Τρεις Σκωτσέζοι έχουν σημαδέψει τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στα 148 χρόνια ιστορίας της. Ο Ματ Μπάσμπι, παρότι ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στη Σίτι, κάθισε συνολικά 25 χρόνια (!) στον πάγκο των Κόκκινων Διαβόλων, σε δύο διαφορετικές θητείες.
Δημιούργησε τους θρυλικούς «Busby Babes», κατακτώντας πρωταθλήματα με μια νεότατη σε ηλικία ομάδα, ήταν ένας από τους ελάχιστους επιζώντες της αεροπορικής τραγωδίας του Μονάχου και, δέκα χρόνια αργότερα από εκείνη την αποφράδα μέρα, έκανε τη Γιουνάιτεντ την πρώτη αγγλική ομάδα που κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ανακηρύχθηκε σερ από τη βασίλισσα Ελισάβετ.
Σπουδαίο μέλος εκείνης της ομάδας ήταν ο θρυλικός Ντένι Λόου, ο οποίος το 1965 έγινε ο πρώτος (και μοναδικός μέχρι σήμερα) Σκωτσέζος που τιμήθηκε με τη «Χρυσή Μπάλα» ως κορυφαίος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης.
Θα είναι για πάντα παρών έξω από το «Ολντ Τράφορντ», στο άγαλμα που τον αναπαριστά μαζί με τα άλλα μέλη της «Αγίας Τριάδας» της Γιουνάιτεντ, τον Αγγλο Μπόμπι Τσάρλτον και τον Βορειοϊρλανδό Τζορτζ Μπεστ.
Ο Αλεξ Φέργκιουσον άλλαξε τη σύγχρονη Ιστορία της Γιουνάιτεντ, κάθισε στον πάγκο της 27 ολόκληρα χρόνια και την οδήγησε στην κατάκτηση 38 τίτλων, κάνοντας την ομάδα του την πρώτη που πήρε το τρεμπλ (Πρωτάθλημα, Κύπελλο, Champions League), ιστορική επιτυχία που μιμήθηκε η έτερη ομάδα του Μάντσεστερ, 24 χρόνια αργότερα. Οπως και ο Μπάσμπι, έγινε και αυτός σερ για την προσφορά του στον αθλητισμό και τις επιτυχίες του στο ποδόσφαιρο.
Εκτός από την μπάλα, βεβαίως, ο σερ Αλεξ είχε (και έχει) πολλά και διαφορετικά ενδιαφέροντα, μεταξύ των οποίων τον κινηματογράφο, όπου άλλωστε μεγαλούργησε ένας συμπατριώτης και καλός του φίλος, ο οποίος δεν βρίσκεται στη ζωή εδώ και έξι χρόνια. Και ναι, ήταν και αυτός.
«Ηταν ο κορυφαίος Τζέιμς Μποντ», είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ο Φέργκιουσον για τον καλό του φίλο Τόμας Σον Κόνερι, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα (25/08) το 1930 και έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο τον Οκτώβριο του 2020, σε ηλικία 90 ετών.
Λίγοι διαφωνούν με αυτή την άποψη του Σκωτσέζου θρύλου για τον ηθοποιό από το Εδιμβούργο, γιο Ιρλανδών προσφύγων, ο οποίος συμμετείχε σε επτά περιπέτειες του κινηματογραφικού μυστικού πράκτορα, πήρε Οσκαρ και «Χρυσή Σφαίρα», αλλά, ποιος ξέρει, ίσως να μπορούσε να είχε διεκδικήσει τη «Χρυσή Μπάλα» ως παίκτης της Γιουνάιτεντ!
Λάτρης του ποδοσφαίρου από μικρός, όχι μόνο για το άθλημα αυτό καθ’ αυτό, αλλά και επειδή είχε «τη σπάνια πολυτέλεια να κάνω ένα ζεστό μπάνιο μετά τους αγώνες», όπως είχε πει κάποτε.
Ξεκίνησε στην ερασιτεχνική ΦετΛορ και στη συνέχεια πήγε στους Νέους της Μπόνιρινγκ Ρόουζ Αθλέτικ, αγωνιζόμενος στην πρώτη ως δεξί χαφ και στη δεύτερη ως δεξί εξτρέμ. Ο Νατ Φίσερ, φροντιστής στην Μπόνιρινγκ όταν έπαιζε σε αυτή ο Κόνερι, δεν θυμάται να ξεχώριζε ιδιαιτέρως με την μπάλα στα πόδια. «Οι αντίπαλοι αμυντικοί τον κλωτσούσαν συνεχώς και αυτό δεν του άρεσε πολύ. Του άρεσαν, αντίθετα, τα κορίτσια» εξηγεί.
Παρά τα (αρνητικά) σχόλια του Φίσερ για το ποδοσφαιρικό του ταλέντο, σε έναν αγώνα της ομάδας του έτυχε να βρεθεί ένας σκάουτ της Γιουνάιτεντ, την προσοχή του οποίου τράβηξε ο νεαρός Σον με όσα έκανε στη δεξιά πλευρά της επίθεσης, χάρη στη δύναμη και την ταχύτητά του, όπως λένε όσοι τον είχαν δει να παίζει μπάλα.
Υστερα από συνεννόηση με τον Μπάσμπι, ο σκάουτ πρόσφερε επαγγελματικό συμβόλαιο στον Κόνερι, το οποίο βεβαίως εκείνη την εποχή δεν είχε καμία σχέση με τα τωρινά συμβόλαια, αναφορικά με τις αποδοχές. Για την ακρίβεια, θα έβγαζε 25 λίρες την εβδομάδα.
Παρότι στο πίσω μέρος του μυαλού του ήθελε να ασχοληθεί σοβαρά με το ποδόσφαιρο, ο Σον απέρριψε την πρόταση των Κόκκινων Διαβόλων. «Πραγματικά ήθελα να δεχθώ, γιατί λάτρευα το ποδόσφαιρο. Η παρακμή ενός ποδοσφαιριστή της ελίτ, όμως, αρχίζει στα τριάντα του χρόνια. Εκείνη τη στιγμή ήμουν 23. Στο τέλος αποφάσισα να γίνω ηθοποιός», εξομολογήθηκε χρόνια αργότερα ο Κόνερι, ο οποίος χαρακτήρισε την απόφασή του να ασχοληθεί με την ηθοποιία ως «μια από τις πιο έξυπνες αποφάσεις που πήρα στη ζωή μου».
https://x.com/FIFAcom/status/1322528742221205504
Παρότι έκανε πάνω από 60 ταινίες, έπαιξε σε δεκάδες παραγωγές σε τηλεόραση και θέατρο και δημιούργησε μια περιουσία που έφτασε τα 350 εκατ. δολάρια, το ποδόσφαιρο πάντα κατείχε μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του. Και, όποτε οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις του το επέτρεπαν, βρισκόταν στα επίσημα του «Αϊμπροξ Παρκ» για να δει από κοντά την αγαπημένη του Ρέιντζερς. Και αυτό, παρότι όταν ήταν πιο νεαρός υποστήριζε τη… Σέλτικ!
«Πάντα ήμουν με την ομάδα που έπαιζε καλύτερο ποδόσφαιρο», ανέφερε στην αυτοβιογραφία του, όπου εξηγούσε ότι για πολλά χρόνια αυτή η ομάδα ήταν η Σέλτικ, η πρώτη βρετανική ομάδα άλλωστε που κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών.
«Με τα χρόνια, όμως, άλλαξα και άρχισα να υποστηρίζω τη Ρέιντζερς», συμπλήρωνε για μια πρωτοφανή απόφαση, η οποία του στοίχισε αρκετές βρισιές και… επιθέσεις με σάλιο ενώ περπατούσε στους δρόμους της Γλασκώβης από έξαλλους οπαδούς που δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι άλλαξε «στρατόπεδο».
Ο ίδιος εξηγούσε πάντα ότι «οι θρησκευτικές προτιμήσεις δεν σημαίνουν τίποτα για εμένα», αναφερόμενος στη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των Καθολικών της Σέλτικ και των Διαμαρτυρόμενων της Ρέιντζερς.
Η συμπάθειά του για τη δεύτερη έγινε ακόμα πιο έντονη λόγω της βαθιάς φιλίας του με τον Ντέιβιντ Μάρεϊ, ιδιοκτήτη και πρόεδρο του συλλόγου της Γλασκώβης για 21 χρόνια, σε ένα διάστημα όπου η Ρέιντζερς κατέκτησε 15 πρωταθλήματα και είκοσι κύπελλα.
Ο Σον Κόνερι μπορούσε να γίνει ποδοσφαιριστής, αλλά στα 23 του χρόνια αποφάσισε ότι θα γίνει ηθοποιός, θα εξελιχθεί στον καλύτερο Τζέιμς Μποντ όλων των εποχών και θα γίνει σερ για όσα πρόσφερε στην έβδομη τέχνη. Σε αυτήν της μπάλας, πάντως, παρέμεινε αφοσιωμένος, αφού η πρώτη αγάπη δεν ξεχνιέται ποτέ.