Του Πατριάρχη
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν αποφάσισε για ακόμη μία φορά να ξαναγράψει την ιστορία, αυτή τη φορά επιστρατεύοντας και τη γενετική. Δήλωσε ότι Ρώσοι και Ουκρανοί αποτελούν ένα έθνος και ότι τα εδάφη της ανατολικής Ουκρανίας είναι ιστορικώς ρωσικά. Μάλιστα, επικαλέστηκε κάποιες απροσδιόριστες γενετικές μελέτες, λες και η εθνική ταυτότητα μπορεί να διαπιστωθεί με εξέταση αίματος και η κρατική κυριαρχία με ανάλυση DNA.
Η θεωρία του όμως έχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Αν εφαρμοστεί με συνέπεια, η σημερινή Ρωσία θα πρέπει να αρχίσει να αποχαιρετά ορισμένα από τα εδάφη της. Και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί να φτάσουμε στην εποχή του Μεγάλου Πέτρου ή της Μεγάλης Αικατερίνης.
Ας αρχίσουμε από το Καλίνινγκραντ. Τη ρωσική περιοχή ανάμεσα στην Πολωνία και τη Λιθουανία, η οποία φιλοξενεί σημαντικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αποτελεί στρατηγικό προγεφύρωμα της Μόσχας στη Βαλτική.
Μέχρι το 1945 ήταν το γερμανικό Κένιγκσμπεργκ, ιστορική πρωτεύουσα της Ανατολικής Πρωσίας και γενέτειρα του φιλοσόφου Ιμμάνουελ Καντ. Μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, η περιοχή πέρασε στη Σοβιετική Ένωση, στο πλαίσιο των μεταπολεμικών αποφάσεων των Συμμάχων. Ο γερμανικός πληθυσμός εκδιώχθηκε με τη βία και εγκαταστάθηκαν Σοβιετικοί έποικοι.
Αν λοιπόν ο Πούτιν θεωρεί ότι η παλαιότερη ιστορική ταυτότητα ενός εδάφους υπερισχύει των σύγχρονων συνόρων, γιατί δεν εισηγείται την επιστροφή του Καλίνινγκραντ στη Γερμανία;
Η απάντηση είναι προφανής. Επειδή η Ιστορία χρησιμοποιείται επιλεκτικά. Όταν εξυπηρετεί τη ρωσική επέκταση, θεωρείται αδιαμφισβήτητο τεκμήριο και όταν αμφισβητεί ρωσικά κεκτημένα, μπαίνει στο συρτάρι.
Ανάλογη είναι η περίπτωση των Κουρίλων Νήσων. Η Ιαπωνία διεκδικεί τέσσερα νησιά που κατέλαβε η Σοβιετική Ένωση το 1945, παρά το γεγονός ότι η μεταξύ τους οριοθέτηση είχε καθοριστεί με συνθήκη ήδη από το 1855. Η Μόσχα αρνείται την επιστροφή τους και η εδαφική διαφορά εξακολουθεί να εμποδίζει την υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Ιαπωνίας.
Εδώ γιατί δεν έχει αξία η ιστορική συνέχεια;
Υπάρχει επίσης η Υπερδνειστερία. Μια κατεχόμενη περιοχή της Μολδαβίας, όπου παραμένουν ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η Μόσχα δεν την έχει προσαρτήσει, αλλά συντηρεί στρατιωτική παρουσία σε έδαφος άλλου κράτους, ενώ ο ΟΗΕ έχει ζητήσει την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων.
Ακόμη πιο διδακτική είναι η περίπτωση της Φινλανδίας. Το 1939 η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στη γειτονική χώρα, απαιτώντας εδάφη. Οι Φινλανδοί αντιστάθηκαν με αξιοθαύμαστη αποφασιστικότητα, αλλά αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν περιοχές, μεταξύ των οποίων μεγάλο μέρος της φινλανδικής Καρελίας.
Οι απώλειες κατοχυρώθηκαν τελικά με συνθήκες ειρήνης, ιδίως εκείνη των Παρισίων το 1947. Επομένως, δεν πρόκειται σήμερα για νομικά αμφισβητούμενη κατοχή αντίστοιχη της ουκρανικής. Ωστόσο, το ιστορικό γεγονός παραμένει. Εδάφη που ανήκαν στη Φινλανδία βρίσκονται σήμερα στη Ρωσία επειδή ο Στάλιν χρησιμοποίησε τη στρατιωτική ισχύ.
Αν αρχίσουμε να αναζητούμε την κυριαρχία στους χάρτες προηγούμενων αιώνων, πού ακριβώς θα σταματήσουμε;
Και βεβαίως υπάρχει η Κριμαία. Πολύ πριν εμφανιστούν οι Ρώσοι, στις ακτές της είχαν ιδρυθεί ελληνικές πόλεις που αποτελούσαν σημαντικά κέντρα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η ελληνική παρουσία στη χερσόνησο είναι καταγεγραμμένη από την αρχαιότητα.
Θα μπορούσε λοιπόν η Ελλάδα, επικαλούμενη την ιστορική της παρουσία, να διεκδικήσει την Κριμαία; Προφανώς όχι. Και κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν θα υποστήριζε τέτοια αξίωση. Ακριβώς επειδή η ιστορική παρουσία ενός λαού δεν δημιουργεί αυτομάτως σημερινά κυριαρχικά δικαιώματα.
Αν ίσχυε το αντίθετο, οι Ιταλοί θα μπορούσαν να διεκδικούν τη μισή Ευρώπη επικαλούμενοι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι Μογγόλοι τεράστιες εκτάσεις της Ευρασίας και οι Έλληνες τα εδάφη που είχε κατακτήσει ο Μέγας Αλέξανδρος.
Ο κόσμος θα μετατρεπόταν σε ένα απέραντο φρενοκομείο, με τα σύνορα να αλλάζουν ανάλογα με τα κέφια αυτού που έχει στρατιωτική ισχύ και διαβάζει τον χάρτη όπως τον βολεύει.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο ίδιος ο Πούτιν παρακάμπτει ένα γεγονός πολύ πιο πρόσφατο από όσα επικαλείται. Το 1997 η Ρωσία υπέγραψε συμφωνία φιλίας με την Ουκρανία, αναγνωρίζοντας την εδαφική της ακεραιότητα και το απαραβίαστο των συνόρων της.
Η Μόσχα γνώριζε τότε πολύ καλά πού βρισκόταν το Ντονέτσκ, το Λουχάνσκ και η Κριμαία. Δεν ανακαλύφθηκαν ξαφνικά το 2014 ή το 2022.
Για την Κύπρο, μάλιστα, η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η αποδοχή της ρωσικής επιχειρηματολογίας θα αποτελούσε εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο. Τι θα εμπόδιζε την Τουρκία να επικαλεστεί την οθωμανική κυριαρχία στην Κύπρο ως ιστορικό δικαίωμα που υπερισχύει της σημερινής διεθνούς νομιμότητας;
Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε το διεθνές δίκαιο για την τουρκική κατοχή και να αποδεχόμαστε ιστορικά προσχήματα για τη ρωσική κατοχή ουκρανικών εδαφών.
Ο Πούτιν γνωρίζει ασφαλώς ότι η Ουκρανία είναι ανεξάρτητο κράτος. Γνωρίζει επίσης ότι οι Ουκρανοί έχουν δική τους εθνική συνείδηση, γλώσσα και ιστορική διαδρομή, παρά τους στενούς δεσμούς τους με τους Ρώσους.
Αυτό που αμφισβητεί είναι το δικαίωμά τους να αποφασίζουν μόνοι για το μέλλον τους.
Η Ιστορία δεν αποτελεί συμβόλαιο ιδιοκτησίας που μεταβιβάζεται από αυτοκράτορες σε σύγχρονους δικτάτορες, ούτε δίνει σε έναν ισχυρό γείτονα δικαίωμα να καταργεί ένα κράτος επειδή κάποτε τα εδάφη του βρίσκονταν υπό κοινή διοίκηση.
Αν ο Πούτιν επιθυμεί πραγματικά να αποκαταστήσει ιστορικές αδικίες, έχει αρκετή δουλειά μέσα στα σημερινά σύνορα της Ρωσίας. Μόνο που εκεί, περιέργως, η Ιστορία δεν φαίνεται να έχει δικαίωμα λόγου.