Καταπέλτης ο Αρειος Πάγος για επενδύσεις υψηλού ρίσκου

Φόρτωση Text-to-Speech…

«Ράπισμα» στις τραπεζικές πρακτικές και δικαίωση για τους ιδιώτες επενδυτές αποτελούν δύο σημαντικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου, 364/2026 και 765/2026, οι οποίες άνοιξαν τον φάκελο των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων, ξεκαθαρίζοντας το θολό τοπίο γύρω από το Private Banking, τα «ψιλά γράμματα» των συμβάσεων, αλλά και το πότε μια επενδυτική απόφαση αποτελεί εντολή του πελάτη ή συμβουλή της τράπεζας.

Στο μικροσκόπιο του ανωτάτου δικαστηρίου μπήκαν οι πρακτικές με τις οποίες σύνθετα και υψηλού κινδύνου προϊόντα παρουσιάζονται σε αποταμιευτές, αλλά και η προσπάθεια μετακύλισης της ευθύνης της επενδυτικής επιλογής στον πελάτη. Ο Αρειος Πάγος με τις αποφάσεις του ξεκαθαρίζει πως το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνον τι αναγράφεται σε μια σύμβαση, αλλά και ποιος διαμόρφωσε στην πραγματικότητα την επενδυτική απόφαση και τι γνώριζε ο πελάτης τη στιγμή που την έλαβε.

Με την υπ’ αριθ. 765/2026 απόφασή του, το Α1΄ Πολιτικό Τμήμα απέρριψε την αίτηση αναίρεσης τράπεζας και επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία είχε δικαιωθεί επενδυτής που έχασε σχεδόν ολόκληρο το ποσό που είχε τοποθετήσει σε ομόλογο της Aspis Finance PLC, αναγνωρίζοντας στον επενδυτή αποζημίωση ύψους 140.590,20 ευρώ.

καταπέλτης-ο-αρειος-πάγος-για-επενδύσ-564416575

Η υπόθεση αφορούσε επενδυτή ηλικίας 74 ετών κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, συνταξιούχο πολιτικό μηχανικό. Σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο, «μέχρι το έτος 2003 διατηρούσε τις αποταμιεύσεις του, που ανέρχονταν στο ποσό περίπου των 200.000,00 ευρώ, σε προθεσμιακές καταθέσεις». Οι υπάλληλοι της τράπεζας τον προέτρεψαν να ενταχθεί στο τμήμα Private Banking, προκειμένου, όπως αναφέρεται στην απόφαση, «να τύχει επωφελέστερης τοποθέτησης των χρημάτων του από αυτήν της τήρησης προθεσμιακών καταθέσεων».

Στο πλαίσιο της συνεργασίας του με το Private Banking, ο επενδυτής προχώρησε σε σειρά αγορών ομολόγων. Μεταξύ αυτών ήταν και το ομόλογο της Aspis Finance PLC, για το οποίο κατέβαλε συνολικά 140.775,24 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων. Το δικαστήριο στάθηκε ιδιαίτερα στα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου τίτλου, αφού –όπως αναφέρεται στην απόφαση– το ομόλογο «προερχόταν από δευτερογενή αγορά και ήταν μειωμένης εξασφάλισης». Η πιστοληπτική του διαβάθμιση από τη Fitch ήταν ΒΒ, ενώ το δικαστήριο το χαρακτήρισε «τίτλο υβριδικού κεφαλαίου», επισημαίνοντας ότι δεν επρόκειτο για κοινό ομόλογο.

καταπέλτης-ο-αρειος-πάγος-για-επενδύσ-564412858

Κρίσιμο για την απόφαση ήταν το ότι τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, «δεν γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα πριν από την αγορά του ομολόγου», ενώ στα αποδεικτικά της συναλλαγής «δεν γινόταν αναφορά για την πιστοληπτική διαβάθμιση του ομολόγου ούτε για το ότι επρόκειτο για ομόλογο προερχόμενο από τη δευτερογενή αγορά».

Σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο, η τράπεζα δεν ενημέρωσε για τον κίνδυνο των προϊόντων που πρότεινε στους πελάτες της.

Ο Αρειος Πάγος υπογραμμίζει στο σκεπτικό του ότι η ενημέρωση του επενδυτή πρέπει να είναι εξατομικευμένη και «θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μεγίστη δυνατή σαφήνεια», ενώ η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη «την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή».

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο επενδυτής δεν ενδιαφερόταν για μια ριψοκίνδυνη επένδυση, αλλά «για ασφαλή επενδυτικά προϊόντα, τα οποία θα διασφάλιζαν, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου του», ενώ δεν διέθετε την ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία που θα του επέτρεπε να αξιολογήσει μόνος του σύνθετα επενδυτικά προϊόντα.

Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο ήταν ο ρόλος που είχε η τράπεζα στη συγκεκριμένη επένδυση. Η πλευρά της τράπεζας υποστήριξε ότι απλώς λάμβανε και εκτελούσε τις εντολές του πελάτη, χωρίς να συμμετέχει στη λήψη των επενδυτικών αποφάσεων. Το δικαστήριο έκρινε ότι στην πραγματικότητα υπήρχε σχέση παροχής επενδυτικών συμβουλών, καθώς, παρά τη δήλωση στη σύμβαση ότι οι εντολές αποτελούσαν «απόρροια της ελεύθερης επιλογής» του πελάτη, η τράπεζα δεν περιορίστηκε στην εκτέλεση μιας ήδη ειλημμένης απόφασης, αλλά συμμετείχε στη διαμόρφωσή της, υποδεικνύοντας το προϊόν και παρουσιάζοντάς το ως κατάλληλο και ασφαλές. Οι δικαστές αποδόμησαν και τον ισχυρισμό της τράπεζας περί συνυπαιτιότητας του επενδυτή επειδή δεν πούλησε το ομόλογο όταν η αξία του άρχισε να μειώνεται, με το σκεπτικό ότι όταν ο επενδυτής αντιλήφθηκε την πτώση της αξίας του, απευθύνθηκε στους υπαλλήλους του Private Banking, οι οποίοι «τον καθησύχασαν και τον απέτρεψαν από το να προβεί στην πώληση του ενδίκου ομολόγου».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ζήτημα των τόκων, καθώς η τράπεζα ζήτησε να αφαιρεθούν από την αποζημίωση τα 31.369,76 ευρώ που είχε εισπράξει ο επενδυτής ως τοκομερίδια. Το δικαστήριο έκρινε όμως ότι οι τόκοι «δεν προέρχονται […] από το επιζήμιο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου του», αλλά από «την παραχώρηση του κεφαλαίου αυτού […] οι οποίες το εκμεταλλεύθηκαν, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του» και κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να συνυπολογιστούν στη ζημία.

Το ίδιο σκεπτικό διατρέχει και την 364/2026, η οποία αφορά επένδυση περίπου 280.000 ευρώ από πελάτη της τράπεζας ο οποίος διατηρούσε επί χρόνια κυρίως απλές και προθεσμιακές καταθέσεις και είχε μεταφερθεί στο Private Banking. Το 2005, στέλεχος του τμήματος του πρότεινε μετ’ επιτάσεως το ομόλογο της Aspis Finance PLC, παρουσιάζοντάς το ως προϊόν που αντιστοιχούσε στο συντηρητικό του προφίλ, προσομοίαζε σε προθεσμιακή κατάθεση, είχε «μηδενικό ρίσκο» και «καλή απόδοση». Το δικαστήριο έκρινε ότι η πραγματική φύση του προϊόντος ήταν διαφορετική, αφού επρόκειτο για τίτλο της δευτερογενούς αγοράς, μειωμένης εξασφάλισης, με διαβάθμιση ΒΒ. Και στην περίπτωση αυτή κρίθηκε ότι δεν παρασχέθηκαν στον πελάτη οι αναγκαίες πληροφορίες για τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους της επένδυσης.

Σ.Σ.