders, διευθύνοντα σύμβουλο λιανικού εμπορίου της GlobalData, οι καταναλωτές εξετάζουν πλέον προσεκτικότερα τη σχέση τιμής και ποιότητας.

«Οι καταναλωτές ενδιαφέρονται περισσότερο να αγοράζουν λιγότερα, αλλά να αγοράζουν σωστά», σημειώνει, προσθέτοντας ότι αξιολογούν τη διάρκεια ζωής ενός ρούχου και πόσες φορές θα μπορέσουν να το φορέσουν.

Η αύξηση του πληθωρισμού δεν τους οδηγεί απαραίτητα σε φθηνότερες μάρκες. Αντίθετα, αρκετοί αναζητούν προϊόντα που θα αντέξουν περισσότερο.

Σε αυτή την κατηγορία απευθύνονται μικρότερες εταιρείες, οι οποίες βρίσκονται ανάμεσα στη μαζική αγορά και την πολυτέλεια. Πρόκειται για ρούχα ακριβότερα από εκείνα των μεγάλων αλυσίδων, αλλά φθηνότερα από τις δημιουργίες των οίκων υψηλής μόδας.

Από 12 ρούχα τον χρόνο σε 68

Η αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες είναι εντυπωσιακή.

Το 1980, ο μέσος Αμερικανός αγόραζε 12 έως 14 είδη ένδυσης τον χρόνο. Μέχρι το 2018, ο αριθμός είχε αυξηθεί στα 68, σύμφωνα με την Dana Thomas, συγγραφέα του βιβλίου Fashionopolis.

Την ίδια περίοδο, οι τιμές των ρούχων ακολούθησαν εντελώς διαφορετική πορεία από εκείνες των περισσότερων καταναλωτικών αγαθών.

Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού Bureau of Labor Statistics, οι τιμές ένδυσης στις ΗΠΑ το 2024 βρίσκονταν ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το 1994.

Η επέκταση της fast fashion, η μεταφορά της παραγωγής σε χώρες με χαμηλότερο εργατικό κόστος και η συνεχής κυκλοφορία νέων συλλογών συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτής της αγοράς.

Όπως εξηγεί η Thomas, τα φθηνά ρούχα έχουν πραγματικό κόστος, το οποίο συχνά μεταφέρεται στους εργαζομένους της αλυσίδας παραγωγής.

100 δισεκατομμύρια ρούχα και αξεσουάρ κάθε χρόνο

Η παγκόσμια παραγωγή ενδυμάτων διπλασιάστηκε μεταξύ 2000 και 2014, σύμφωνα με έρευνα της McKinsey. Στο ίδιο διάστημα, ο αριθμός των ρούχων που αγόραζε κάθε καταναλωτής αυξήθηκε κατά 60%.

Σήμερα, η βιομηχανία μόδας εκτιμάται ότι παράγει περίπου 100 δισεκατομμύρια ρούχα και αξεσουάρ ετησίως.

Πρόκειται πάντως για εκτίμηση, καθώς οι εταιρείες δεν υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τον συνολικό όγκο παραγωγής τους ούτε πόσα από τα προϊόντα τους καταλήγουν σε χώρους απόρριψης.

Την ίδια στιγμή, περίπου το 60% των νέων ρούχων περιέχει κάποια μορφή πλαστικού, όπως πολυεστέρα, ακρυλικό ή νάιλον. Τα υλικά αυτά είναι φθηνότερα από το βαμβάκι και το λινό, αλλά δεν βιοδιασπώνται φυσικά.

Η χρήση τους δεν είναι απαραίτητα προβληματική σε όλες τις κατηγορίες ένδυσης, καθώς έχουν πρακτικά πλεονεκτήματα, ιδιαίτερα στον αθλητικό και υπαίθριο εξοπλισμό. Ωστόσο, η ευρεία αντικατάσταση φυσικών υφασμάτων με φθηνότερα συνθετικά αποτελεί έναν από τους βασικούς τρόπους περιορισμού του κόστους.

Η δυσαρέσκεια των καταναλωτών

Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πληθαίνουν οι αναρτήσεις καταναλωτών που καταγγέλλουν ότι γνωστές εταιρείες έχουν υποβαθμίσει την ποιότητα των προϊόντων τους.

Η Rachael Brownfield, στέλεχος διαφήμισης από την Τάμπα, καταγράφει στο TikTok παραδείγματα ρούχων από εταιρείες όπως οι Madewell και Anthropologie, επισημαίνοντας τη χρήση συνθετικών υφασμάτων και τις υψηλές τιμές.

Οπως λέει, ένας καταναλωτής μπορεί πλέον να πληρώσει 200 δολάρια για ένα κακοφτιαγμένο ρούχο από συνθετικά υλικά.

Παράλληλα, οι συνεχείς νέες συλλογές οδηγούν σε συσσώρευση αποθεμάτων, εκπτώσεις και τελικά σε μεγάλες ποσότητες απορριμμάτων.

Για την Thomas, η βιομηχανία έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου οι περικοπές κόστους αρχίζουν να γίνονται ολοένα πιο εμφανείς στην ποιότητα των προϊόντων.

Η Mishkin, από την πλευρά της, επιμένει στην παραγωγή με φυσικά υλικά και στην τοπική κατασκευή, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει υψηλότερες τιμές.

«Οι μοδίστρες μου ζουν στην ίδια πόλη με τους πελάτες μου», εξηγεί, επισημαίνοντας ότι αντιμετωπίζουν και εκείνες τις ίδιες αυξήσεις στο κόστος ζωής.

Πηγή: MoneyReview