Φόρτωση Text-to-Speech…
Είναι ψυχρός και εγκεφαλικός ο Μπαχ; Αυτή είναι μια γνωστή κουβέντα μεταξύ μουσικόφιλων. Μήπως όμως μέσα σε αυτές τις σχεδόν μαθηματικές, γεωμετρικές, κρυστάλλινες αρμονίες, που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν στεγνές και αποστειρωμένες, συντελούνται υπόγειοι κραδασμοί που συχνά ισοδυναμούν με ισχυρές σεισμικές δονήσεις;
Οταν γράφω στην Αμερικανίδα βιολονίστρια Ελίζαμπεθ Μπλούμενστοκ και τη ρωτώ αν ο Μπαχ βγάζει κάποιες στιγμές κάτι σαν παράνοια και, άλλοτε, μια παράξενη γαλήνη οδυνηρής συναισθηματικής φόρτισης, απαντάει με επιφύλαξη και αμέσως μετά κάνει λόγο για τον «τρόμο του Υψηλού» (Sublime). Και έχει δίκιο: στον Μπαχ ειδικά, ο στίχος του Ρίλκε «Η ομορφιά είναι η αρχή του τρομερού» βρίσκει την αποθέωσή του. Οπωσδήποτε, ο Μπαχ είναι ένα ανθρώπινο παράδοξο.
Η μητέρα μου ήταν οργανίστα σε εκκλησία, λάτρευε το μπαρόκ, οπότε το σάουντρακ της παιδικής μου ηλικίας περιελάμβανε καντάτες και τα «Πάθη» του Μπαχ.
Εδώ και σχεδόν μισόν αιώνα, η Μπλούμενστοκ έχει συνδέσει το όνομά της με τη συστηματική σπουδή των έργων του Μπαχ και με το μπαρόκ ευρύτερα, καθώς επίσης με τις ιστορικά τεκμηριωμένες ερμηνείες.
Το αθηναϊκό κοινό θα έχει την ευκαιρία να την απολαύσει την ερχόμενη Τρίτη 27 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τόσο ως σολίστ όσο και ως αρχιμουσικό της Καμεράτας Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής, σε ένα πρόγραμμα έργων του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ: δύο κοντσέρτα για βιολί (σε μι μείζονα, BWV 1042 και σε λα ελάσσονα, BWV 1041), την κοσμική καντάτα «Non sa che sia dolore», BWV 209 και τη δεύτερη ορχηστρική σουίτα σε σι ελάσσονα, BWV 1067.
– Θυμάστε πότε ακούσατε πρώτη φορά Μπαχ;
– Εγινε νωρίς. Η μητέρα μου ήταν οργανίστα σε εκκλησία, λάτρευε το μπαρόκ, οπότε το σάουντρακ της παιδικής μου ηλικίας περιελάμβανε καντάτες και τα «Πάθη» του Μπαχ. Δεν έδινα όμως και τόση προσοχή, αλλά η μουσική ήταν ήδη εκεί! Στα έντεκά μου, συμμετείχα σε ένα κοντσέρτο των «Κατά Ιωάννην Παθών» (BWV 245) στο Κολέγιο Μπένινγκτον και ξαφνικά αυτή η τόσο γνώριμη μουσική απέκτησε ουσία στα χέρια μου, μέσα από τα βλέμματα και τους ήχους των μουσικών. Ηταν, θα έλεγα, μια βαθιά σωματική εμπειρία, την οποία δεν ξέχασα ποτέ μου.
– Υπάρχει στη μουσική του Μπαχ αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο εγκεφαλικό, στο απατηλά κρύο και τετράγωνο και, από την άλλη, αυτή η αίσθηση ότι βρίσκεσαι στα όρια της τρέλας;
– Οσον αφορά το «εγκεφαλικό», δεν υπάρχει περίπτωση να μελετήσω την αντίστιξή του, την τετράγωνη αρμονία του και να μη νιώσω δέος. Και άλλοι μεγάλοι συνθέτες, ο Πέρσελ, ο Μότσαρτ, σου το κάνουν αυτό, όμως ο Μπαχ έχει χτίσει ένα ασύλληπτο και δίχως προηγούμενο οικοδόμημα σε αυτό το πεδίο. Ως προς την τρέλα: Την πρώτη φορά που κατάφερα να αποκωδικοποιήσω στην παρτιτούρα το «αίνιγμα» των κανόνων (σ.σ. πολυφωνική σύνθεση: η κύρια μελωδία ακολουθείται με χρονική διαφορά από τη μίμησή της σε μία ή περισσότερες φωνές) της «Μουσικής προσφοράς» του (Musikalisches Opfer, BWV 1079), ένιωσα κάτι πολύ κοντά σε τρόμο, πως βρίσκομαι ενώπιον μιας ασύλληπτης μαγείας. Ο Μπαχ είναι ο μόνος συνθέτης που μου το έχει κάνει αυτό, αλλά δεν θα αποκαλούσα «τρέλα» αυτό το εκπληκτικό βάθος. Ως προς το «αίσθημα», ο Μπαχ έχει τη δύναμη να μας γυρίζει στον εαυτό μας, να μας σώζει από τις άμυνες και τις αρνήσεις μας, εμποτίζοντας τα πιο αδυσώπητα οδυνηρά αισθήματά μας με τέτοια ομορφιά, που στο τέλος βρίσκουμε ισορροπία και όλα έχουν λειανθεί.
– Οι ιστορικά τεκμηριωμένες ερμηνείες μας έχουν αλλάξει τον τρόπο που τον ακούμε σήμερα, συγκριτικά ιδίως με το πώς ερμηνευόταν στα μέσα του 20ού αιώνα;
– Δεν έχουμε χρονομηχανές για να ξέρουμε πώς ακουγόταν ο «αυθεντικός» Μπαχ – συχνά εύχομαι να είχα μια χρονομηχανή! Δεν πιστεύω όμως ότι οι σύγχρονες ερμηνείες είναι και τόσο διαφορετικές, διότι καμία ερμηνεία δεν μπορεί να διαγράψει τι έβαλε στο χαρτί ο Μπαχ.
Μεγάλωσα με πολλές και διαφορετικές εκδοχές του έργου του, από τους τραγουδιστές σουίνγκ έως τις τζαζ διασκευές – όλα είναι υπέροχα. Στα μέσα του 20ού αιώνα όντως η τάση ήταν προς τη μεγαλοπρέπεια και τον στόμφο του 19ου αιώνα, με την προσθήκη, επιπλέον, των μεγαλύτερων ορχηστρών και χορωδιών. Αυτό δεν ήταν σύνηθες στην εποχή του Μπαχ, δεν ήταν όμως και άγνωστο. Ωστόσο, και ο Μπαχ δεν είναι πλημμυρισμένος από τα λεγόμενα θεμελιακά, βαθιά ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο; Σε τελική ανάλυση, πιστεύω πως, ανεξαρτήτως εποχής, κάθε ερμηνεία έργων του Μπαχ έχει καθοριστεί από τον βαθύ θαυμασμό και την αγάπη για τη μουσική του.
– Κάποιες σκέψεις για το πρόγραμμα της αθηναϊκής συναυλίας σας;
– Ο Γιώργος Πέτρου μου είπε ότι το κοντσέρτο θα έπρεπε να είναι όλο Μπαχ, συνεπώς οι επιλογές δεν είναι άπειρες. Ψάχναμε για έργα γραμμένα για έγχορδα, αλλά η προσθήκη του φλάουτου και της υψιφώνου αμέσως διεύρυναν τις δυνατότητές μας. Η κομψότητα, η γλυκύτητα, η χάρη και η ζωντάνια του φλάουτου, στο πλαίσιο μιας εισαγωγής ή ενός χορού ανοίγουν ιδανικά ένα κοντσέρτο Μπαχ. Τα δύο κοντσέρτα αλληλοσυμπληρώνονται μέσα από τις αντιθέσεις τους, η δε κοσμική καντάτα για υψίφωνο και ορχήστρα «Non sa che sia dolore» είναι απολαυστική και την ίδια στιγμή παράξενη. Μάλλον γράφηκε ως αποχαιρετισμός σε ένα συνάδελφο που έφευγε. Η εισαγωγή μοιάζει με πλήρες κοντσέρτο για φλάουτο, ακολουθεί μια υπέροχα θλιμμένη άρια, για να κλείσει με ένα πιο «ανεβαστικό» φινάλε.
– Θα ξεχωρίζατε δύο συνθέσεις του Μπαχ οι οποίες να εκφράζουν ό,τι πιο σκοτεινό και, αντίστροφα, ό,τι πιο φωτεινό από το πνεύμα του 21ου αιώνα;
– Σήμερα έχει χαθεί το πνεύμα της κοινότητας, η αγωνία και η απελπισία κυριαρχούν. Το εισαγωγικό χορικό από τα «Κατά Ιωάννην Πάθη» θα έλεγα πως μας βυθίζει αμέσως σε έναν τέτοιο τρόμο. Από την άλλη, υπάρχει ακόμη το κουράγιο, η ελπίδα, η αποφασιστικότητα. Θα έλεγα ότι αυτά εκφράζονται από την καντάτα «Ein feste Burg», BWV 80, μια θαυμαστή επίκληση στην ενότητα πίστης και σθένους.
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 27/10 στις 20.30, webtics.megaron.gr.