Του Πατριάρχη
Στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές, ένας από τους σημαντικότερους χρηματοδότες μιας υποψηφιότητας μπορεί να μην εμφανιστεί ποτέ σε κατάλογο εισφορών, να μην παραστεί σε καμία προεκλογική συγκέντρωση και να μην έχει οποιαδήποτε επίσημη σχέση με το επιτελείο κάποιου υποψηφίου. Θα μπορούσε όμως, να πληρώνει ανθρώπους που διαμορφώνουν την πολιτική συζήτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δημιουργώντας κλίμα υπέρ ενός υποψηφίου ή εναντίον των αντιπάλων του. Το ερώτημα είναι αν αυτή η δραστηριότητα θα εντοπίζεται και θα ελέγχεται ή αν θα συνεχίσει να κινείται σε μια γκρίζα περιοχή, όπου οι πολιτικές επικοινωνιακές υπηρεσίες αγοράζονται χωρίς να είναι πάντα γνωστό ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.
Δεν συζητάμε για κάποιο απίθανο ενδεχόμενο. Στις βουλευτικές εκλογές, το Μεσογειακό Παρατηρητήριο Ψηφιακών Μέσων, MedDMO, εντόπισε πέντε ξεχωριστές επιχειρήσεις ανώνυμης πολιτικής διαφήμισης, με περισσότερες από 450 πληρωμένες καταχωρίσεις. Καταγράφηκαν ενδείξεις συντονισμένης δράσης, λογαριασμοί που αντικαθιστούσαν άλλους όταν υπήρχε παρέμβαση των πλατφορμών και ακόμη μία περίπτωση διακίνησης κατασκευασμένων στοιχείων ανύπαρκτων δημοσκοπήσεων. Οι παρεμβάσεις, σύμφωνα με την έρευνα, συχνά γίνονταν όταν τα μηνύματα είχαν ήδη φτάσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών.
Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο στο οποίο θα διεξαχθεί και ένα σημαντικό μέρος της μάχης των προεδρικών του 2028.
Ο επικοινωνιολόγος, ο διαχειριστής πολιτικών λογαριασμών, ο δημιουργός περιεχομένου και ο λεγόμενος «ανεξάρτητος υποστηρικτής» αποτελούν πλέον μέρος της εκλογικής πραγματικότητας. Η δραστηριότητά τους δεν δημιουργεί θέμα, όταν ασκείται νόμιμα και με διαφάνεια. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η πολιτική προτίμηση παρουσιάζεται ως δήθεν αυθόρμητη προσωπική τοποθέτηση, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί πληρωμένη υπηρεσία.
Ας υποθέσουμε ότι ένας επιχειρηματίας διαθέτει €100.000 για να δημιουργηθεί μια διαδικτυακή εικόνα ευνοϊκή για συγκεκριμένη υποψηφιότητα. Δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να μεταφέρει τα χρήματα σε κάποιο κομματικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να χρηματοδοτήσει μια εταιρεία επικοινωνίας, να κάνει παραγωγή βίντεο ή οργανωμένη διαδικτυακή εκστρατεία. Το αν αυτές οι δαπάνες αποτελούν πολιτική διαφήμιση, εκλογικά έξοδα ή εισφορά εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και από τα παραθυράκια της νομοθεσίας. Ωστόσο η ευθύνη δεν μπορεί να χρεωθεί στον υποψήφιο αφού η δραστηριότητα θα αφορά τρίτο πρόσωπο.
Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός 2024/900, ο οποίος εφαρμόζεται πλήρως από τις 10 Οκτωβρίου 2025, δημιουργεί νέες υποχρεώσεις. Οι πολιτικές διαφημίσεις πρέπει να αναγνωρίζονται ως τέτοιες και να συνοδεύονται από πληροφορίες για τον χρηματοδότη, το κόστος και τη στόχευσή τους. Οι πληρωμένες παρεμβάσεις προσώπων με διαδικτυακή επιρροή μπορούν επίσης να εμπίπτουν στον κανονισμό. Προβλέπονται αυστηροί περιορισμοί στη χρήση προσωπικών δεδομένων και στη χρηματοδότηση πολιτικών διαφημίσεων από ορισμένους παράγοντες τρίτων χωρών κατά το τρίμηνο πριν από τις εκλογές.
Μάλιστα, φέτος στις 12 Οκτωβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πιλοτική έκδοση του ευρωπαϊκού αποθετηρίου διαδικτυακών πολιτικών διαφημίσεων. Όταν λειτουργήσει πλήρως, θα αποτελεί πρόσθετο εργαλείο ελέγχου για δημοσιογράφους, ερευνητές και πολίτες.
Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικά όρια. Ο κανονισμός προστατεύει την προσωπική πολιτική έκφραση και δεν αντιμετωπίζει κάθε υποστηρικτική ανάρτηση ως διαφήμιση. Η δημοκρατία δεν χρειάζεται άδεια από κάποια αρχή για να επιτρέπει στους πολίτες να εκφράζουν απόψεις. Αλλά όταν πίσω από έναν φαινομενικά αυθόρμητο λογαριασμό υπάρχει πληρωμένη εκστρατεία, οι ελεγκτές πρέπει να μπορούν να ακολουθήσουν τη διαδρομή του χρήματος.
Εδώ εμφανίζεται η μεγαλύτερη αδυναμία.
Ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), στην έκθεσή του τον περασμένο Μάρτιο, επισήμανε ότι η προεκλογική δραστηριότητα τρίτων προσώπων παραμένει ανεπαρκώς ρυθμισμένη και ελεγχόμενη στη Κύπρο. Κατέγραψε επίσης σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και πόρων στους μηχανισμούς εποπτείας του διαδικτύου. Πρόκειται για διαπιστώσεις που αφορούν την πραγματική αδυναμία εφαρμογής της νομοθεσίας και όχι για εικασίες ή θεωρίες συνωμοσίας.
Υπάρχει, βεβαίως, η Ελεγκτική Υπηρεσία, η οποία εξετάζει εκλογικά έξοδα και οικονομικά στοιχεία κομμάτων. Το Υπουργείο Εσωτερικών είχε επίσης παρουσιάσει, τον Απρίλιο εφαρμοστικό νομοσχέδιο για τον ευρωπαϊκό κανονισμό, προβλέποντας αρμοδιότητες για την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης. Η ύπαρξη, όμως, νομοθεσίας και εποπτικών αρχών δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι υπάρχει και αποτελεσματικός μηχανισμός ελέγχου.
Ποιος θα διασταυρώνει τις πληρωμές προς εταιρείες επικοινωνίας; Ποιος θα εξετάζει αν δεκάδες λογαριασμοί έχουν κοινό διαχειριστή ή χρηματοδότη; Πώς θα ελέγχονται οι παροχές υπηρεσιών προς υποψήφιο από τρίτους; Και κυρίως, θα ολοκληρώνεται ένας τέτοιος έλεγχος πριν από τις εκλογές ή θα διαβάζουμε τα πορίσματα όταν ο νέος Πρόεδρος θα έχει ήδη διανύσει την μισή θητεία του;
Οι μεγάλες πλατφόρμες, όπως η Meta και η Google, έχουν σταματήσει να δέχονται πολιτικές διαφημίσεις στην ΕΕ. Η απόφασή τους δεν εξαφάνισε ούτε την πολιτική προπαγάνδα ούτε τις δυνατότητες παράκαμψης των κανόνων. Τα ευρήματα των βουλευτικών εκλογών του 2026 είναι αρκετά για να καταδείξουν ότι η απαγόρευση μιας διαφημιστικής κατηγορίας δεν ισοδυναμεί με αποτελεσματική εποπτεία ολόκληρου του διαδικτύου.
Οι προεδρικές του 2028 θα είναι οι πρώτες προεδρικές εκλογές στην Κύπρο με το νέο ευρωπαϊκό καθεστώς διαφάνειας. Δεν θα είναι, όμως, οι πρώτες εκλογές στις οποίες αυτό θα έχει δοκιμαστεί. Οι βουλευτικές του 2026 έχουν ήδη δώσει μια αρκετά σαφή προειδοποίηση.
Μέχρι τότε, χρειάζεται ουσιαστική συνεργασία των εποπτικών αρχών, πρόσβαση σε στοιχεία, έλεγχος της πραγματικής προέλευσης των χρημάτων και δημοσιοποίηση των σημαντικών ευρημάτων όσο η προεκλογική συζήτηση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Ο ψηφοφόρος δικαιούται να ξέρει ποιος προσπαθεί να επηρεάσει την απόφασή του και κυρίως ποιος πληρώνει γι’ αυτή την προσπάθεια. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να ελέγχουμε τα ταμεία των προεκλογικών επιτελείων, την ώρα που ένα μέρος της πραγματικής χρηματοδότησης της πολιτικής επιρροής θα προέρχεται από τους λογαριασμούς τρίτων