Πυθία ΑΙ και σόκιν αστεία

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, βράδυ Σαββάτου, γύρω στις 11. Το κοινό, κάπως ταλαιπωρημένο από τη ζέστη και τη δίωρη διάρκεια της παράστασης, χειροκροτά παρ’ όλα αυτά με θέρμη τους συντελεστές της «Λυσιστράτης», οι οποίοι υποκλίνονται στη σκηνή. Περίπου 17.000 θεατές, αριθμός εντυπωσιακός, βρέθηκαν συνολικά στο αργολικό θέατρο για το διήμερο της πρεμιέρας του αριστοφανικού έργου, που σκηνοθέτησε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, Αστέριος Πελτέκης, και παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου 2026. Οι περισσότεροι θα έμειναν ευχαριστημένοι, αφού παρακολούθησαν αγαπημένους και οικείους (από την τηλεόραση) πρωταγωνιστές σε μια αρκετά διασκεδαστική, αν και κάπως παλιομοδίτικη διασκευή της «Λυσιστράτης».

Η παράσταση ξεκίνησε in medias res και σε «διάλογο» με το κοινό, αφού κάποιοι από τους ηθοποιούς ξεπήδησαν σε ζευγάρια μέσα από το κοίλο, καβγαδίζοντας με φωνές και βρισιές, καθώς κατηφόριζαν προς τη σκηνή. Ούτως ή άλλως, η ένταση και τα πάθη είναι διάχυτα στο αριστοφανικό κείμενο (εδώ σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Μπούρα), με την Αθηναία Λυσιστράτη (Ελισάβετ Κωνσταντινίδου) να καλεί τις γυναίκες της υπόλοιπης Ελλάδας σε ερωτική… απεργία, ώσπου οι άνδρες να φιλοτιμηθούν να σταματήσουν τον πόλεμο.

Πυθία ΑΙ και σόκιν αστεία-1
Περίπου 17.000 θεατές, αριθμός εντυπωσιακός, βρέθηκαν συνολικά στο αργολικό θέατρο για το διήμερο της πρεμιέρας.

Ο Πελτέκης και οι συνεργάτες του προσπάθησαν αρκετά ώστε το κλασικό περιεχόμενο της κωμωδίας να διανθιστεί με σύγχρονες αναφορές και να μεταφερθεί έτσι στο σήμερα, δίχως να αλλοιωθεί η βασική του ταυτότητα. Το κυρίως σκηνικό της Φρόσως Λύτρα, με σχήμα που παρέπεμπε ελαφρώς σε αιδοίο(;) και αφαιρετικές λεπτομέρειες στα υπόλοιπα στοιχεία του, ήταν μια ευπρόσδεκτη διαφοροποίηση από πιο κλασικά πρότυπα· οι χορογραφίες του Κωνσταντίνου Ρήγου, ρέουσες και δίχως υπερβολές, ανέδειξαν αποτελεσματικά την επιλογή να σπάσει (μερικώς) ο αυστηρός διαχωρισμός γυναικείου και ανδρικού χορού του έργου· το ίδιο το κείμενο της παράστασης, τέλος, εμπεριείχε άφθονες αναφορές στις μέρες μας –από τα «μπρο» της εφηβικής αργκό μέχρι λογοπαίγνιο με το όνομα του Ντόναλντ Τραμπ– και προσθήκες χαρακτήρων όπως η επιτυχημένη «Πυθία ΑΙ», η οποία πεταγόταν ανά τακτά διαστήματα για να δώσει χρήσιμες και άχρηστες πληροφορίες στους ήρωες.

Μοιάζει να δόθηκε λιγότερη σημασία στην πολιτική διάσταση ενός, κατά τα άλλα, θαυμαστά πρωτοποριακού έργου, το οποίο πιθανότατα επελέγη ακριβώς για τον αντιπολεμικό χαρακτήρα του.

Παρά τα προαναφερθέντα, τα οποία αποτελούν περισσότερο «περιτύλιγμα» και λιγότερο ουσία, οι κυριότεροι κωμικοί μηχανισμοί της παράστασης κινήθηκαν γύρω από το σόκιν περιεχόμενο του κειμένου (αιδοία, φαλλοί, αυτοϊκανοποίηση, σεξουαλικές ορέξεις κ.ο.κ.) σε κάθε πιθανή μορφή και λεξιλόγιο – είναι όμως το σόκιν και αστείο το 2026; Φυσικά το αριστοφανικό κείμενο είναι γεμάτο από τέτοιες αναφορές, ενισχυμένες μάλιστα με ευφάνταστη λεξιπλασία, όμως στο πλαίσιο μιας σύγχρονης διασκευής θα μπορούσε η ζυγαριά να μη γείρει τόσο συντριπτικά προς το μέρος τους. Αντιθέτως, μοιάζει να δόθηκε λιγότερη σημασία στην πολιτική διάσταση ενός, κατά τα άλλα, θαυμαστά πρωτοποριακού έργου, το οποίο πιθανότατα επελέγη –και ορθώς– ακριβώς για τον αντιπολεμικό χαρακτήρα του.

Και στα επιμέρους, πάντως, είχαμε καλές και μέτριες στιγμές. Στις πρώτες ανήκει σίγουρα η σκηνή-ντουέτο της Κατερίνας Παπουτσάκη (σε άψογη φόρμα), η οποία υποδύθηκε την παιχνιδιάρα Μυρρίνη, και του Κρατερού Κατσούλη, στον ρόλο του ξαναμμένου Κινησία. Οι δυο τους δημιούργησαν μια σεκάνς λιτής αισθητικής, αλλά εξαιρετικού ρυθμού, που παρέσυρε το κοινό με τον κωμικό αισθησιασμό της – ολόκληρη η παράσταση θα «ανέπνεε» καλύτερα εάν υπήρχαν περισσότερα τέτοια στοιχεία, αντί π.χ. για τον κάπως αμήχανο διδακτισμό του τελευταίου μέρους.

Από την πλευρά της, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου έντυσε με το δικό της ξεχωριστό ιδίωμα την κεντρική ηρωίδα, σε μια αναμφίβολα αφοσιωμένη ερμηνεία, η οποία επίσης εκτιμήθηκε από το κοινό. Παρομοίως κι εκείνη του Κώστα Σάντα, στον επινοημένο ρόλο του μάντη Αριστογέροντα, μία από τις πιο έξυπνες και καλοτοποθετημένες προσθήκες στο κλασικό κείμενο. Συνολικά η «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ πέρασε πάνω από τον πήχυ, ψυχαγωγώντας όσους βρέθηκαν στην Επίδαυρο και υποσχόμενη ανάλογη συνέχεια σ’ εκείνους που θα την παρακολουθήσουν στην επερχόμενη περιοδεία της.