Ξέρουμε πώς να βγούμε από τον γλωσσικό και οπτικό χυλό

Φόρτωση Text-to-Speech…

Δεν έχω κριτήρια αναγνώρισης άρθρων και μεταφράσεων που έχουν γίνει με AI. Το νιώθω, όμως. Μου χτυπάνε. Τους τελευταίους μήνες η παρουσία ενός γλωσσικού χυλού στο παρανοϊκό Διαδίκτυο είναι σαρωτική. Τη νιώθω σαν έναν απαλό ίλιγγο κάπου στην άκρη του μυαλού. Αρχίζει όταν βλέπω λέξεις στην ελληνική γλώσσα, αλλά δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της πρότασης, γιατί οι λέξεις δεν έχουν συνδεθεί. Ή: όταν βλέπω λέξεις στην ελληνική και μπορώ να μαντέψω την προέλευσή τους από συγκεκριμένες φράσεις της αγγλικής. Δεν αναφέρομαι στο οργανικό μπόλιασμα γλωσσών, όπως όταν μιλάς με πολύγλωσσους, με μετανάστες ή με κάποιον που ζει τη μισή του ζωή σ’ άλλη γλώσσα λόγω επαγγέλματος, προσωπικών σχέσεων κ.λπ. Οχι, σας λέω για κάτι αφύσικα ελληνικά από μετάφραση που προκαλούν ανοικείωση και είναι έτσι στρογγυλεμένα ώστε να μοιάζουν με το κειμενικό ανάλογο του emoji.

Οσοι παράγουν και αναρτούν χυλό πώς νιώθουν; Οταν στα δεκατρία τους ονειρεύονταν να γίνουν συγγραφείς, συντάκτες ή ορειβάτες σκέφτονταν να αναθέσουν το δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς σε μηχανήματα; Δεν νιώθουν το «γκλιτς» στη ρομπο-μετάφραση; Τη λέξη που αστοχεί σαν να βρίσκεται πιο δεξιά ή πιο κάτω από το αληθινό της νόημα; Μέσα στα κείμενα και στις εικόνες των ρομπότ, στις αναρτήσεις με θυμοσοφίες ταλαίπωρων κυβερνοκουλτουριάρηδων του Αυγούστου, στα αδιανόητα φλύαρα άρθρα, στα «βάιραλ» βίντεο που δεν είναι βάιραλ, νιώθω μόνη. Ποιος θα μάς σώσει από τον χυλό;

Αρχικά, εμείς οι ίδιοι. Δεν ξέρω εάν έτυχε και σ’ εσάς, πάντως εγώ όσες φορές πήγα φέτος θερινό ήταν φίσκα. Και σε παλιές και σε καινούργιες ταινίες. Είναι αληθινή απόλαυση να βλέπεις μία ταινία ολόκληρη, όχι κλιπς, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους και χωρίς τον καταναγκασμό να τη σχολιάσεις ή να τη βαθμολογήσεις. Το σώσιμό μας θα έρθει, επίσης, από την εργασία των επιμελητών (curators), των εκδοτριών/εκδοτών, των καλλιτεχνών και των καλλιτεχνικών ομάδων.

Πρόκειται για παλιομοδίτικη εργασία. Οι επιμελήτριες διαλέγουν τι να μας δείξουν. Το ίδιο κάνουν και οι αρχισυντάκτριες και οι εκδότριες. Οι ομάδες καλλιτεχνών λένε «όχι» σε μία κακή ιδέα. Οι κολεκτίβες αποπέμπουν μέλη τους που δεν συμμερίζονται τις αξίες της κολεκτίβας. Ολ’ αυτά αποκτούν νέο νόημα υπό το φως του Χυλού. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να κάνουν ξεδιάλεγμα. Το ξεδιάλεγμα, φυσικά, είναι άσκηση εξουσίας, γι’ αυτό χρειαζόμαστε πολλούς ανθρώπους, με διαφορετικές αξίες, που να κάνουν ξεδιάλεγμα σε διαφορετικά μέρη, μέσα, δίκτυα, χώρους κ.λπ. Πλουραλισμό και αληθινή ποικιλία.

Παρακολουθούσα πρόσφατα μία παλαιότερη συνέντευξη του αρχιμουσικού Θεόδωρου Κουρεντζή. Στις συναυλίες του δεν βρίσκεις εύκολα εισιτήριο. Γιατί πάμε στη Φιλαρμονική, ενώ υπάρχει το spotify; Ο αρχιμουσικός αναφέρθηκε σε μια κρίσιμη έννοια: την ευκολία. Η υπερβολική ευκολία κάνει το πράγμα φθηνό, το ξεφτίζει. Κάτι χάνεται όταν ακούω μουσική που δεν τελειώνει και δεν την έχουν διαλέξει άνθρωποι, χωρίς να μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ή ν’ αποκλείσω οποιαδήποτε άσχετη σκέψη. Η ευκολία, λοιπόν, έχει δύο μεριές. Τον πομπό και τον δέκτη. Το έργο τέχνης δεν οφείλει να είναι υπερβολικά εύκολο για κανέναν.