Η Καλλιθέα στο Λας Βέγκας

Φόρτωση Text-to-Speech…

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό, μου παθαίνω μια μικρή, ανεπαίσθητη έκπληξη κάθε φορά που σε ένα ξένο προϊόν πολιτισμού αναφέρεται ένα ελληνικό όνομα, μια ελληνική τοποθεσία ή το κάθε τι το ελληνικό. Όποτε σε μια αμερικάνικη ή αγγλική ταινία, ας πούμε, ένας χαρακτήρας λέγεται «Παπαντίμας», ή όποτε το σενάριο στέλνει τους πρωταγωνιστές σε κάποιο ελληνικό νησί, ή όποτε σκηνές έχουν γυριστεί σε γνώριμες ελληνικές τοποθεσίες. Πάντα το παθαίνω. Ένα σφίξιμο, μια φευγαλέα αλλά αναπόδραστη και εντελώς αδικαιολόγητη μορφή υπερηφάνειας.

Είναι, ασφαλώς, ένας ιδιαίτερος επαρχιωτισμός με τον οποίο πολλές και πολλοί μεγαλώσαμε. Είμαστε μια μικρή χώρα εμείς, στη γωνίτσα της Ευρώπης. Τι είμαστε; Τίποτε δεν είμαστε. Οπότε το να μας αναφέρουν οι πλούσιοι και οι διάσημοι ξένοι αποτελεί τιμή, κάτι για το οποίο αξίζουμε να νιώθουμε καμάρι. Έτσι δεν είναι; Τη διαμόρφωση αυτού του επαρχιωτισμού την έχει βοηθήσει, ασφαλώς και το επίπεδο και η ποιότητα της εγχώριας δημοσιογραφίας, τα εκστατικά ρεπορτάζ του τύπου «έφαγε πιτόγυρο στην Αίγινα ο Μπραντ Πιτ» και «βόλτα στα σοκάκια των Σπετσών έκανε η Μαντόνα». Η κάπως υστερική χαρά του ντόπιου που ήρθαν οι σταρ από την τηλεόραση στο χωριό του.

Αλλά τα τελευταία χρόνια, είμαι σίγουρος ότι θα το έχετε διαπιστώσει και εσείς, κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει σε αυτό τον τομέα. Όχι εμείς. Δεν αλλάξαμε εμείς. Εξακολουθώ να παθαίνω αυτό το κάτι όποτε βλέπω τα ελληνικά στην τηλεόραση ή στις ταινίες. Αλλά τα βλέπω ολοένα και πιο συχνά, σε βαθμό αξιοσημείωτο. Αυτό άλλαξε. Η συχνότητα.

Η Καλλιθέα στο Λας Βέγκας-1

Στο δέκατο επεισόδιο της 4ης σεζόν της πολύ ωραίας κωμικής σειράς Hacks (προβάλλεται και στην Ελλάδα από το HBO Max), συμβαίνει κάτι το αναπάντεχο. Οι δύο πρωταγωνίστριες κάθονται σε έναν καναπέ και μιλάνε. Η ηθοποιός Χάνα Άινμπαϊντερ, που υποδύεται τη συγγραφέα Έιβα Ντάνιελς, φοράει μια ποδοσφαιρική φανέλα, και μάλιστα όχι μια οποιοδήποτε ποδοσφαιρική φανέλα, αλλά τη φανέλα της Καλλιθέας. Της δικιάς μας Καλλιθέας, που έχει για χορηγό το ΕΜΣΤ. Η έκπληξή μου ήταν εκρηκτική, το pause ακαριαίο. Μα της Καλλιθέας; Πού πήγανε και βρήκαν τη φανέλα της Καλλιθέας στην Αμερική, όπου γυρίστηκε το Hacks; Μια γρήγορη αναζήτηση μας λέει ότι η ενδυματολόγος της σειράς δεν είναι Ελληνίδα, ούτε ελληνοαμερικάνα -είναι βέρα αμερικανίδα από τη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας. Ούτε τα μεγαλοστελέχη της παραγωγής, ούτε οι ηθοποιοί έχουν ελληνική καταγωγή. Πού την βρήκαν την Καλλιθέα; Και, εδώ που τα λέμε, γιατί υπήρχαν και τόσες αναφορές στην Ελλάδα γενικότερα σ’ αυτή τη σειρά; Και τη Σαντορίνη ως ονειρικό προορισμό διακοπών ακούμε, και η φέτα, το Π.Ο.Π. τυρί μας, λαμβάνει μια ωραιότατη αναφορά και προβολή στην υπόθεση.

Οι ερωτήσεις αυτές, και η δεκαπεντάλεπτη αναζήτηση για ελληνικές συνδέσεις με την παραγωγή της σειράς, λένε περισσότερα για εμένα παρά για τη σειρά, ασφαλώς. Γιατί δεν είχα καταλάβει αυτό που έχει αλλάξει, το φαινόμενο που είναι το θέμα αυτού εδώ του άρθρου. Ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν τόσες αναφορές στην Ελλάδα στο Hacks; Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Όπως κανένας δεν θα αναρωτιόταν γιατί αναφέρουν τη Γαλλία, αν ανάφεραν τη Γαλλία, η αναφορά σε πράγματα ελληνικά δεν γίνεται επειδή κάποιος σεναριογράφος είχε πάει στη Σαντορίνη ή είχε φάει φέτα, αλλά επειδή τα ελληνικά πράγματα (προορισμοί, προϊόντα, ιστορία) είναι πλέον αρκετά γνωστά ώστε σχεδόν όλοι να τα αναγνωρίζουν. Αυτή είναι η αλλαγή. Κι αυτή είναι η θεωρία μου: κάποια στιγμή, μάλλον την προηγούμενη δεκαετία, όταν όλοι άκουγαν την Ελλάδα για την τραγωδία της χρεοκοπίας μας, κάποιο κλικ συνέβη, κάποιος Ρουβίκωνας διασχίστηκε, κάποια κρίσιμη μάζα ξεπεράστηκε, και το brand «Ελλάδα» πέρασε σε άλλη κλίμακα. Από επαρχία, από χωριό, άλλαξε κατηγορία. Πέρασε στις «πόλεις» του κόσμου. Από μια ξεχασμένη γωνιά που δεν παράγει τίποτε και που ελάχιστοι θυμούνται (και όταν τη θυμούνται, είναι συνήθως με αφορμή την αρχαία ιστορία) σε κάτι πιο σημερινό, επίκαιρο και καθολικά γνωστό. Πάλι συνήθως με αφορμή την αρχαία ιστορία, ασφαλώς, αλλά πολύ πιο συχνά.

Θυμάμαι να αποκτώ αυτή την αίσθηση το 2018 όταν πέρασα ένα μήνα στις ΗΠΑ παρέα με άλλους Ευρωπαίους και συνειδητοποίησα ότι από τους σχεδόν 200 αμερικανούς που γνώρισα τότε (από μπαρίστας και οδηγούς Uber μέχρι βουλευτές και δημάρχους) πολλοί είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα, όλοι ήθελαν να πάνε ή να ξαναπάνε και δεν υπήρχε κανείς, ούτε ένας, ούτε μία, που δεν ήξερε τι είναι η Ελλάδα. Αλλά νόμιζα ότι αυτό είναι κάτι ανεκδοτολογικό. Αν πρόσεχα λίγο καλύτερα το πολιτισμικό αποτύπωμα της χώρας τα τελευταία χρόνια, θα συνειδητοποιούσα ότι δεν είναι. Ελλάδα παίζει παντού ολοένα και περισσότερο. Μέχρι να φτάσουμε στην Οδύσσεια του Νόλαν είχαν μεσολαβήσει άλλες ταινίες με έμπνευση από την ελληνική μυθολογία όπως το «The Eternals» της Marvel, σειρές όπως το Kaos και το The Sandman στο Netflix, το Epic (ένα τεράστιο μιούζικαλ που έφτιαξε ένας πορτορικάνος με θέμα την Οδύσσεια και έγινε διάσημο από το TikTok), βιντεοπαιχνίδια όπως το Hades και το Assassin’s Creed Odyssey και best-seller βιβλία όπως η καταπληκτική «Κίρκη» της Μάντελιν Μίλερ, το εξαιρετικά επιτυχημένο web comic «Lore Olympus» και δύο τραγούδια για την Κασσάνδρα (ένα από τη Φλόρενς Γουέλτς, ένα από την Τέιλορ Σουίφτ), μεταξύ πολλών άλλων. Αλλά δεν ήταν μόνο μυθολογικές οι αφορμές και οι αφετηρίες. Είχαμε κι άλλα βιβλία, όπως τα «Μαθήματα Ελληνικών» της Χαν Κανγκ (που κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας), τραγούδια όπως το «Santorini, Greece» του Ρικ Ρος, αλλά και προϊόντα, όπως η διαχρονική επιτυχία του «ελληνικού γιαουρτιού» (έτσι έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζεται στην αμερικανική αγορά το παραδοσιακό στραγγιστό γιαούρτι που έχουμε συνηθίσει εμείς -ακόμα κι όταν παρασκευάζεται από ξένους παραγωγούς). Και βέβαια, απειράριθμες άλλες αναφορές όπως του Hacks, από το ελληνικό εστιατόριο «A Taste of Athens» στη 2η και την 3η σεζόν του Ted Lasso μέχρι την επερχόμενη 6η σεζόν του «Emily in Paris» που γυρίζεται εδώ, κι από τα ταξίδια του ανεκδιήγητου αμερικανικού ριάλιτι «The Real Housewives» (στο οποίο συχνά βάζουν τις πρωταγωνίστριες να ταξιδεύουν σε «πολυτελείς προορισμούς» -στις εκδοχές από την Ατλάντα και το Σολτ Λέικ Σίτι τις έχουν φέρει στην Ελλάδα), μέχρι τους ελληνοαμερικάνους χαρακτήρες και οι πολλαπλές αναφορές στην Ελλάδα στο «Only Murders in the Building», ή τις αλλεπάλληλες αναφορές στον Αριστοτέλη στο «The Good Place».

Πολλές και πολλοί δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι σταδιακά, μετά την δεκαετή οικονομική κρίση και το διάλειμμα της πανδημίας, η Ελλάδα έχει μπει στο τοπ-10 των δημοφιλέστερων τουριστικών προορισμών παγκοσμίως. Κι ακόμα περισσότεροι δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι κάποια στιγμή περάσαμε στην κατηγορία των χωρών που «ξέρουν όλοι», όπως οι Γαλλίες, οι Ιταλίες και οι Ισπανίες αυτού του κόσμου. Είναι ενδιαφέρον το ότι αυτό συνέβη, εν πολλοίς, ερήμην μας. Απολύτως κανένα ρόλο δεν έπαιξαν «καμπάνιες του ΕΟΤ» και ασφαλώς δεν έχουμε καμία μεγάλης κλίμακας γηγενή πολιτιστική παραγωγή, που να κινητοποίησε το ενδιαφέρον δισεκατομμυρίων. Για να μην είμαστε άδικοι, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι μεμονωμένα γεγονότα (οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ας πούμε) και συγκεκριμένες εξάρσεις και εξαιρέσεις (το Euro, ο Λάνθιμος, ο Αντετοκούμπο) έβαλαν λίγη Ελλάδα στις ειδήσεις, και ακόμα και συγκεκριμένες πολιτικές της κυβέρνησης όπως η δημιουργία και η επέκταση του ΕΚΟΜΕ έπαιξαν ρόλο για να γυρίζονται περισσότερες ταινίες και σειρές εδώ, και να γεμίζουν οι οθόνες με λίγο περισσότερα ελληνικά τοπία. Αλλά η Μάλτα ή η Κροατία κάνουν την ίδια δουλειά πολύ περισσότερο καιρό και ακόμα πιο αποτελεσματικά και το δικό τους αποτύπωμα είναι πολύ μικρότερο. Κι άλλες χώρες έχουν καλούς σκηνοθέτες και μπασκετμπολίστες και κερδίζουν θετικές αναφορές στις ειδήσεις με διάφορες αφορμές, χωρίς το ίδιο αποτύπωμα. Ίσα ίσα, θα έλεγε κανείς, με την χρεοκοπία μας ήταν σαν να προσπαθούμε -και το παλεύαμε σκληρά, για περίπου δέκα χρόνια- να αμαυρώσουμε το brand όσο πιο κραυγαλέα μπορούμε. Αλλά δεν τα καταφέραμε. Για κάποιους λόγους ανεβήκαμε κατηγορία, σχεδόν ερήμην μας.

Και το θέμα είναι, τι κάνουμε τώρα. Τι την κάνουμε αυτή την αναγνωρισιμότητα; Πώς την κεφαλαιοποιούμε; Πώς χτίζουμε πάνω σ’ αυτή; Η προσώρας προσέγγιση λέει: με περισσότερα AirBnb και σκάφοντας τα βράχια της Μήλου για να φυτέψουμε ξενοδοχεία -αλλά είναι μια προσέγγιση ρηχή, η προσέγγιση της «αρπαχτής», τόσο γνώριμη, συνήθης, ανυπόφορη και, τελικά, αναπόφευκτα αναποτελεσματική. Τι μπορούμε να κάνουμε για να μιλήσουμε καλύτερα, περισσότερο και ουσιαστικότερα σε αυτό το κοινό που άξαφνα μας ξέρει, μας αναγνωρίζει, μας αναζητεί και μας αποζητά; Τι ιστορίες μπορούμε να του πούμε, τι μπορούμε να του δείξουμε, να του μάθουμε, να του φτιάξουμε; Με διάφορες αφορμές και για διάφορους λόγους, όλοι ξέρουν την Ελλάδα, πια. Έχουμε την προσοχή τους. Τι θα την κάνουμε;

Μια άλλη προσέγγιση είναι: τίποτε. Να μην κάνουμε τίποτε. Αφού το τίποτε, λίγο-πολύ, μας ανέβασε κατηγορία, να συνεχίσουμε έτσι. Καλά το πάμε. Ας αφήσουμε τους αρχαίους και τα τυριά και τους Λανθιμοκούμπο να κάνουν τη δουλειά.

Εμένα, πάντως θα μου πάρει αρκετό καιρό να πάψω να παθαίνω αυτή την στιγμιαία έκπληξη, κάθε που κάτι ελληνικό ακούγεται από ξένους και διάσημους. Αλλά για πρώτη φορά στις δεκαετίες που υπάρχω σ’ αυτό τον κόσμο, αισθάνομαι ότι αυτό, το να πάψω κάποτε, το να το συνηθίσω, είναι, απροσδόκητα, ένα ενδεχόμενο ρεαλιστικό.