Στους κινδύνους που εγκυμονεί η ραγδαία εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης τόσο για την απασχόληση όσο και για την ανθρώπινη ζωή σε ευρύτερο πλαίσιο αναφέρεται με ανάρτησή του ο συνιδρυτής της Microsoft Μπιλ Γκέιτς.
Βλέποντας τις δυνατότητες των νέων συστημάτων να ξεπερνούν ακόμη και τις δικές του προβλέψεις, ο συνιδρυτής της Microsoft και δισεκατομυριούχος υπογραμμίζει ότι η άμεση αντιμετώπιση αυτών των απειλών οφείλει να αποτελέσει «την απόλυτη προτεραιότητα του πλανήτη».
Σε συνέντευξή του στους New York Times, ο Γκέιτς υποστήριξε ότι ο τεχνολογικός κλάδος υποβαθμίζει συνειδητά τις συγκεκριμένες απειλές, καθώς τα οικονομικά διακυβεύματα είναι τεράστια.
«Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, όσοι αντιλαμβάνονται πραγματικά τις δυνατότητες αυτής της τεχνολογίας και το πόσο ραγδαία εξελίσσεται, ανησυχούν βαθιά», δήλωσε. Ωστόσο, ελάχιστα στελέχη της Σίλικον Βάλεϊ τολμούν να το παραδεχτούν δημοσίως. «Η γραμμή που επικρατεί μεταξύ τους είναι: “Μην ανοίγεις τέτοια κουβέντα, μάς κάνει ζημιά. Διακυβεύεται το επόμενο τρισεκατομμύριο που προσπαθούμε να αντλήσουμε”».
Την Τετάρτη, ο κ. Γκέιτς δημοσίευσε στον προσωπικό του ιστότοπο ένα εκτενές δοκίμιο σχεδόν 6.000 λέξεων, στο οποίο αναλύει τους προβληματισμούς του και προτείνει συγκεκριμένες παρεμβάσεις, όπως νέες φορολογικές επιβαρύνσεις και ρητές απαγορεύσεις. Εξήγησε ότι αποφάσισε να τοποθετηθεί δημόσια επειδή τα πρόσφατα άλματα της τεχνητής νοημοσύνης ξεπέρασαν κάθε προσδοκία του αλλά και επειδή η βιομηχανία αγνόησε κρίσιμους κινδύνους ασφαλείας –όπως το ενδεχόμενο ένα σύστημα να ξεφύγει από τον έλεγχο των δημιουργών του ή να προσφέρει οδηγίες για βιολογικά όπλα– τα οποία παλαιότερα θεωρούσε απαράβατες κόκκινες γραμμές.
«Προχωρούν απλώς με πατημένο το γκάζι, ελπίζοντας ότι τα οφέλη θα υπερτερήσουν των κινδύνων», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Ο Γκέιτς έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά κορυφαίων προσωπικοτήτων της τεχνολογίας που επισημαίνουν τις επικίνδυνες πτυχές της AI, την ώρα που η βιομηχανία επενδύει τρισεκατομμύρια σε νέα κέντρα δεδομένων.
Η δημόσια αυτή παρέμβαση συμπίπτει με την προσπάθειά του να αφήσει πίσω του μια παρατεταμένη περίοδο σκανδάλων. Στις αρχές του έτους, η δημοσιοποίηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων του καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Επσταϊν επανέφερε στο προσκήνιο τις επαφές που είχε ο Γκέιτς μαζί του.

Εξαιτίας των αποκαλύψεων, αναγκάστηκε να ακυρώσει τη συμμετοχή του σε συνέδριο για την AI τον Φεβρουάριο, ενώ τον Ιούνιο κατέθεσε επί έξι ώρες ενώπιον επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι αποκαλύψεις για εξωσυζυγικές σχέσεις, σε συνδυασμό με το διαζύγιό του το 2021, επέφεραν βαρύ πλήγμα στη δημόσια εικόνα του. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι επρόκειτο για δικά του «λάθη».
Πλέον δείχνει πιο έτοιμος να επιστρέψει στο προσκήνιο. «Θεωρώ ότι ο κόσμος έχει καταλάβει τι έκανα, τι δεν έκανα, καθώς και ότι μαθαίνω από τα λάθη μου», ανέφερε στη συνέντευξη.
Ο Γκέιτς αναγνώρισε επίσης ότι ο ίδιος μπορεί να μη θεωρείται ο ιδανικός κομιστής αυτού του μηνύματος, λόγω της τεράστιας περιουσίας του και του παρελθόντος του ως «σκληρού» επικεφαλής της Microsoft.
Παρότι απέφυγε να κατονομάσει τη Microsoft ή άλλες εταιρείες, υποστήριξε ότι βρίσκεται σε μοναδική θέση για να ασχοληθεί με το ζήτημα της AI: διαθέτει βαθιά τεχνολογική γνώση και εκ των έσω πληροφόρηση, χωρίς να δεσμεύεται πλέον από το κυνήγι του εταιρικού κέρδους, ενώ έχει αφιερώσει δεκαετίες στην καταπολέμηση ανισοτήτων μέσω του φιλανθρωπικού του ιδρύματος.
«Η ειρωνεία τού να βλέπεις ένα διαχρονικό λάτρη της καινοτομίας να τρομάζει, να προειδοποιεί ότι είμαστε απροετοίμαστοι και ότι ξεπερνάμε επικίνδυνα όρια, ίσως κάνει το μήνυμα ακόμα πιο εκκωφαντικό», δήλωσε.
Οπως ανέφερε, τρεις φορές στην ιστορία ένιωσε πραγματικό δέος μπροστά σε ένα τεχνολογικό επίτευγμα: Το 1980, όταν αντίκρισε για πρώτη φορά το γραφικό περιβάλλον χρήστη (GUI), το οποίο άνοιξε τον δρόμο για τους σύγχρονους προσωπικούς υπολογιστές. Το 2022, όταν η ηγετική ομάδα της OpenAI τον επισκέφθηκε στο σπίτι του για να του παρουσιάσει αυτό που λίγο αργότερα θα γινόταν το ChatGPT. Και φέτος, όταν μελέτησε εξονυχιστικά τις δυνατότητες του Claude Code, του νέου εργαλείου της Anthropic.
Ο προγραμματισμός, τόνισε, είναι το πεδίο που γνωρίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, και οι επιδόσεις του Claude τον άφησαν άναυδο. «Το να βλέπεις αυτά τα συστήματα να γράφουν ουσιαστικά καλύτερο κώδικα από εμένα… ε, είναι να τραβάς τα μαλλιά σου», σχολίασε.
Ιστορικά, οι μεγάλες τεχνολογικές τομές δημιουργούσαν περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες κατέστρεφαν. Ωστόσο, ο Γκέιτς αδυνατεί να πιστέψει όσους υποστηρίζουν ότι το ίδιο θα συμβεί και τώρα.
Η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης είναι «ριζικά, απόλυτα και αδιαπραγμάτευτα διαφορετική», υπογράμμισε. Παραδέχτηκε μάλιστα ότι η άποψή του αυτή –αν και αντιδημοφιλής στους τεχνολογικούς κύκλους– είναι ιδιαιτέρως τολμηρή.
Επισήμανε ότι, αν δεν υπάρξει συντονισμένη παρέμβαση, οι μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας είναι αναπόφευκτες, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη θα διαπεράσει οριζόντια ολόκληρη την οικονομία, μην αφήνοντας περιθώρια σε άλλους κλάδους να απορροφήσουν το εργατικό δυναμικό που θα εκτοπιστεί. Οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί κολοσσοί παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης της Microsoft, ανταγωνίζονται σκληρά για να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να ενσωματώσουν την AI, μια κίνηση που απειλεί άμεσα εκατομμύρια εργαζομένους.
Ο Γκέιτς εξήγησε ότι οι εταιρείες απλώς ακολουθούν τους κανόνες της αγοράς, όμως τα κίνητρα αυτά συγκρούονται ευθέως με το συμφέρον της κοινωνίας.
Για τον λόγο αυτό, εισηγήθηκε την επιβολή ενός ειδικού φόρου στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να καταστεί ακριβότερη η αντικατάσταση των εργαζομένων και παράλληλα να εξασφαλιστούν πόροι για τη στήριξη όσων χάνουν τη δουλειά τους. Η πρότασή του κερδίζει έδαφος, ακόμη και στη Wall Street, ως ένα μέσο εξισορρόπησης του κόστους ανάμεσα στην αυτοματοποίηση και την ανθρώπινη εργασία.
Επιπλέον, πρότεινε να απαγορευτεί ρητά η υποκατάσταση ορισμένων επαγγελμάτων από αλγορίθμους — μια κατηγορία που ονόμασε «Αποκλειστικά Ανθρώπινο Εργο». Σε αυτή περιλαμβάνονται ρόλοι βαθιά προσωπικοί, όπως οι φροντιστές υγείας, ή επαγγέλματα όπου οι εργαζόμενοι είναι απίθανο να βρουν εναλλακτική απασχόληση.
Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ νέων διεθνών συνθηκών με αυστηρά κριτήρια ελέγχου και περιορισμού ακραίων κινδύνων, όπως η βιοτρομοκρατία, προειδοποιώντας ότι αρκεί μια μικρή ομάδα ανθρώπων με πρόσβαση σε προηγμένα μοντέλα AI για να συνθέσει νέα επικίνδυνα παθογόνα.
Δήλωσε έτοιμος να αντιπαρατεθεί με οποιονδήποτε αμφισβητεί την ανάγκη υποχρεωτικών ελέγχων σε συστήματα AI που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την πρόκληση πανδημιών. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι μένει άφωνος μπροστά στα μέτρα εθελοντικής συμμόρφωσης που προωθούν ο Λευκός Οίκος και οι επικεφαλής των τεχνολογικών ομίλων.
«Αυτορρύθμιση στο πιο επικίνδυνο εργαλείο που επινοήθηκε ποτέ;» αναρωτήθηκε με δυσπιστία. «Οχι, ευχαριστώ!»
Ο Γκέιτς δήλωσε συγκλονισμένος από την έλλειψη αίσθησης κατεπείγοντος γύρω από αυτά τα ζητήματα. Πολλές από τις ανησυχίες του ταυτίζονται με εκείνες του συνιδρυτή της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, οι προειδοποιήσεις του οποίου τον έφεραν σε τροχιά σύγκρουσης με το Πεντάγωνο, τον Λευκό Οίκο και μεγάλο μέρος της βιομηχανίας.
«Βλέπουμε να στοχοποιείται όποιος τολμά να μιλήσει ανοιχτά για τις σκοτεινές πτυχές της τεχνολογίας», σημείωσε ο κ. Γκέιτς, ο οποίος δεσμεύτηκε να θέτει το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης σε κάθε επαφή του με διεθνείς ηγέτες.
Παραδέχτηκε πάντως ότι ο ίδιος βρίσκεται σε αλλόκοτη θέση: έχοντας πρωτοστατήσει όσο ελάχιστοι στη διάδοση και διαμόρφωση της σύγχρονης πληροφορικής, βρίσκεται τώρα στη θέση να προειδοποιεί ότι η τεχνολογία που ο ίδιος βοήθησε να γεννηθεί απειλεί τον πλανήτη.
«Δεν μου αρέσει να φέρνω κακά νέα ούτε να λέω ότι η καινοτομία μπορεί να έχει καθαρά αρνητικό πρόσημο», κατέληξε. «Αυτή όμως είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε».