Το τυρί και η φάκα της δεύτερης κάλπης

Φόρτωση Text-to-Speech…

Οσο τα ποσοστά της Νέας ∆ημοκρατίας απέχουν από το όριο της αυτοδυναμίας και όσο τα περισσότερα κόμματα ξορκίζουν τα σενάρια κυβερνητικών συνεργασιών, το ενδεχόμενο δεύτερων εκλογών θα συζητείται ολοένα και περισσότερο. Το ζήτημα της κυβερνησιμότητας, άλλωστε, θα απασχολήσει έντονα τον δημόσιο διάλογο, όχι επειδή θα το επιλέξει το ένα ή το άλλο κόμμα, αλλά επειδή θα το θέτει η ίδια η πραγματικότητα.

Ποιοι, λοιπόν, ωφελούνται και ποιοι απειλούνται από το ενδεχόμενο μιας δεύτερης κάλπης;

Θεωρητικά, ωφελούνται τα δύο πρώτα κόμματα. Αυτό συνέβη και στις εκλογές του Ιουνίου του 2012, όταν Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ αύξησαν σημαντικά τα ποσοστά τους (11 και 10 μονάδες αντίστοιχα) σε σχέση με την αναμέτρηση του Μαΐου.

Το πρώτο κόμμα, πιθανότατα η Ν.Δ. με βάση τις σημερινές δημοσκοπήσεις, αποκτά τη δυνατότητα να συσπειρώσει όσους στις πρώτες εκλογές θα επιλέξουν ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά στις δεύτερες θα προτάξουν την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας. Το δεύτερο κόμμα –σήμερα φαίνεται να έχει προβάδισμα η ΕΛΑΣ του κ. Τσίπρα– θα φιλοδοξεί να γίνει πόλος συσπείρωσης όσων επιθυμούν πολιτική αλλαγή. Πολλώ δε μάλλον όταν η δεύτερη αναμέτρηση, με ξεκάθαρα πλέον εκλογικά δεδομένα και εκλογή βουλευτών με λίστα, διευκολύνει τις ευρύτερες συνεργασίες και μετατρέπει την αναμέτρηση σε ντέρμπι μεταξύ των δύο βασικών ανταγωνιστών.

Αυτή η προσέγγιση, όμως, βλέπει το τυρί αλλά όχι τη φάκα. Αν το ενδεχόμενο δεύτερων εκλογών εμπεδωθεί ως βεβαιότητα, υπάρχει κίνδυνος τα δύο πρώτα κόμματα να αποσυσπειρωθούν ραγδαία στην πρώτη κάλπη. Η Ν.Δ. να διευκολύνει άθελά της μια ανέξοδη ψήφο διαμαρτυρίας, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας να αποδυναμώσει ακόμη περισσότερο το ποσοστό του, καθιστώντας πολύ δυσκολότερη την ανατροπή που έχει θέσει ως στόχο στη δεύτερη αναμέτρηση.

Το αν, επομένως, οι δύο πρώτοι ωφεληθούν από τη δεύτερη κάλπη θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς θα προσεγγίσουν την πρώτη. Αν οι δεύτερες εκλογές εκληφθούν ως αναγκαστική διαδικασία, επειδή δεν κατέστη δυνατό να σχηματιστεί κυβέρνηση, πιθανότατα θα λειτουργήσουν υπέρ τους. Αν όμως εκληφθούν ως προεξοφλημένη επιλογή, ενδέχεται να εκπέμψουν ένα μήνυμα χαλάρωσης που θα λειτουργήσει αποσυσπειρωτικά.

Η Ν.Δ. αυτό μοιάζει να το έχει αντιληφθεί, εξ ου και ο κ. Μητσοτάκης επιμένει ότι οι εκλογές θα κριθούν στην πρώτη κάλπη. Ο κ. Τσίπρας, αντιθέτως, μιλώντας για την «πολιτική ανατροπή στις δεύτερες εκλογές» μοιάζει να υποτιμά την επίδραση που μπορεί να έχει η προσδοκία μιας επόμενης αναμέτρησης στην πρώτη κάλπη. Επαναλαμβάνει έτσι ένα από τα λάθη του 2023, όταν η απλή αναλογική, που ο ίδιος είχε θεσπίσει, συνετέλεσε στην αποσυσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν, λοιπόν, η δεύτερη κάλπη μπορεί –θεωρητικά πάντα– να ευνοήσει τους δύο πρώτους, είναι αυτονόητο ότι τα μικρότερα κόμματα είναι εκείνα που πρωτίστως απειλούνται. Ιδίως όσα βρίσκονται κοντά στο όριο του 3% σε ένα κλίμα πόλωσης θα δυσκολευτούν να επιβιώσουν.

Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο: τα κόμματα που αρνούνται τη συμμετοχή τους σε κυβέρνηση συνεργασίας ουσιαστικά αυξάνουν την πιθανότητα δεύτερων εκλογών, οι οποίες θα απειλήσουν περισσότερο τα ίδια. Γίνονται έτσι τα πρώτα αρνιά που επιθυμούν να έρθει το Πάσχα…

Το ΠΑΣΟΚ, εφόσον παραμείνει στην τρίτη θέση –κάτι, ωστόσο, που παραμένει ανοικτό– θα είναι το κόμμα που θα απειληθεί περισσότερο. Συνορεύοντας τόσο με τη Ν.Δ. όσο και με την ΕΛΑΣ, θα πιεστεί έντονα και από τις δύο. Και μπορεί τελικά είτε να απειληθεί η αυτονομία του είτε να οδηγηθεί σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, μετά τη δεύτερη κάλπη, με πολύ χειρότερους όρους απ’ ό,τι αν επέλεγε τη συνεργασία μετά την πρώτη.

Ανάλογα διλήμματα θα αντιμετωπίσουν και τα υπόλοιπα κόμματα. Η στρατηγική «βάλτε μας στη Βουλή και βλέπουμε» δεν θα είναι εύκολο να λειτουργήσει.

Οσα καταγράψουν ποσοστά «ασφαλείας» (π.χ. η Ελληνική Λύση), θα κληθούν να απαντήσουν γιατί θα πρέπει να ξαναψηφιστούν αν η χώρα χρειάζεται κυβέρνηση και αυτά δεν θέλουν να μπουν σε κυβερνητικό σχήμα. Οσα κινούνται κοντά στο όριο εισόδου στη Βουλή (π.χ. Φωνή Λογικής ή ΜέΡΑ25), θα αντιμετωπίσουν ζήτημα αυτόνομης εκλογικής επιβίωσης.

Το ίδιο ισχύει για το επικείμενο κόμμα του κ. Σαμαρά. Στην πρώτη κάλπη θα είναι εύκολο να διεκδικήσει τον ρόλο υποδοχέα της δεξιόστροφης αντικυβερνητικής δυσαρέσκειας. Με το παράδοξο, βέβαια, μια καλή δική του επίδοση –στο όνομα, μάλιστα, της «δεξιάς ιδεολογικής καθαρότητας»– να αυξάνει τις πιθανότητες μιας κεντροαριστερής νίκης. Στη δεύτερη κάλπη, ωστόσο, οι επιλογές του θα είναι πολύ πιο περιορισμένες.

Ολα τα παραπάνω θα αποτελέσουν με βεβαιότητα μέρος της προεκλογικής συζήτησης. Από τις «πρώτες» εκλογές – που στην πορεία όλοι θα διαπιστώσουν ότι θα είναι οι καθοριστικές. Σε ένα πολιτικό σκηνικό όπου κανένα κόμμα δεν προκαλεί ενθουσιασμό, οι ματαιώσεις είναι μεγάλες και οι προσδοκίες χαμηλές, η «τακτική ψήφος» (tactical vote) θα αποτελέσει βασικό χαρακτηριστικό της επόμενης αναμέτρησης.

*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.