Εκλογές στο Ισραήλ: Η αντοχή Νετανιάχου και ο γρίφος της επόμενης ημέρας

Ο διεθνολόγος Γιώργος Τζογόπουλος, λέκτορας στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Νίκαιας, αναλύει στο CNN Greece τους πολιτικούς συσχετισμούς, τις δυσκολίες σχηματισμού κυβέρνησης και το γιατί μια αλλαγή ηγεσίας δεν συνεπάγεται απαραίτητα αλλαγή εξωτερικής πολιτικής.

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ, βρίσκεται αντιμέτωπος με μία ακόμη μεγάλη πολιτική δοκιμασία.

Απέναντί του αναδεικνύεται ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού Γενικού Επιτελείου, Γκάντι Άιζενκοτ, ο οποίος επιχειρεί να εκφράσει την επιθυμία για αλλαγή, χωρίς ωστόσο να αμφισβητεί βασικούς άξονες της ισραηλινής πολιτικής ασφάλειας.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν έναν εξαιρετικά σύνθετο πολιτικό συσχετισμό, στον οποίο η εκλογική πρωτιά δεν εγγυάται και την εξουσία.

Το κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα του Ισραήλ καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι η επόμενη κυβέρνηση θα προκύψει μέσα από δύσκολες διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς.

Αυτή ακριβώς τη διάσταση υπογραμμίζει, μιλώντας στο CNN Greece, ο διεθνολόγος Γιώργος Τζογόπουλος, ο οποίος εκτιμά ότι, ενώ είναι δύσκολο να προβλεφθεί ο νικητής, είναι ευκολότερο να διαπιστωθεί από τώρα πόσο περίπλοκη θα είναι η διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης.

Ο Νετανιάχου και το στοίχημα της πολιτικής επιβίωσης

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, σε προεκλογική συγκέντρωση του κόμματος Λικούντ, σε αγορά στο Τελ Αβίβ.

AP Photo/David Goldman

Οι εκλογές διεξάγονται σε ένα περιβάλλον ριζικά διαφορετικό από εκείνο του 2022, όταν ο Νετανιάχου επέστρεψε στην πρωθυπουργία, επικεφαλής μιας συμμαχίας δεξιών, ακροδεξιών και υπερορθόδοξων κομμάτων.

Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, ο πόλεμος στη Γάζα και οι στρατιωτικές συγκρούσεις που ακολούθησαν στον Λίβανο και με το Ιράν άλλαξαν δραματικά τις πολιτικές προτεραιότητες της χώρας.

Ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει έντονη κριτική για τις αστοχίες των μηχανισμών ασφαλείας πριν από την επίθεση της Χαμάς, αλλά και για τους χειρισμούς της κυβέρνησής του στη συνέχεια. Παράλληλα, η δικαστική υπόθεση διαφθοράς που εκκρεμεί εις βάρος του εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ωστόσο, παρά την πίεση που δέχεται, παραμένει ένας εξαιρετικά υπολογίσιμος πολιτικός αντίπαλος.

«Ο Νετανιάχου έχει δείξει πως έχει μεγάλη πολιτική αντοχή», επισημαίνει χαρακτηριστικά στο CNN Greece ο Γιώργος Τζογόπουλος.

Η αντοχή αυτή συνδέεται τόσο με την ισχυρή προσωπική του επιρροή στο δεξιό εκλογικό ακροατήριο όσο και με την ικανότητά του να διατηρεί συμμαχίες με πολιτικές και θρησκευτικές δυνάμεις που συχνά έχουν διαφορετικές επιδιώξεις.

Το ερώτημα είναι εάν αυτή η ικανότητα θα αποδειχθεί αρκετή για μία ακόμη επιστροφή στην εξουσία.

Άιζενκοτ εναντίον Νετανιάχου: Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, ηγέτης του κεντρώου κόμματος «Γιασάρ», μιλά σε μέλη της κοινότητας των Αιθιόπων Εβραίων κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας στη Ράμλα του Ισραήλ, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026.

AP Photo/Ariel Schalit

Ο Γκάντι Άιζενκοτ εμφανίζεται ως ο σημαντικότερος διεκδικητής της πρωθυπουργίας, επικεφαλής του κεντρώου κόμματος Yashar.

Η στρατιωτική του διαδρομή αποτελεί βασικό πολιτικό πλεονέκτημα σε μια χώρα όπου η εθνική ασφάλεια παραμένει καθοριστικό κριτήριο για μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων.

Παράλληλα, στην αντιπολίτευση δραστηριοποιούνται ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο Γιαΐρ Λαπίντ, μέσω της κοινής εκλογικής τους συμμαχίας, καθώς και ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν και ο Γιαΐρ Γκολάν.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, ωστόσο, δεν προσφέρουν ξεκάθαρη εικόνα για την τελική κατανομή της εξουσίας.

«Μέχρι στιγμής οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ο Νετανιάχου και ο Άιζενκοτ ισορροπούν. Είναι δύσκολο να προβλέψουμε τον νικητή, αλλά πιο εύκολο να προβλέψουμε πως ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας θα είναι περίπλοκος», σημειώνει ο Γιώργος Τζογόπουλος.

Η δύσκολη εξίσωση των κυβερνητικών συνεργασιών

Στο Ισραήλ, το αποτέλεσμα της κάλπης αποτελεί μόνο το πρώτο στάδιο της διαδικασίας ανάδειξης κυβέρνησης.

Το αναλογικό εκλογικό σύστημα και η παρουσία πολλών κομμάτων στην Κνεσέτ καθιστούν τις κυβερνήσεις συνεργασίας σχεδόν αναπόφευκτες.

Μετά τις εκλογές, ο πρόεδρος της χώρας πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τα κόμματα και αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο πρόσωπο που θεωρεί ότι διαθέτει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Για τον Νετανιάχου, οι φυσικοί κυβερνητικοί σύμμαχοι παραμένουν τα ακροδεξιά κόμματα του Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και του Μπεζαλέλ Σμότριτς, καθώς και τα υπερορθόδοξα θρησκευτικά κόμματα Shas και United Torah Judaism.

Στην αντίπερα όχθη, ο Άιζενκοτ θα πρέπει να γεφυρώσει τις διαφορές ανάμεσα σε κεντρώες, δεξιές και πιο προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες μπορεί να συμφωνούν στην ανάγκη απομάκρυνσης του Νετανιάχου, αλλά δεν ταυτίζονται σε ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.

Πρόσθετη δυσκολία δημιουργεί η στάση απέναντι στα αραβικά κόμματα. Παρότι οι έδρες τους θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικές, οι βασικές εβραϊκές παρατάξεις της αντιπολίτευσης αποκλείουν μέχρι στιγμής τη συμμετοχή τους σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό.

Έτσι, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η κάλπη να αναδείξει έναν πολιτικό συσχετισμό χωρίς σαφή κυβερνητική λύση.

Η εσωτερική πολιτική στο επίκεντρο της αναμέτρησης

Ένας πεζός περνά μπροστά από μια προεκλογική πινακίδα που απεικονίζει τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον βασικό του αντίπαλο,Γκάντι Άιζενκοτ, μετο μήνυμα «Η αναμέτρηση είναι αμφίρροπη».

AP Photo/David Goldman

Παρά τη διεθνή σημασία των εκλογών, ο Γιώργος Τζογόπουλος επισημαίνει ότι οι προτεραιότητες των Ισραηλινών ψηφοφόρων δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τα ζητήματα που κυριαρχούν στη διεθνή συζήτηση.

«Για τους περισσότερους Ισραηλινούς πολίτες οι εκλογές αφορούν την εσωτερική κατεύθυνση της χώρας παρά την εξωτερική», τονίζει.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ζήτημα των εξαιρέσεων από τη στρατιωτική θητεία που απολαμβάνουν τμήματα της υπερορθόδοξης κοινότητας.

Πρόκειται για ένα θέμα που προκαλεί έντονες αντιπαραθέσεις, ιδιαίτερα σε μια κοινωνία όπου η στρατιωτική υπηρεσία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας.

Γιατί δεν αναμένεται θεαματική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική

Οι βασικές στρατηγικές επιλογές της χώρας είναι πιθανό να διατηρηθούν, ανεξαρτήτως του προσώπου που θα αναλάβει την πρωθυπουργία, εκτιμά ο Γιώργος Τζογόπουλος.

Όπως επισημαίνει, έρευνα δείχνει ότι σχεδόν τα τρία τέταρτα της ισραηλινής κοινωνίας αυτοτοποθετούνται στον χώρο της κεντροδεξιάς ή της δεξιάς. Άρα περιμένουμε συνέχεια στην εξωτερική πολιτική του Ισραήλ».

Η εκτίμηση αυτή βρίσκει έρεισμα και στις δημόσιες τοποθετήσεις των βασικών διεκδικητών της εξουσίας.

Παρά τις πολιτικές τους αντιπαραθέσεις, τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ αντιμετωπίζουν την αποτροπή της ιρανικής απειλής ως στρατηγική προτεραιότητα.

Αντίστοιχα, και οι δύο απορρίπτουν τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους υπό τις σημερινές συνθήκες, ενώ συμφωνούν στην ανάγκη αφοπλισμού της Χαμάς.

Σημαντικές διαφορές, ωστόσο, καταγράφονται στον τρόπο διαχείρισης της Δυτικής Όχθης και ειδικότερα στην πολιτική απέναντι στους ισραηλινούς εποικισμούς.

Ο Άιζενκοτ έχει ταχθεί κατά της δημιουργίας μη εγκεκριμένων φυλακίων και της βίας εξτρεμιστών εποίκων, ενώ οι ακροδεξιοί κυβερνητικοί εταίροι του Νετανιάχου υποστηρίζουν πολύ πιο επεκτατικές πολιτικές στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.

Αυτό σημαίνει ότι μια κυβερνητική αλλαγή θα μπορούσε να επηρεάσει τις μεθόδους και τις πολιτικές προτεραιότητες, χωρίς απαραίτητα να ανατρέψει τον πυρήνα του ισραηλινού δόγματος ασφαλείας.