Φόρτωση Text-to-Speech…
«Εσύ, πού θα πας φέτος διακοπές;». Η πιο συνηθισμένη ερώτηση του καλοκαιριού, αυτή που γεννάει εύκολα συζητήσεις με αγνώστους, για κάποιους λειτουργεί περισσότερο ως «καταπίεση» και λιγότερο ως στιγμή ξεγνοιασιάς. Ο μύθος του «Greek Summer» φαίνεται πως ξεθωριάζει στα μάτια όσων είναι αλλεργικοί στα κύματα του υπερτουρισμού που αλλοιώνει τα νησιά – όσων είτε δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος είτε δεν μπορούν πια να απολαύσουν την εμπειρία του ελληνικού καλοκαιριού. Κλείσε τα ακτοπλοϊκά σε τιμές αεροπορικού ταξιδιού στο εξωτερικό· κάνε κράτηση ξαπλώστρας – με ελάχιστη κατανάλωση· κράτησε τραπέζι στη γαστρο-ταβέρνα· βρες να παρκάρεις: όλη η επιμέλεια και η δαπάνη μεταφέρουν το στρες της πόλης. Οπότε γιατί να φύγεις από την Αθήνα όταν η πόλη ηρεμεί, για να συνωστισθείς στις μικρές Αθήνες του Αρχιπελάγους;
Κάποιοι συνειδητά επιλέγουν την αυγουστιάτικη ηρεμία της πόλης. Δεν βλέπουν την πρωτεύουσα ως τιμωρία, αλλά ως ευκαιρία ξεκούρασης και αντίστασης σε μια νόρμα που πλέον έχει γίνει αγχωτική. Τι κάνουν; Πού βγαίνουν; Πώς περνούν τον χρόνο τους; Γιατί δεν πάνε διακοπές μαζί με τους υπόλοιπους;
Το κλιματιστικό
Ο 46χρονος Βασίλης Πιέρρος τα τελευταία 15 χρόνια έχει σταματήσει σχεδόν εντελώς να πηγαίνει διακοπές α λα «Greek Summer» (ελληνικό νησί, beach bar, πολυκοσμία). Θεωρεί πως το κόστος σε σύγκριση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες είναι δυσανάλογο. «Χρειάζεσαι πάρα πολλά χρήματα για ακτοπλοϊκά και διαμονή». Ταυτόχρονα, οι υποδομές δεν μπορούν να αντέξουν τον κόσμο, τον φόρτο των επισκεπτών: «Θέλεις δύο ώρες για να βρεις πάρκινγκ και άλλες δύο ώρες για να βρεις απλώς ένα σημείο να αφήσεις την πετσέτα σου», αναφέρει. Ο σημαντικότερος λόγος, όμως, για τον ίδιο είναι ότι πιστεύει ότι έχει αλλοιωθεί το φυσικό, αλλά και το οικιστικό περιβάλλον. «Τελευταία φορά που πήγα στη Σαντορίνη ένιωσα θλίψη με αυτό που έβλεπα. Εχει χαθεί αυτή η αυθεντικότητα που υπήρχε κάποτε. Το παραδοσιακό νησιωτικό τοπίο, με τα λευκά σπίτια και τα γαλάζια παράθυρα, δεν το έφτιαξε κάποιος αρχιτέκτονας, προέκυψε από τους κατοίκους μέσα από τους αιώνες για να ανταποκρίνεται στο κλίμα και στη ζέστη. Ολο αυτό έχει χαθεί πλέον στη λαίλαπα του τουρισμού. Βλέπεις παντού ταμπέλες “νέον” και υπάρχει ένα συνεχόμενο “παζάρι” όπου κι αν κοιτάξεις», επισημαίνει.

Κάτι άλλο που τον αποτρέπει από το να φύγει από την πόλη είναι η αφόρητη αυγουστιάτικη ζέστη, η οποία του δημιουργεί δυσφορία και τον κρατάει δέσμιο του κλιματιστικού. «Οπου κι αν πάω, μένω κλεισμένος μέσα σε ένα σπίτι με κλιματισμό μέχρι να πέσει ο ήλιος στις 7 το απόγευμα. Είναι περισσότερο κούραση παρά ξεκούραση», εξηγεί. Για αυτόν τον λόγο, επιλέγει να κάνει διακοπές άλλους μήνες, αποφεύγοντας την ασφυξία της πολυκοσμίας και τη ζέστη. Η παραμονή στην πόλη είναι μια καλή ευκαιρία για τον ίδιο να καλύψει εκκρεμότητες της προηγούμενης σεζόν, να οργανωθεί για τη δουλειά του, να διαβάσει, να κλείσει τρύπες: «Προτιμώ να κάθομαι στην Αθήνα γιατί, καθώς φεύγει ο πολύς κόσμος, μπορώ να βγάλω περισσότερη δουλειά με πολύ λιγότερη πίεση και άγχος. Παράλληλα, απολαμβάνω την ηρεμία του σπιτιού μου και τις βραδινές βόλτες στην άδεια Αθήνα», σχολιάζει.

Ο Βασίλης πιστεύει πως αν το καλοκαίρι στην Αθήνα ήταν τραγούδι, θα ήταν το: «Σινεμά ο Παράδεισος». «Εχει αυτή τη γλυκιά, νοσταλγική μελωδία που ταιριάζει απολύτως στην άδεια πόλη», καταλήγει.
Για την 25χρονη Μαρία Καραπαύλου η οργάνωση των καλοκαιρινών διακοπών είναι μια πηγή άγχους, που προσπαθεί να αποφύγει. «Για να βρω καλές τιμές σε ακτοπλοϊκά εισιτήρια και ξενοδοχεία, πρέπει να έχω κλείσει πολύ καιρό πριν. Επίσης, έτσι όπως είναι οι δουλειές όλων, είναι πολύ δύσκολο να βρεις κοινό πρόγραμμα με την παρέα σου», εξηγεί. Κάτι άλλο που την ενοχλεί είναι ο αυστηρός προγραμματισμός που απαιτούν πλέον οι διακοπές στα ελληνικά νησιά. «Δεν μπορώ να πάω αυθόρμητα κάπου, να βάλω τις σαγιονάρες μου και να πάω σε ένα ταβερνάκι να φάω χαλαρά. Ολα έχουν εξελιχθεί σε κάτι πολύ στημένο και προγραμματισμένο. Δεν θέλω να κάνω κράτηση στις διακοπές μου. Δεν θέλω πράγματα που ήδη με ζορίζουν στην καθημερινότητά μου στην πόλη να μεταφέρονται αυτούσια στο νησί», λέει απογοητευμένη.

Αντ’ αυτού, επιλέγει να μένει στην Αθήνα και να αξιοποιεί τον ελεύθερο χρόνο της σε πράγματα που δυσκολεύεται να κάνει στην καθημερινότητά της, λόγω του άγχους και των γρήγορων ρυθμών. «Η Αθήνα το καλοκαίρι είναι στα καλύτερά της: δεν έχει κίνηση, διαθέτει πάρκινγκ και έχει τόσο πληθυσμό όσος αναλογεί στις υποδομές της. Το βρίσκω σαν μια καλή ευκαιρία ώστε να ηρεμήσω επιτέλους στην Αθήνα. Μου αρέσει να κάνω βόλτες αμέριμνη στην πόλη, όχι να περπατάω γρήγορα πηγαίνοντας στη δουλειά. Φέτος ο στόχος μου είναι να επισκεφθώ κάποια φυσικά τοπία που δεν έχω δει ποτέ. Να ακολουθήσω τους ρυθμούς που θα ήθελα να έχω δυνητικά στην Αθήνα, αλλά που δεν μπορώ να τους έχω λόγω της καθημερινότητας».
«Ο τουρισμός στην Ελλάδα έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στο κλάμπινγκ, στα πάρτι, στο να βγεις, να πιεις. Στο μυαλό μου αυτό δεν με βοηθάει να ξεκουραστώ και να χαλαρώσω από την καθημερινότητα, αντιθέτως μου προκαλεί ένταση», υποστηρίζει από την πλευρά του ο 25χρονος Μάνος Κολινιάτης, προσθέτοντας έναν ακόμη λόγο που ο ίδιος αποφεύγει να πηγαίνει διακοπές τη θερινή περίοδο.

Ο Μάνος πιστεύει ότι, για τη γενιά του, το να πάει κάποιος διακοπές σε νησί τον Αύγουστο είναι επιβεβλημένο. «Εχουμε συνδέσει στο μυαλό μας, ίσως λανθασμένα, το καλοκαίρι αποκλειστικά με τα νησιά. Πολλές φορές πιστεύω πως κάποιοι άνθρωποι πάνε στα νησιά το καλοκαίρι μόνο για το “φαίνεσθαι” – και όχι επειδή περνούν πραγματικά καλά», σημειώνει. Το μήνυμα που θέλει να περάσει σε όσους «ανησυχούν» που έχουν μείνει στην πόλη είναι το εξής: «Ψάξτε μακριά από τα “επιβεβλημένα”, μόνον έτσι θα βρείτε τις δικές σας δραστηριότητες, τα δικά σας καταφύγια, αυτά μέσα στην πόλη που σας ηρεμούν και σας ανακουφίζουν». Το δικό του καταφύγιο το έχει βρει στον Πειραιά και συγκεκριμένα σε έναν ήσυχο περίπατο στη Δραπετσώνα.
Πόλη των θαυμάτων
Πριν από δέκα χρόνια, ο καλλιτέχνης Αγγελος Παπαδημητρίου είχε μόλις αγοράσει το πρώτο του smartphone. «Ηταν Δεκαπενταύγουστος, είχα γονατίσει στην άδεια Πανεπιστημίου και είχα βγάλει μια φωτογραφία την οποία έπειτα ανέβασα και στο Facebook. Στην περιγραφή έγραψα: “Μεγαλόχαρη, έκανες το θαύμα σου, άδειασε η Αθήνα!”. Εκανα τη διαδρομή από το σπίτι μου μέχρι το Σύνταγμα σε ενάμισι λεπτό. Αυτό είναι το πραγματικό θαύμα», λέει χαριτολογώντας. Εως ότου έγινε 60 ετών, μετρούσε τα μπάνια που έκανε κάθε καλοκαίρι. Συνήθως έφτανε τα 300…
«Μόλις άρχισα να μεγαλώνω, με έπιασε μια αντιπάθεια για το νερό, αλλά κυρίως αντιπάθεια για την πολυκοσμία και τον τουρισμό. Είναι σαν να κουράστηκα. Η επανάληψη με κουράζει, μου αρέσει να αλλάζω», αναφέρει.

Εκτιμά πως οι διακοπές έχουν καταντήσει να είναι ένας κοινωνικός καταναγκασμός. «Για εμένα, το να μην κάνεις διακοπές είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια της ζωής! Η λέξη διακοπές βγαίνει από το “διακόπτω”. Τι να διακόψω εγώ; Οπου και αν βρίσκομαι είμαι ο ίδιος. Δεν με “καθoρίζει” το τοπίο, με καθορίζει η ύπαρξή μου. Ακόμη και τώρα διακοπές κάνω, γιατί οι διακοπές για εμένα είναι ένα συνεχές παρόν», υπογραμμίζει.
Παράλληλα, το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη του εποχή. Του αρέσει η ζέστη, δεν τον ενοχλεί καθόλου. Το ημερήσιο πρόγραμμα περιλαμβάνει συνήθως… καυτό μπάνιο, περιποίηση του σπιτιού, βόλτα με φίλους, συζήτηση σε βεράντες και σε ωραία μπαλκόνια της Αθήνας. «Αν η Αθήνα τον Αύγουστο είχε τίτλο, θα ήταν: “Επιτέλους μόνοι, φύγαν τα παιδιά” και αν είχε σάουντρακ, θα ήταν το “Θα ξανάρθεις” του Βασίλη Τσιτσάνη», καταλήγει.