Του Πατριάρχη
Η ουδετερότητα και η συμμετοχή στο στρατόπεδο των ανεκδιήγητων Αδεσμεύτων, υπήρξε για δεκαετίες ένα βολικό καταφύγιο της κυπριακής πολιτικής. Μας επέτρεπε να διατηρούμε σχέσεις με όλους, να αποφεύγουμε δύσκολες αποφάσεις και να παρουσιάζουμε την ακροβασία σε δύο βάρκες ως δήθεν πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Ο κόσμος όμως στον οποίο κυριαρχούσε εκείνη η αντίληψη δεν υπάρχει πλέον και η Κύπρος δεν βρίσκεται ανάμεσα σε δύο συνασπισμούς του Ψυχρού Πολέμου. Είναι κράτος μέλος της ΕΕ, βιώνει για 52 χρόνια τουρκική κατοχή και ζει σε μία περιοχή όπου η ασφάλεια δεν είναι αυτονόητη και εξασφαλίζεται με ευχές και διπλωματικές ισορροπίες.
Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, έχει επιλέξει καθαρά τον δυτικό προσανατολισμό, κάτι που είχε κάνει και η κυβέρνηση Αναστασιάδη, χωρίς να αποφεύγει τα «ναι μεν αλλά» και τα στραβοπατήματα προς την Ρωσία. Σήμερα όμως ο ΔΗΣΥ και η κυβέρνηση, επιδιώκουν στενότερη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς με δυτικά πρότυπα, ουσιαστικότερη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή άμυνα και, όταν το επιτρέψουν οι πολιτικές συνθήκες, ένταξη στο ΝΑΤΟ. Ο ίδιος ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης έχει χαρακτηρίσει την πορεία αυτή στρατηγική επιλογή και «φυσική εξέλιξη», αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η Τουρκία μπορεί σήμερα να την εμποδίσει.
Η συζήτηση δεν αφορά όμως μια ιδεολογική προτίμηση. Αφορά το στοιχειώδες ερώτημα για το ποιοι μπορούν πραγματικά να βοηθήσουν την Κυπριακή Δημοκρατία σε περίπτωση κρίσης. Η ΕΕ διαθέτει τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής του άρθρου 42 παράγραφος 7. Αν κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, οι υπόλοιπες χώρες έχουν υποχρέωση να του προσφέρουν βοήθεια με όλα τα μέσα που διαθέτουν. Δεν πρόκειται για αυτόματο μηχανισμό κήρυξης πολέμου, αλλά ούτε και για σύσταση. Η κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ εργάστηκε το 2026 για να αποκτήσει η ρήτρα πρακτικό μηχανισμό εφαρμογής.
Η αλληλεγγύη, όμως, δεν λειτουργεί ως υπηρεσία την οποία αξιοποιούμε μόνο όταν κινδυνεύουμε εμείς. Αν η Κύπρος απαιτεί από τους εταίρους της να συνδέσουν την ασφάλειά τους με τη δική της, οφείλει να συμμετέχει στις κοινές υποχρεώσεις, με δαπάνες, υποδομές, προσωπικό, ασκήσεις και πολιτική συνέπεια.
Αυτό ήδη συμβαίνει μέσω της μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας, της γνωστής PESCO, των προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας και των κοινών προμηθειών. Μέσω του νέου ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού εργαλείου SAFE εγκρίθηκε για την Κύπρο χρηματοδοτική δυνατότητα περίπου €1,18 δισ. για αμυντικές επενδύσεις. Αυτά είναι χειροπιαστά οφέλη της συμμετοχής στον ευρωπαϊκό πυρήνα και όχι θεωρητικές διακηρύξεις.
Παρά ταύτα, ένα μέρος του πολιτικού συστήματος επιμένει να αντιμετωπίζει τη Δύση ως ύποπτη και τη Ρωσία ως κάποιον ιστορικό προστάτη. Είναι η ίδια πολιτική σχολή που θεωρεί την απόσταση από τους συμμάχους απόδειξη ανεξαρτησίας. Μόνο που η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει το αντίθετο. Η ουδετερότητα δεν απέτρεψε την τουρκική εισβολή, δεν τερμάτισε την κατοχή και δεν δημιούργησε κανέναν μηχανισμό στρατιωτικής προστασίας.
Οι υποστηρικτές των «ισορροπιών» επικαλούνται συνήθως τη στάση της Μόσχας στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Οι διπλωματικές σχέσεις με τη Ρωσία ασφαλώς πρέπει να διατηρούνται, αλλά άλλο η διπλωματία και άλλο η στρατηγική αυταπάτη. Μία χώρα που εισέβαλε στην Ουκρανία, κατέλαβε εδάφη και αμφισβήτησε την κυριαρχία γειτονικών κρατών και παραβιάζει τις ίδιες αρχές του διεθνούς δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζει η Κύπρος ολόκληρη την υπόθεσή της, δεν είναι και η καλύτερη επιλογή. Δεν γίνεται να καταγγέλλουμε την τουρκική κατοχή και να ψάχνουμε δικαιολογίες για τη ρωσική.
Η ένταξη στον δυτικό πυρήνα ασφάλειας δεν περιορίζει την ανεξαρτησία της Κύπρου, αλλά της δίνει βαρύτητα, δυνατότητες και συμμάχους. Για ένα μικρό και κατεχόμενο κράτος, η μοναχική πορεία δεν είναι κυριαρχία, αλλά έκθεση σε κίνδυνο.