Φόρτωση Text-to-Speech…
«Είναι δαίμονας και τρέχει μες στις ερημιές / και ο καθένας μας προσέχει τις κακοτοπιές / δες ξοπίσω του πώς φέρνει φλόγες και στρατούς / και πώς τους λαούς τούς σέρνει μπρος γονατιστούς…».
Με αυτούς τους στίχους και με μια ατμοσφαιρική και δυναμική μελωδία, ξεκινάει το ανέκδοτο –μέχρι πρότινος– τραγούδι «Ενα φάντασμα τη νύχτα», σε μουσική και στίχους Μάνου Χατζιδάκι. Το κομμάτι αποτελεί μέρος του έργου «Οι Παίδες επί Κολωνώ», που γράφτηκε την περίοδο 1977-1978, αλλά είχε μείνει ανολοκλήρωτο. Στη νέα έκδοση, την οποία επιμελήθηκε ο Γιώργος Χατζιδάκις και κυκλοφόρησε χθες –ανήμερα τα γενέθλια του συνθέτη–, περιλαμβάνονται συνολικά 13 τραγούδια. Εξι από αυτά είναι ανέκδοτα, ηχογραφημένα για πρώτη φορά στις αυθεντικές ενορχηστρώσεις του δημιουργού, με τη φωνή του Αλκίνοου Ιωαννίδη και τη συμμετοχή της Χορωδίας Δωματίου Αθηνών.
«Είναι μια σκηνική καντάτα, η οποία επρόκειτο να ανέβει ως οπτικοακουστικό δρώμενο στον Κολωνό. Υπήρξε όμως μια δυσκολία στη συνεννόηση με τον τότε δήμαρχο, ο οποίος τελικά το απέφυγε, ίσως γιατί το θεώρησε ιδιαίτερα τολμηρό. Ετσι το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε, με τον συνθέτη να αφήνει το έργο, σχεδόν έτοιμο, στο συρτάρι», λέει στην «Κ» ο Αλκίνοος Ιωαννίδης.

Το έργο λειτουργεί πράγματι σαν μια μουσική παράσταση που ξετυλίγεται μπροστά μας, ζωντανεύοντας χαρακτήρες και εικόνες μέσα από τα τραγούδια, σε στίχους που υπογράφει τόσο ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις όσο και οι Νίκος Γκάτσος, Αγαθή Δημητρούκα, Μάνος Ελευθερίου και Μιχάλης Μπουρμπούλης.
Οπως σημειώνει ο συνθέτης στην παρτιτούρα, το έργο αποτελεί «μια σπουδή στο μάγκικο ύφος του ’30», ενώ σύμφωνα με την Panik Oxygen, που το κυκλοφόρησε στις ψηφιακές πλατφόρμες και σε βινύλιο, ο Χατζιδάκις σε σημείωμά του, γραμμένο στις 4 και 5 Μαρτίου 1978, αναφέρει: «Οι “ΠΑΙΔΕΣ” παίζουν μέσα στη γοητεία των ημιτονίων και του αναμφισβήτητου στη λαϊκή μας μουσική διάλεκτο. Οι “ΠΑΙΔΕΣ” στον Κολωνό είναι τόσο λίγο παιδιά, χωρίς όμως να καταφέρουν να γίνουν άνδρες. “ΟΙ ΠΑΙΔΕΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ” συνθέτουν ελληνικές εικόνες του έρωτα, της αθλιότητας και της απελπισίας».
«Νομίζω ότι είναι ένας φόρος τιμής του Χατζιδάκι προς τον λαϊκό μας πολιτισμό. Δεν τον αντιγράφει ούτε τον ενσωματώνει αναφομοίωτο, αλλά τον περνάει μέσα από το δικό του φίλτρο, μετασχηματίζοντάς τον σε κάτι καινούργιο», αναφέρει ο ερμηνευτής.
«Ξέρουμε πολύ καλά τη σχέση του Χατζιδάκι με το ρεμπέτικο και την εκτίμηση που έτρεφε γι’ αυτό. Αρκεί να θυμηθούμε την ιστορική διάλεξη “Ερμηνεία και θέσις του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού (ρεμπέτικο)”, που έδωσε στις 31 Ιανουαρίου του 1949, στο Θέατρο Τέχνης. Ουσιαστικά, ήταν ένας τρόπος νομιμοποίησής του – καθώς μέχρι τότε ήταν απαγορευμένο από την Αριστερά και κυνηγημένο από την αστική τάξη», αναφέρει ο κ. Ιωαννίδης. Μας αφηγείται μάλιστα ότι την ημέρα της συγκεκριμένης ομιλίας ο σύνθετης είχε προσκαλέσει τον Μάρκο Βαμβακάρη για να τραγουδήσει στο τέλος, χωρίς να το έχει προαναγγείλει. «Η χωροφυλακή τότε είχε απαγορεύσει στον Βαμβακάρη να ανεβαίνει στην Αθήνα. Επρεπε να παραμένει εντός των ορίων του Πειραιά. Ο Χατζιδάκις χρειάστηκε να εξασφαλίσει ειδική άδεια για να τον φέρει στο θέατρο. Πριν ξεκινήσει η εκδήλωση, όλη η παρέα του συνθέτη ήταν μαζεμένη στο καμαρίνι και ανησυχούσε για το πώς θα τον αντιμετώπιζε το κοινό. Οταν ολοκληρώθηκε η ομιλία, λοιπόν, ο Βαμβακάρης πήρε το μπουζούκι του, ανέβηκε στη σκηνή, σήκωσε το χέρι και είπε: “Γεια σας, παίδες”», συμπληρώνει ο κ. Ιωαννίδης. Στη δισκογραφική διαδρομή του συνθέτη, οι «Παίδες επί Κολωνώ» (1977-1978) έρχονται μετά τον «Μεγάλο Ερωτικό» (1972) και τα «Παράλογα» (1976), ενώ προηγούνται της «Εποχής της Μελισσάνθης» (1980) και των υπόλοιπων έργων της δεκαετίας του ’80 με τον έντονα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.


Τα 13 αυτά τραγούδια χαρτογραφούν στην ουσία το τοπίο ολόκληρης της Ελλάδας, επιστρατεύοντας εμβληματικές μορφές από όλο το φάσμα της Ιστορίας της, από την αρχαιότητα μέχρι το ρεμπέτικο, με αναφορές που εκτείνονται από τον Οιδίποδα έως τον Βασίλη Τσιτσάνη. Παράλληλα, το έργο, μέσα από τους στίχους του, αποτυπώνει τον μικρόκοσμο της ίδιας της περιοχής του Κολωνού, επικεντρώνοντας στις ιστορίες των απλών ανθρώπων της γειτονιάς. «Νομίζω ότι είναι ένας φόρος τιμής του Χατζιδάκι προς τον λαϊκό μας πολιτισμό. Δεν τον αντιγράφει ούτε τον ενσωματώνει αναφομοίωτο, αλλά τον περνάει μέσα από το δικό του φίλτρο, μετασχηματίζοντάς τον σε κάτι καινούργιο. Δεν επιδιώκει να γράψει λαϊκές επιτυχίες. Εμβαθύνει στον λαϊκό, αλλά και στον προσωπικό του μουσικό κόσμο, συνδυάζοντας αυτά τα δύο με μοναδικό και πρωτοφανή τρόπο», υπογραμμίζει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης.
Μέσα στον κύκλο αυτόν συναντά κανείς για πρώτη φορά τα «Παίδες, οι εν τη ασφάλτω», «Επειδή ήμασταν πολλοί», «Ολοι οι αγγέλοι τ’ ουρανού», τη χορωδιακή «Μετάβαση» και το «Στο σταυρό, στο σώμα εκείνο». Το έργο ολοκληρώνεται με κομμάτια που έχουν ηχογραφηθεί στο παρελθόν όπως, μεταξύ άλλων, τα «Βρέχει στο σιδεράδικο» και «Τα βράδια της Σαρακοστής».
Το ταξίδι στα ανέκδοτα έργα του μεγάλου συνθέτη δεν τελειώνει εδώ. Μετά τους «Παίδες επί Κολωνώ», προς τα τέλη του έτους, η Panik Oxygen αναμένεται να κυκλοφορήσει ακόμη ένα ανέκδοτο έργο του Μάνου Χατζιδάκι, με τίτλο «Κοινός βίος».