Νίκος Δεσύλλας (1943-2026): Πορτρετίστας μιας Ελλάδας που χάνεται

Φόρτωση Text-to-Speech…

«Οταν οι πατρίδες κόβονται σε κομμάτια, τότε έρχονται οι δημιουργοί για να επουλώσουν τις πληγές. Είναι οι μόνοι που το μπορούν αλλά και το δικαιούνται», έγραψε κάποτε για εκείνον ο κριτικός τέχνης, συγγραφέας και πανεπιστημιακός δάσκαλος Μάνος Στεφανίδης. Πράγματι, αυτό έκανε ο Νίκος Δεσύλλας, που έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών. Σε μια Ελλάδα συχνά πληγωμένη –από την άναρχη δόμηση, τον υπερτουρισμό, την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος– εκείνος έσκαβε, θαρρείς, την επιφάνεια, έβρισκε κρυμμένες ομορφιές και τις αποτύπωνε με τον φακό του.

Η ύπαιθρος

Εραστής της βραδύτητας, προτιμούσε πάντα τον χωματόδρομο από τις λεωφόρους, το παραδοσιακό από το μοντέρνο, το αυθεντικό από το στυλιζαρισμένο, την κλασική φωτογραφική μηχανή από το drone. Για περισσότερα από 50 χρόνια, με αφοσίωση, υπομονή, αλλά και τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού, διέσχιζε την Ελλάδα από άκρη σε άκρη με τη μηχανή του. Απαθανάτιζε ανθρώπους της υπαίθρου, μοναδικά τοπία, ξωκκλήσια, χωριά, ζώα, μικρές λεπτομέρειες – σε μια χώρα που άλλαζε με ραγδαίους ρυθμούς.

Νίκος Δεσύλλας (1943-2026): Πορτρετίστας μιας Ελλάδας που χάνεται-1
Ο Νίκος Δεσύλλας.

«Δεν τον απασχολεί η μυθολογία, ούτε καν η ιστορία. Πρωταγωνιστές του είναι το φως και το χρώμα, στοιχεία που συνθέτουν μια εικόνα στοχαστικά ανέμελη. […] Εστιάζει το ενδιαφέρον του σε ό,τι εν δυνάμει συγκροτεί την αλήθεια του τόπου», έγραψε ο Θανάσης Βαλτινός στο κείμενό του που συμπεριλήφθηκε στο λεύκωμα του Νίκου Δεσύλλα «Ελλάδα, πατρίδα του φωτός» (εκδόσεις Μίλητος, 2011).

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Κέρκυρα, την οποία λάτρευε, και σπούδασε στη Σχολή Δοξιάδη. Ξεκίνησε να εργάζεται επαγγελματικά ως φωτογράφος το 1973 και έκτοτε συνεργάστηκε με μεγάλες διαφημιστικές εταιρείες, περιοδικά, διεθνείς οργανισμούς, την Εκδοτική Αθηνών, τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού και την Οργανωτική Επιτροπή «Αθήνα 2004». Οι φωτογραφίες του ταξίδεψαν μακριά.

Νίκος Δεσύλλας (1943-2026): Πορτρετίστας μιας Ελλάδας που χάνεται-2
Εσωτερικό σπιτιού στο χωριό Καράτουλας τη δεκαετία του 1990. [ΝΙΚΟΣ ΔΕΣΥΛΛΑΣ]

Κόσμησαν το στούντιο του αμερικανικού δικτύου CBS κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, έγιναν μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες αφίσες του ΕΟΤ, του χάρισαν το πρώτο βραβείο στην Μπιενάλε Βενετίας. Το απόσταγμα της δουλειάς του συγκεντρώθηκε σε 16 εμβληματικά φωτογραφικά λευκώματα. την καλλιτεχνική επιμέλεια των περισσοτέρων είχαν η σύντροφός του, γραφίστρια Μαρία Καρατάσσου και, στη συνέχεια, η θετή του κόρη Στέλλα, από τον εκδοτικό οίκο Σύνολο, που μαζί είχαν δημιουργήσει.

«Τα τελευταία χρόνια, κινητικά προβλήματα και πόνοι στη σπονδυλική του στήλη τον δυσκόλευαν πολύ. Δεν σταμάτησε όμως να φωτογραφίζει. Αναζητούσε τα περιβόητα “κάδρα” του. Και μόλις ανακάλυπτε κάποιο, ξεχνούσε τους πόνους και τις δυσκολίες και έφτανε, ακόμα και σκαρφαλώνοντας, στο σημείο που έπρεπε για τη λήψη. Μετά, περίμενε υπομονετικά για το σωστό φως, τη σωστή στιγμή. Κάποιες φορές για ώρες. Ηταν τελειομανής και δεν συμβιβαζόταν εύκολα με κάτι λιγότερο από την εικόνα που είχε ήδη δει μέσα στο μυαλό του…», λέει στην «Κ» η δεύτερη θετή του κόρη Σοφία Πέρπερα, οινολόγος, υπεύθυνη Διεθνών Σχέσεων και Μάρκετινγκ του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου. Μαζί της ο Νίκος Δεσύλλας ετοίμαζε αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «κύκνειο άσμα» του: ένα βιβλίο αφιερωμένο στο ελληνικό κρασί. «Δυστυχώς, δεν πρόλαβε να το δει ολοκληρωμένο. Πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη φωτογράφιση. Ετσι θα είναι εκεί, σε κάθε του σελίδα».

Νίκος Δεσύλλας (1943-2026): Πορτρετίστας μιας Ελλάδας που χάνεται-3
Εικόνα από το χωριό καταγωγής του φίλου του Θανάση Βαλτινού, το Κούτσι Αρκαδίας. [ΝΙΚΟΣ ΔΕΣΥΛΛΑΣ]

Για τους συναδέλφους του ήταν ο «ήρεμος γίγαντας της ελληνικής φωτογραφίας». Ο επίσης φωτογράφος Γιάννης Γιαννέλος τον θαύμαζε πάντα για τις εικόνες και τη ματιά του. «Για τα άρτια τετράγωνα καδραρίσματά του, για το πώς εκμεταλλευόταν το φως και για το συναίσθημα που μπορούσε να προσθέσει στη στιγμή. Οταν τον γνώρισα, άρχισα να θαυμάζω και όλα τα υπόλοιπα. Τη ματιά του και στη ζωή, την παιδικότητά του, τον τρόπο που κατάφερνε να λειτουργεί έξω από τον χρόνο και την ταχύτητα των άλλων, την υπομονή και την ευγένειά του», θυμάται.

Για την κόρη του Δάφνη, τη σύζυγο, τα εγγόνια και τους υπόλοιπους δικούς του ανθρώπους ήταν ο «Νικολάκης» τους. «Απόλυτα δωρικός και υπέροχα διακριτικός, με σπάνια αισθητική που χαρακτήριζε όχι μόνο τη δουλειά του, αλλά και ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε και ζούσε τη ζωή», όπως τον περιγράφει η Σοφία Πέρπερα.

«Ηταν ταπεινός και ολιγαρκής· μπορούσε να αισθάνεται πραγματικά ευτυχισμένος με μια μπίρα σ’ ένα παραδοσιακό καφενείο ή με τηγανητά ψαράκια δίπλα στο κύμα. Αθόρυβος αλλά ουσιαστικός. Με εκείνο το καλοκάγαθο και, κατά καιρούς, πονηρούτσικο βλέμμα, που συνήθως προμήνυε κάποια… ζαβολιά. Αυτό νομίζω ότι θα μου λείψει περισσότερο απ’ όλα».