Το τέλος μιας εποχής δεν είναι απαραίτητα κακό

Δεν είναι κακός παίκτης ο Aνταμ Τσέριν. Δεν πήρε βαθμό «κάτω από τη βάση» σε αυτά τα τέσσερα χρόνια που ήταν στον Παναθηναϊκό. Δεν αδιαφόρησε, δεν έβαλε τα χέρια στη μέση, δεν πρωταγωνίστησε σε κάποιο «θερμό επεισόδιο» με αντιπάλους, με τον προπονητή του, με κάποιον διαιτητή, με τους φίλους της ομάδας. Hταν εκεί όταν τον χρειάστηκε η ομάδα, ήταν πάντα στην υπηρεσία της Εθνικής Σλοβενίας, μακροημέρευσε στο Κορωπί πολύ παραπάνω από τους συμπατριώτες του, με τους οποίους ήρθαν μαζί στη χώρα μας, τον Σπόραρ και τον Βέρμπιτς.

Ταυτόχρονα όμως, δεν κατάφερε να κάνει τη διαφορά. Δεν ξεχώρισε στα δύσκολα, δεν παρέσυρε τους συμπαίκτες του όταν η ομάδα στριμώχτηκε, δεν ηγήθηκε στο κάτι παραπάνω σε Ελλάδα και Ευρώπη. Eνα «οκτάρι» που τα έκανε όλα καλούτσικα, χωρίς να κάνει τίποτα πολύ καλά ή πολύ άσχημα: δεν έχει γκολ, δεν έχει τελική πάσα, δεν μαρκάρει και πολύ δυναμικά, δεν πηγαίνει να πάρει την πρώτη πάσα από τα σέντερ μπακ, δεν κάνει «δικό του» τον χώρο του κέντρου. Καλός παίκτης, αλλά χωρίς τσαγανό, τεχνίτης αλλά καθόλου aggressive, κάνει τα αναγκαία αλλά όχι το κάτι παραπάνω.

το-τέλος-μιας-εποχής-δεν-είναι-απαραίτ-564417982

Κάποιοι φίλοι της ομάδας τον αποχαιρέτισαν με μια τυπική ευγένεια, άλλοι με αδιαφορία και άλλοι με «κύμα αγάπης», επισημαίνοντας ότι με τη φυγή του κλείνει ένας κύκλος παικτών που δεν υπάρχει πια στην ομάδα. Λες και είναι κακό αυτό. Λες και αυτοί οι παίκτες, που δεν είναι πια στην ομάδα, έκαναν κάποια υπέρβαση, οδήγησαν την ομάδα σε κάποια αξιομνημόνευτη επιτυχία, άφησαν τη σφραγίδα τους στο κλαμπ. Φταίνε αποκλειστικά οι ίδιοι γι’ αυτό; Προφανώς και όχι – φταίει και η διοίκηση και οι (πολλοί και διάφοροι) προπονητές. Αλλά φταίνε και οι παίκτες. O κόσμος έχει μια γενικότερη διάθεση να εξαιρεί τους παίκτες από το κάδρο της αποτυχίας, να τους «αθωώνει», να τους «ξεπλένει», να τους «αγιοποιεί», λες και οι παίκτες δεν παίζουν μπάλα στο γήπεδο, λες και δεν είναι υποχρεωμένοι να δίνουν τα πάντα όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, οι δυσκολίες, τα βαρίδια.

Η πώληση θα αποδειχθεί σωστή, αν ο διάδοχός του είναι καλύτερος

Αναρωτιούνται κάποιοι «γιατί τώρα» ή «γιατί σε αυτή την τιμή». Μα η αγορά ορίζει και την τιμή και το «πότε» και το «πού». Kαι η αγορά όρισε ότι η τιμή του, τη δεδομένη χρονική στιγμή, είναι 3 εκατομμύρια ευρώ και προορισμός του τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Δεν διαλέγει απαραίτητα μια ομάδα πόσο θα πουλήσει έναν παίκτη ή ποιον παίκτη της θα «σημαδέψει» μια ενδιαφερόμενη ομάδα. Και το λέω αυτό ως απάντηση σε αυτούς που ακόμα αναρωτιούνται για ποιο λόγο ο Παναθηναϊκός πούλησε πριν από λίγο καιρό τον –σαφώς καλύτερο– Μαξίμοβιτς για 5 εκατομμύρια ευρώ και όχι τον Τσέριν. Πολύ απλά διότι ο –σαφώς καλύτερος– Μαξίμοβιτς, αν και 5-6 χρόνια μεγαλύτερος από τον Τσέριν, ήταν ο παίκτης που «κύκλωσαν» και αγόρασαν και όχι ο Σλοβένος. Κι αυτό κάτι πρέπει να μας λέει και για τον έναν και για τον άλλον.

Η πώληση του Τσέριν, ποδοσφαιρικά, μοιάζει μια σωστή επιλογή: ο Τσέριν, με σχεδόν μηδενική εξέλιξη και πρόοδο εδώ και τέσσερα χρόνια, κρίθηκε από τον προπονητή και τον τεχνικό διευθυντή ότι «πιάνει» μια θέση στα χαφ, χωρίς να μπορεί να αναβαθμίσει τον χώρο του κέντρου. Κι από τον κάθε Βιλένα ή Σισοκό, που παραμένουν και δεν ενδιαφέρεται κανείς να τους αποκτήσει, εδώ τουλάχιστον βρέθηκε μια ομάδα να δώσει τρία εκατομμύρια, που είναι μια χαρά χρήματα σε σχέση με τις 650 χιλιάδες ευρώ περίπου που είχε δώσει ο Παναθηναϊκός για να τον αποκτήσει πριν από τέσσερα χρόνια.

Μόνο που το «λογιστικό κομμάτι» αφορά στους λογιστές της ΠΑΕ κι όσους λογαριάζουν τα έσοδα και τα έξοδα. Οι φίλοι της ομάδας θέλουν να βλέπουν καλούς παίκτες, ανεξαρτήτως κόστους, χρηματιστηριακής αξίας ή συμβολαίου, που να «σκίζονται» για τη φανέλα που φοράνε. Οπότε αν ο Παναθηναϊκός, πουλώντας τον Τσέριν, πάρει έναν παίκτη που θα αποδειχθεί καλύτερος του Σλοβένου, που θα προσφέρει περισσότερα, που θα εξελιχθεί, θα προοδεύσει και θα βοηθήσει την ομάδα να πετύχει τους στόχους της, τότε θα μιλάμε για ποιοτική αναβάθμιση και έξυπνη κίνηση. Αν όμως ο παίκτης που θα έρθει, αποδειχθεί ένας «νέος Τσέριν» ή κατώτερος του Σλοβένου, τότε θα έχει γίνει μια τρύπα στο νερό.

Ολοι κρίνονται από τα αποτελέσματα. Οι παίκτες που παίζουν, οι προπονητές που προπονούν, οι τεχνικοί διευθυντές που αγοράζουν και πουλάνε παίκτες, οι διοικήσεις που βάζουν τα χρήματα και παίρνουν τις τελικές αποφάσεις. Ο Παναθηναϊκός, σε αυτή τη φάση, πέρα από την προσπάθεια που κάνει να παίξει στη League Phase του Conference, κάνει και μια προσπάθεια να ενισχυθεί ουσιαστικά, να φτιάξει μια ομάδα ανταγωνιστική και «πρωταθληματική», να ξεριζώσει παθογένειες του παρελθόντος, να φέρει νέα πρόσωπα, που δεν κουβαλάνε τις «πληγές» και τις αποτυχίες του παρελθόντος. Η πώληση του Τσέριν ουσιαστικά σηματοδοτεί το τέλος μιας φουρνιάς παικτών που δεν κατάφεραν το κάτι παραπάνω, που ξεκίνησαν με όνειρα και ενθουσιασμό, που δεν έκαναν όμως την υπέρβαση και τελικά συμβιβάστηκαν με τη μετριότητα.